Αριθμ. Πρωτ.:115/16-7-26

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Όχι αυξήσεις 50% έως 90%, αλλά αποκατάσταση μιας πολυετούς μισθολογικής αδικίας

 Με αφορμή πρόσφατα δημοσιεύματα περί δήθεν «αυξήσεων 50% έως 90% στους δικαστές», η Ένωση Εισαγγελέων Ελλάδος επισημαίνει ότι οι συγκεκριμένοι τίτλοι είναι ανακριβείς και παραπλανητικοί και δεν αποδίδουν το πραγματικό περιεχόμενο του άρθρου 49 του Ν. 5313/2026. Η δημόσια συζήτηση και η ενημέρωση της κοινής γνώμης για ζητήματα που αφορούν στη δικαιοσύνη, οφείλει να διεξάγεται με ακρίβεια, υπευθυνότητα και σεβασμό στην αλήθεια και στα πραγματικά γεγονότα.

Η πραγματικότητα είναι απλή: δεν αυξάνεται ο μισθός των εισαγγελικών λειτουργών κατά 50%, 70% ή 90%. Τα ποσοστά αυτά αποτελούν τρόπο υπολογισμού συγκεκριμένων μισθολογικών προσαυξήσεων και όχι ποσοστά αύξησης του συνολικού μισθού. Για παράδειγμα, εισαγγελικός λειτουργός με δώδεκα έτη υπηρεσίας λάμβανε βασικό μισθό 2.480 ευρώ, χωρίς καμία πρόσθετη προσαύξηση, ενώ Δικαστικός Πληρεξούσιος Α΄ τάξης του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με ισόχρονη υπηρεσία λάμβανε επιπλέον 207 ευρώ, δηλαδή το 50% της διαφοράς των 414 ευρώ από τον επόμενο αντίστοιχο βαθμό. Με τη νέα ρύθμιση, ο εισαγγελικός λειτουργός με την ίδια υπηρεσία θα λαμβάνει πλέον και αυτός την αντίστοιχη προσαύξηση των 207 ευρώ. Δεν αυξάνεται, επομένως, ο συνολικός μισθός του κατά 50%· αποκαθίσταται η συγκεκριμένη μισθολογική διαφορά από τον αντίστοιχο λειτουργό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, την οποία τα δικαστήρια επί σειρά ετών αναγνώριζαν και επιδίκαζαν. Αντίστοιχη εξομοίωση προβλέπεται, υπό τις προϋποθέσεις του νόμου, και για τις λοιπές κατηγορίες εισαγγελικών λειτουργών.

Συνεπώς, δεν πρόκειται για πρωτογενή παροχή ή για προνομιακή μεταχείριση χωρίς νομικό έρεισμα. Οι εισαγγελικοί λειτουργοί δεν ευνοούνται με τη νέα ρύθμιση· παύουν, έπειτα από χρόνια, να υφίστανται μια συνταγματικά ανεπίτρεπτη μισθολογική ανισότητα έναντι των λειτουργών του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, όπως έχει παγίως κριθεί από το Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος (βλ. τις υπ’ αριθ. 57/2016, 37-38/2014, 86/2013, 64/2013, 16/2013 και 46/2010 αποφάσεις του) και από τα διοικητικά δικαστήρια (βλ. ενδεικτικά ΔΠρΑθ 3181/2025 και 3182/2025).

Η πολυετής νομοθετική αδράνεια είχε ως αποτέλεσμα την επαναλαμβανόμενη άσκηση αγωγών, τη συσσώρευση πρόσθετης δικαστικής ύλης και την επιβάρυνση του Ελληνικού Δημοσίου όχι μόνο με τις οφειλόμενες μισθολογικές διαφορές, αλλά και με τόκους, χρηματικές ικανοποιήσεις λόγω ηθικής βλάβης και δικαστικά έξοδα. Με τη νέα ρύθμιση τερματίζεται αυτή η αδικία, περιορίζονται περιττές δημόσιες δαπάνες και διασφαλίζεται η συμμόρφωση της Πολιτείας προς την πάγια νομολογία.

Η Ένωση Εισαγγελέων Ελλάδος αναγνωρίζει ότι η Πολιτεία και τα συναρμόδια Υπουργεία ανταποκρίθηκαν σε ένα δίκαιο και επί σειρά ετών διατυπωμένο αίτημα των δικαστικών ενώσεων, αποκαθιστώντας μια πολυετή αδικία με τρόπο επωφελή τόσο για τους δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς όσο και για το Ελληνικό Δημόσιο.

Οι Έλληνες εισαγγελικοί λειτουργοί, παρά τις συνέπειες των μνημονιακών περικοπών, τον διαρκώς αυξανόμενο φόρτο εργασίας και τις ιδιαίτερα απαιτητικές υπηρεσιακές συνθήκες, θα συνεχίσουν να ασκούν τα καθήκοντά τους με αφοσίωση και υψηλό αίσθημα ευθύνης. Προσδοκούν, παράλληλα, από την Πολιτεία την αποκατάσταση των αποδοχών τους σε επίπεδα αξιοπρεπή και ανάλογα προς τη θεσμική τους αποστολή, ως ουσιώδη εγγύηση της προσωπικής και λειτουργικής τους ανεξαρτησίας.

 

Για το Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος