Το αποδεικτικό περιεχόμενο των ποινικών δικογραφιών που υποβάλλονται στην Βουλή για άρση της βουλευτικής ασυλίας.

Γεώργιος Δ. Σκιαδαρέσης, Αντεισαγγελέας Α.Π επί τιμή.
Αλεξανδρούπολη 30/ 04/ 2026

     Α. Το ζήτημα των αποδεικτικών στοιχείων που πρέπει να περιέχουν οι ποινικές δικογραφίες κατά βουλευτών, οι οποίες υποβάλλονται από τον αρμόδιο εισαγγελέα στην Βουλή για παροχή ή μη άδειας προς άσκηση ποινικής δίωξης κατά τα άρθρα 62 και 61 του Συντάγματος, δεν εξαρτάται μόνο από την επιμέλεια του αρμόδιου εισαγγελέα, αλλά καθορίζεται εμμέσως πλην σαφώς από το σχετικό νομοθετικό δικονομικό πλαίσιο.

     1. Σε κάθε σχεδόν υπόθεση και εν πολλοίς ανεξαρτήτως της ιδιότητας του καταγγελλομένου, εφόσον αφορά κακούργημα ή πλημμέλημα για το οποίο απειλείται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών ή το οποίο υπάγεται στην αρμοδιότητα του Τριμελούς Πλημ/κείου (άρθρ. 112 ν.ΚΠΔ), καθώς επίσης πλημμέλημα αρμοδιότητας μονομελούς εφετείου κατ’ άρθρ. 110 περ. δ΄ ν.ΚΠΔ (που αφορά πρόσωπα ειδικής δωσιδικίας, όπως δικαστές, δικηγόρους, δημάρχους, περιφερειάρχες), ο εισαγγελέας πρωτοδικών μόλις λάβει την μήνυση ή την έγκληση ή την αναφορά ή την αίτηση ή την είδηση, εφόσον αυτή δεν είναι ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης (τέτοια είναι όταν τα καταγγελλόμενα είναι τόσο ακατανόητα ή ακατάληπτα ή αντιφατικά, ώστε να καθίσταται αδύνατη οποιαδήποτε ποινική αξιολόγηση, έστω και με ενέργεια περαιτέρω εξέτασης – ΚΑΡΡΑΣ, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο, 2020, 228), ούτε νομικά αστήρικτη (τέτοια ενσκύπτει όταν τα καταγγελλόμενα έστω και αληθή υποτιθέμενα δεν στοιχειοθετούν κανένα έγκλημα – βλ. Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο, 2017, 104), ούτε προφανώς κατ’ ουσία αβάσιμη (τέτοια είναι όταν τα καταγγελλόμενα δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια σε βαθμό που δεν υπάρχει οποιαδήποτε έστω και αμυδρή υπόνοια ότι τελέστηκε αξιόποινη πράξη – βλ. ΚΑΡΡΑΣ, ό.π. 228), τότε παραγγέλλει υποχρεωτικά διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, εκτός αν προηγήθηκαν μη χρήζουσες συμπλήρωση αυτεπάγγελτη προανάκριση κατά το άρθρ. 245§2 ν.ΚΠΔ ή ένορκη διοικητική εξέταση (Ε.Δ.Ε) ή υπάρχει πόρισμα ή έκθεση ελέγχου των οργάνων ελέγχου της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας (Ε.Α.Δ) ή άλλων ελεγκτικών αρχών για τις ίδιες υπό διερεύνηση πράξεις, διότι οι διαδικασίες αυτές θεωρούνται εκ του νόμου ισοδύναμες με την προκαταρκτική εξέταση. Βεβαίως όταν η καταγγελία είναι ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης ή νομικά αστήρικτη ή προφανώς κατ’ ουσία αβάσιμη, ο εισαγγελέας την αρχειοθετεί ή κατά περίπτωση – επί εγκλήσεως – εκδίδει διάταξη (βλ. άρθρ. 30, 31, 43, 51, 52 ν.ΚΠΔ όπως ισχύουν).

     2. Η ανωτέρω προκαταρκτική εξέταση ενεργείται σύμφωνα με τα άρθρ. 240, 241 και 245§ 1 εδ. δ΄ έως ζ΄ ν.ΚΠΔ, προκειμένου να συλλεγούν τα αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία για να αποφασισθεί αν πρέπει ή όχι να κινηθεί ποινική δίωξη. Έτσι προς τούτο κατά την προκαταρκτική μπορούν να χρησιμοποιηθούν όλα τα αναφερόμενα στο άρθρ. 178 ν.ΚΠΔ αποδεικτικά μέσα (ενδείξεις, αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη, μάρτυρες, έγγραφα, ομολογία υπόπτου) και να διενεργηθούν όλες οι ανακριτικές πράξεις των άρθρων 253 ν.ΚΠΔ (διενέργεια έρευνας), 256 ν.ΚΠΔ (κατ’ οίκον έρευνα και νυχτερινή), 257ν.ΚΠΔ (σωματική έρευνα), 259 ν.ΚΠΔ (μεσεγγύηση), 260 ν.ΚΠΔ (κατάσχεση στις τράπεζες και σε άλλα ιδρύματα), 264 ν.ΚΠΔ (κατάσχεση εγγράφων) και 265 ν.ΚΠΔ (κατάσχεση ψηφιακών δεδομένων), καθώς και όσες προβλέπονται σε ειδικούς νόμους. Κατ’ εξαίρεση, αν ενεργείται προκαταρκτική εξέταση για τις πράξεις των άρθρ. 187 και 187Α του ν.ΠΚ, είναι δυνατόν να διαταχθούν με την αιτιολογία του άρθρ. 254§3 εδ. β΄ ν.ΚΠΔ και οι αναφερόμενες στην §1 του ίδιου άρθρου ειδικές ανακριτικές πράξεις (δηλ. συγκεκαλυμμένη έρευνα, ανακριτική διείσδυση, ελεγχόμενη μεταφορά, άρση απορρήτου επικοινωνιών και καταγραφή δραστηριότητας), μετά από έγγραφη παραγγελία του εισαγγελέα που ενεργεί κατά τα οριζόμενα στο ίδιο άρθρο §3 εδ. γ΄ έως στ΄ (βλ. το άρθρ. 243§1 ν.ΚΠΔ, όπως ισχύει). Σύμφωνα με την Αιτιολ. Έκθ. του ν. 4620/2019, Κεφ. V. αρ. 2, σελ. 67, η επιτροπή προέκρινε τη διεύρυνση του πεδίου υποχρεωτικής εφαρμογής της προκαταρκτικής εξέτασης και στα πλημμελήματα αρμοδιότητας Τριμελούς Πλημμελειοδικείου (άρθρο 43 Σχ. ΚΠΔ), ενώ παράλληλα θέσπισε τόσο τη δυνατότητα διενέργειας όλων των μη στερητικών της προσωπικής ελευθερίας ανακριτικών πράξεων (λ.χ. ερευνών, κατασχέσεων, παρακολουθήσεων, άρσης απορρήτων, δεσμεύσεων) στο πλαίσιο της προκαταρκτικής εξέτασης, όσο και την αναγνώριση της διαδικαστικής θέσης του υποστηρίζοντος την κατηγορία στη διάρκεια της προκαταρκτικής εξέτασης (άρθρ. 107 Σχ. ΚΠΔ), καθώς επίσης την ενδυνάμωση των δικαιωμάτων του υπόπτου σύμφωνα με το άρθρ. 244 ν.ΚΠΔ (όπως το δικαίωμα να αντιπροσωπεύεται ή να συμπαρίσταται με συνήγορο κατ’ άρθρ. 89§1 ν.ΚΠΔ, να ενημερώνεται για την κατηγορία κατ’ άρθρ. 100§1 εδ. α΄ ν.ΚΠΔ, να λάβει αντίγραφα της δικογραφίας κατ’ άρθρ. 100§1 εδ. γ΄ ν.ΚΠΔ, να ζητήσει την διεξαγωγή αποδείξεων προς αντίκρουση της κατηγορίας κατ’ άρθρ. 102 ν.ΚΠΔ κλπ). Ενόψει των προεκτεθέντων εύστοχα ο Ν. ΑΝΔΡΟΥΛΑΚΗΣ (Θεμελιώδεις Έννοιες της Ποινικής Δίκης, 2007, §450, σελ. 288 και §463, σελ. 293) ομιλεί για «συνοπτική» μεν (βλ. άρθρ. 243§2 ν.ΚΠΔ), πλην όμως ολόπλευρη διερεύνηση της υπόθεσης κατά την διενέργεια της προκαταρκτικής εξέτασης. Μετά το πέρας της τελευταίας (όπως και μετά από μη χρήζουσες συμπλήρωση αυτεπάγγελτη προανάκριση ή Ε.Δ.Ε ή έκθεση ελεγκτικής κατά τα άνω αρχής) ο αρμόδιος εισαγγελέας θα κρίνει αν προκύπτουν ή όχι επαρκείς προς δίωξη ενδείξεις και εάν δεν προκύπτουν τέτοιες θα αρχειοθετήσει την υπόθεση ή κατά περίπτωση – επί εγκλήσεως – θα εκδώσει διάταξη (βλ. άρθρ. 43§4, 51§3, 52 ν.ΚΠΔ, όπως ισχύουν), ενώ εάν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις θα ασκήσει την δέουσα ποινική δίωξη (βλ. άρθρ. 43§1 και 51§4 ν.ΚΠΔ, βλ. επίσης ειδικά το άρθρ. 43§2 ν.ΚΠΔ επί διερευνηθέντος πλημμελήματος προσώπου ειδικής κατά το άρθρ. 110 εδ. δ΄ ν.ΚΠΔ δωσιδικίας).

     Το ανωτέρω in abstracto εύρος συλλογής του αποδεικτικού υλικού κατά την προκαταρκτική εξέταση μπορεί να προσδιορισθεί ευκρινέστερα in concreto με οδηγό την θεμελιώδη ή γενική δικονομική αρχή του προσήκοντος βαθμού υπονοιών ή ισχύος των ενδείξεων, που απορρέει από το κατ’ άρθρ. 71 ν.ΚΠΔ τεκμήριο αθωότητας και συναρτάται άμεσα με την συνταγματική κατ’ άρθρ. 25§1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας. Σύμφωνα με αυτήν όσο περισσότερο δυσμενής καθίσταται η θέση του προσώπου (ή όσο βαρύτερο είναι το καταναγκαστικό μέτρο που λαμβάνεται εναντίον του), τόσο περισσότερες υπόνοιες ή ενδείξεις θα πρέπει να έχουν συγκεντρωθεί σε βάρος του στην συγκεκριμένη περίπτωση. Έτσι για την άσκηση από τον εισαγγελέα ποινικής δίωξης εγκλήματος μικρής βαρύτητας αρκεί ένας πολύ μικρός βαθμός ενδείξεων, αφού είναι αρκετό να μην είναι «προφανώς αβάσιμη στην ουσία της» η μήνυση ή η έγκληση κλπ (βλ. άρθρ. 43§§1 εδ. α΄, 3 και 51§2), όμως αν πρόκειται για βαρύτερο έγκλημα (κακούργημα ή πλημμέλημα τιμωρούμενο με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών ή υπαγόμενο στην αρμοδιότητα του Τριμελούς Πλημ/κείου ή του Μονομελούς Εφετείου κατ’ άρθρ. 110 εδ. δ΄ ν.ΚΠΔ), για την δίωξη απαιτούνται «επαρκείς ενδείξεις» διαπιστούμενες ιδίως από προηγηθείσα προκαταρκτική εξέταση (άρθρ. 43§§1, 51§4 ν.ΚΠΔ), ενώ χρειάζονται ακόμα ισχυρότερες ενδείξεις για την παραπομπή στο ακροατήριο μέσω του Προέδρου Εφετών ή με βούλευμα [ «επαρκείς για παραπομπή» κατ’ άρθρ. 309§1 ν.ΚΠΔ, όπως ισχύει, «σοβαρές για παραπομπή» κατ’ άρθρ. 311§1 ν.ΚΠΔ, ή «επαρκείς για παραπομπή» κατ’ άρθρ. 312§1 ν.ΚΠΔ ή «επαρκείς για στήριξη της κατηγορίας» κατ’ άρθρ. 313 και 319§3 ν.ΚΠΔ, τονιζομένου ότι όλοι αυτοί οι όροι είναι ταυτόσημοι μεταξύ τους, αλλά και με τον προϊσχύσαντα πιο εύστοχο «αποχρώσες ενδείξεις ενοχής» ]. Έτσι γίνεται φανερό ότι ο νομοθέτης κλιμακώνει την βαρύτητα των υπονοιών ή ενδείξεων που προκύπτουν από το συγκεντρωθέν (σε κάθε δικονομικό στάδιο) αποδεικτικό υλικό, βάσει της αντίστοιχης βαρύτητας της δικονομικής κατάστασης στην οποία θα περιέλθει ο ύποπτος ή κατηγ/νος, προκειμένου να αποφασισθεί αν θα κινηθεί ποινική δίωξη, αν θα παρεπεμφθεί στο ακροατήριο κλπ (βλ. Ν. ΑΝΔΡΟΥΛΑΚΗΣ, ό.π. §33, σελ. 20-21 – ΚΑΡΡΑΣ, ό.π. 27-28 – ο ίδιος, Ερμ. ΚΠΔ, 2017, 589 – ΠΑΠΑΔΑΜΑΚΗΣ, Ποινική Δικονομία, 2006, 8 – Κ. ΦΡΑΓΚΟΣ, Ερμ. ν.ΚΠΔ, 2020, 1041, §3).

     3. Πριν την αρχική θέσπιση της ανωτέρω υποχρεωτικής προκαταρκτικής εξέτασης με τον ν. 3160/ 2003 (με κάποιες διαφοροποιήσεις βέβαια), η τότε ομότιτλη είχε κατά πολλούς διοικητικό χαρακτήρα και παραγγελλόταν σπανίως, κυρίως επί καταγγελιών κατά κρατικών αξιωματούχων, παραγόντων της δημόσιας ζωής και εν γένει «επωνύμων» (βλ. Ν. ΑΝΔΡΟΥΛΑΚΗΣ, ό.π. §§156, 158, σελ. 117-118, §443, σελ. 284). Σύμφωνα με την Εισηγ. Έκθ. του ν. 3160/ 2003 στόχοι της προκαταρκτικής εξέτασης είναι «η διασφάλιση της προσωπικότητας των πολιτών από προπετείς μηνύσεις και αναφορές», καθώς επίσης η επίτευξη «σοβαρής ελάφρυνσης» του φόρτου δικαστικής εργασίας στην προδικασία και στο ακροατήριο. Η σημασία της συνίσταται στο ότι η διενέργειά της δεν έχει ως μονόπλευρη συνέπεια την άσκηση ποινικής δίωξης, αλλά ο εισαγγελέας μπορεί μετά την περάτωσή της, εφόσον αιτιολογημένα δεν προκύπτουν επαρκείς προς δίωξη ενδείξεις, να αρχειοθετήσει την μήνυση ή την αναφορά ή να απορρίψει την έγκληση κατά τα προεκτεθέντα. Έτσι αποφεύγονται αφενός μεν οι άστοχες ποινικές διώξεις και η ταλαιπωρία των αδίκως περιαγομένων σε θέση κατηγ/νου αθώων πολιτών («επωνύμων» και μη), αφετέρου δε η άσκοπη σχετική ενασχόληση των δικαστικών αρχών που αποδυναμώνει συνάμα την διερεύνηση των σοβαρών εγκλημάτων (βλ. ΚΑΡΡΑΣ, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο, 2020, 236 – Ν. ΑΝΔΡΟΥΛΑΚΗΣ, ό.π. §155, σελ. 117).

     4. Εν τέλει επαρκείς προς δίωξη ενδείξεις μετά από προκαταρκτική εξέταση κατ’ άρθρ. 43§§1,4 και 51§3 ν.ΚΠΔ, όπως ισχύουν, υπάρχουν, όταν από την εισαγγελική εύλογη εκτίμηση του συγκεντρωθέντος αποδεικτικού υλικού πιθανολογείται με βασιμότητα ότι είναι αδικαιολόγητη η αρχειοθέτηση της μήνυσης ή η απόρριψη της έγκλησης, αλλά αντιθέτως δικαιολογείται ή ακόμη επιβάλλεται η κίνηση της ποινικής διαδικασίας, δηλαδή η πρόσδοση στον ύποπτο της ιδιότητας του κατηγ/νου και ο δικαστικός έλεγχος της κατηγορίας, ώστε να βεβαιωθεί αν έχει τελεσθεί αξιόποινη πράξη (βλ. Ν. ΑΝΔΡΟΥΛΑΚΗΣ, ό.π. §446, σελ. 285-286 – ΚΑΡΡΑΣ, ό.π. 239). Καθίσταται δηλαδή σαφές ότι επαρκείς προς δίωξη ενδείξεις δεν είναι οι ισχνές-ασθενείς, που δεν παρέχουν βάσιμες προσδοκίες ενισχύσεώς τους με άσκηση ποινικής δίωξης και κίνηση της περαιτέρω ποινικής διαδικασίας (ΚΑΡΡΑΣ, Ερμ. ΚΠΔ, 2017, 139) . Περαιτέρω στις λοιπές περιπτώσεις οι επαρκείς προς δίωξη μετά από προκαταρκτική ενδείξεις είναι κάτι λιγότερο από τις ισχυρότερες ανωτέρω αποχρώσες, σοβαρές ή επαρκείς ενδείξεις ενοχής, που απαιτούνται για παραπομπή της υπόθεσης στο ακροατήριο, αφού οι πρώτες ενσκύπτουν σε προγενέστερο διαδικαστικό στάδιο ελέγχου του αποδεικτικού υλικού, πλην όμως επί πλημμελημάτων στην περίπτωση κατά την οποία μετά από προκαταρκτική εξέταση η υπόθεση παραπέμπεται απ’ ευθείας στο ακροατήριο, τότε είναι φανερό ότι η έννοια των επαρκών προς δίωξη ενδείξεων ταυτίζεται με αυτήν των αποχρωσών ενδείξεων ενοχής (βλ. Μ. ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΥ, σε Λάμπρο ΜΑΡΓΑΡΙΤΗ, Ερμ. ν.ΚΠΔ, τ.1, 2020, σελ. 166, §20), οι δε τελευταίες θεωρείται ότι υπάρχουν όταν πιθανολογούν την ενοχή του κατηγ/νου ή όταν από το συγκομισθέν αποδεικτικό υλικό προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο θα πρέπει να επιληφθεί και να υποβάλει στην δοκιμασία της ακροαματικής διαδικασίας τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζονται οι ενδείξεις, ενώ αντιθέτως δεν συντρέχουν, όταν καθεαυτές κρινόμενες δεν πιθανολογούν σοβαρά την ενοχή του κατηγ/νου και κλονίζονται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία που είναι επαρκή για να οδηγήσουν το δικαστήριο σε απαλλακτική απόφαση (Ολομ. Α.Π σε Συμβούλιο 9/ 2001, Π.Χρ. ΝΑ 788 – βλ. και Ν. ΑΝΔΡΟΥΛΑΚΗΣ, ό.π. §137, σελ. 102-103, κατά τον οποίο αποχρώσες είναι οι αξιόλογες ενδείξεις που είναι ικανές να εξελιχθούν σε δικανική πεποίθηση περί της ενοχής του κατηγ/νου).

     5. Από τα προεκτεθέντα ευχερώς συνάγεται ότι το ζήτημα του αποδεικτικού υλικού που πρέπει να περιέχει κάθε δικογραφία, προκειμένου ο αρμόδιος εισαγγελέας να κρίνει αν θα ασκήσει ή όχι ποινική δίωξη, έχει να κάνει με τις ανωτέρω θεσπισμένες δικονομικές προβλέψεις συλλογής αυτού πριν την άσκηση της ποινικής δίωξης, με τον απαιτούμενο βαθμό υπονοιών σε βάρος του ύποπτου για ν’ ασκηθεί σε βάρος του η ποινική δίωξη και με την έννοια των επαρκών προς δίωξη ενδείξεων.

     Β. Τα προεκτεθέντα ισχύουν επίσης σε μεγάλο βαθμό, με εξαιρέσεις όμως, όσον αφορά ειδικότερα τις ποινικές δικογραφίες κατά βουλευτών που υποβάλλονται στην Βουλή για άρση της ασυλίας τους. Η περίπτωση αυτή είναι μία από τις περιπτώσεις, στις οποίες ο αρμόδιος εισαγγελέας δεν μπορεί να κινήσει ποινική δίωξη (in personam) εναντίον ορισμένων ειδικά οριζόμενων προσώπων, αν προηγουμένως δεν του χορηγήσει άδεια δίωξης η αρμόδια προς τούτο αρχή.

     1. Ειδικότερα, από τις περί βουλευτικού ακαταδίωκτου διατάξεις του άρθρ. 62 του Συντάγματος (όπως αναθεωρ. με §Α του από 25-11-19 Ψηφίσματος της Θ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων [ (εφεξής : Αναθ. Β.τ.Ε), ΦΕΚ Α΄ 187/ 28-11-19 ], του άρθρ. 83 του Κανον. της Βουλής/ Μέρος Κοινοβουλευτικό (όπως τροπ. με τις αποφάσεις της Ολομ. της Βουλής της 6-12-01/ ΦΕΚ Α΄ 284/ 18-12-01, της 18-6-03/ ΦΕΚ Α΄ 161/ 26-6-03, της 16-7-10/ ΦΕΚ Α΄ 139/ 10-8-10 και της 22-6-17/ ΦΕΚ Α΄ 92/ 26-6-17) και του άρθρ. 56 νέου ΚΠΔ, κατά την διάρκεια της βουλευτικής περιόδου ο εν ενεργεία βουλευτής που καταγγέλλεται για κακούργημα μη αυτόφωρο ή για πλημμέλημα, έστω και αυτόφωρο, δεν διώκεται, ούτε συλλαμβάνεται, ούτε φυλακίζεται, ούτε με άλλο τρόπο περιορίζεται χωρίς προηγούμενη άδεια της Βουλής, η οποία την χορηγεί υποχρεωτικά μόνο για αδικήματα που δεν συνδέονται με την άσκηση των καθηκόντων του ή την πολιτική του δραστηριότητα, ενώ εξ αντιδιαστολής αποφασίζει θετικά ή αρνητικά κατά την κυριαρχική της κρίση για αδικήματα συνδεόμενα με την πολιτική του δραστηριότητα ή την άσκηση των καθηκόντων του. Ειδικά όμως η γνώμη ή ψήφος στα πλαίσια των τελευταίων είναι ακαταδίωκτη κατά την περί βουλευτικού ανεύθυνου διάταξη του άρθρου 61§1 του Συντάγματος, τούτου ισχύοντος στο διηνεκές και μετά δηλ. την λήξη της βουλευτικής θητείας (βλ. Β. ΧΡΗΣΤΟΥ, σε ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΣ/ ΚΟΝΤΙΑΔΗΣ/ ΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ, «Σύνταγμα – Ερμ. κατ’ άρθρο», 2024, 873) και συνιστώντος ειδικό λόγο άρσης του αδίκου (Λάμπρ. ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ, Ποιν. Δικ. 2012, 745 επ. ιδίως 751), ο οποίος καθιστά την σχετική καταγγελία νομικά αστήρικτη (βλ. για την έκταση της έννοιας Μιχ. ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ, Ερμ. ν.ΚΠΚ, 2020, 160, §13), οπότε και παρέλκει να ζητηθεί από την Βουλή η άρση της ασυλίας (βλ. τις υπ’ αριθμ. 4077α΄/23-6-2020 και 4077/22-6-2020 παραγγελίες αντίστοιχα του Εισαγγελέα του Α.Π. Βασίλειου ΠΛΙΩΤΑ και του Αντεισαγγελέα Α.Π. Δημήτριου ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ), βεβαίως με την εξαίρεση της συκοφαντικής δυσφήμησης, η οποία επίσης μόνο ύστερα από άδεια της Βουλής διώκεται κατά την §2 του ίδιου άρθρου.

     Σκοπός των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων είναι η προστασία της λειτουργίας και της ανεξαρτησίας της Βουλής και της άσκησης των βουλευτικών καθηκόντων των βουλευτών, καθώς επίσης ειδικότερα της ελευθερίας λόγου και ψήφου, όπως και της προσωπικής τους ελευθερίας, από προσχηματικές καταγγελίες με πολιτικά κίνητρα από την εκτελεστική εξουσία, από τους πολιτικούς τους αντιπάλους, αλλά και από κακόβουλους τρίτους (ΚΑΡΑΒΟΚΥΡΗΣ, σε ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ/ ΚΟΝΤΙΑΔΗΣ/ ΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ/ ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ, «Σύνταγμα-Κατ’ άρθρο Ερμ.», 2017, 1082, §2 – Β. ΧΡΗΣΤΟΥ, ό.π. 873, 882).

     2. Στις ανωτέρω περιπτώσεις, ακόμα και πριν χορηγηθεί η άδεια της Βουλής για κίνηση ποινικής δίωξης in personam, μπορεί να διενεργηθεί ανάκριση για την βεβαίωση του εγκλήματος και πολύ περισσότερο προκαταρκτική εξέταση ή προανάκριση, αλλά δεν επιτρέπεται να διενεργηθούν ανακριτικές πράξεις που θίγουν το πρόσωπο του βουλευτή λ.χ. άσκηση δίωξης in personam (επιτρεπομένης σαφώς της in rem δίωξης), κλήση προς απολογία κατηγ/νου ή ανωμοτί εξέταση ως υπόπτου, έκδοση εντάλματος σύλληψης ή προσωρινής κράτησης ή επιβολής περιοριστικών όρων, παραπομπή ή κλήση στο ακροατήριο ως κατηγ/νου, βίαιη προσαγωγή ως μάρτυρα ή κατηγ/νου ή επιβολή ποινών λιπομαρτυρίας, σωματική έρευνα ή διενέργεια πραγματογνωμοσύνης ή ιατροδικαστικής εξέτασης στο σώμα του βουλευτή, ενώ ύστερα από την ανωτέρω – επιτρεπόμενη με περιορισμούς – έρευνα της υπόθεσης σαφώς επιτρέπεται η απόρριψη της έγκλησης ή η αρχειοθέτηση της μήνυσης (βλ. άρθρ. 56§1 ν.ΚΠΔ, Εγκύκλιο Εισαγγ. Α.Π Ιωάν. ΤΕΝΤΕ 4/ 2012, www.eisap.gr – Μιχ. ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ, ό.π. 175 επ. §§11, 18, 19, 21 – Γ. ΜΠΟΥΡΜΑΣ σε Λάμπρ. ΜΑΡΓΑΡΙΤΗ, ό.π. 291 επ. §§ 9, 10).

     3. Ο αρμόδιος εισαγγελέας μελετώντας δικογραφία (για μη πολιτικό έγκλημα – βλ. άρ. 62 εδ. β΄ Συντάγματος) κατά εν ενεργεία βουλευτή, αφού εκτιμήσει το κατά τα ανωτέρω συλλεγέν αποδεικτικό υλικό και κρίνει ότι δεν πρέπει να αρχειοθετήσει την καταγγελία ή να απορρίψει την έγκληση, αλλά αντιθέτως πρέπει να ασκήσει εναντίον του ποινική δίωξη in personam, πριν το πράξει, οφείλει να ζητήσει από την Βουλή «την χορήγηση άδειας άσκησης ποινικής δίωξης». Στην σχετική αίτηση επισυνάπτει επικυρωμένα φωτ/φα όλου του αποδεικτικού υλικού της δικογραφίας (αυτονοήτως πλην επουσιωδών εγγράφων) και την υποβάλλει στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Ο τελευταίος, ύστερα από έλεγχο και διαπίστωση πως η υπόθεση δεν είναι ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης ή νομικά αστήρικτη, ούτε ουσιαστικά αβάσιμη, διαβιβάζει την αίτηση μέσω του Υπουργού Δικαιοσύνης στον Πρόεδρο της Βουλής για τα περαιτέρω σύμφωνα με τα λεπτομερώς οριζόμενα στο προαναφερθέν άρθρο 83 του Κανονισμού της Βουλής. Σημειώνεται ότι κατά την ενώπιον της Βουλής σχετική διαδικασία σύμφωνα με το άρθρ. 83§4 του Κανον. της Βουλής αρχικά η αρμόδια Επιτροπή Κοινοβουλευτικής Δεοντολογίας και ύστερα η Ολομέλεια της Βουλής, η οποία δεν δεσμεύεται από την αιτιολογημένη έκθεση της άνω Επιτροπής, δεν εξετάζουν την νομική και ουσιαστική βασιμότητα της κατηγορίας (δηλ. αν όντως έχει τελεσθεί η πράξη, αν είναι αξιόποινη, αν έχει παραγραφεί, αν ο βουλευτής είναι υπαίτιος κλπ – Π. ΠΑΡΑΡΑΣ, «Σύνταγμα-Corpus», τ. II, 1985, 171), αλλά κρίνουν εάν το φερόμενο ενώπιόν τους αδίκημα αφορά ή όχι την άσκηση των βουλευτικών καθηκόντων του βουλευτή ή την πολιτική του δραστηριότητα και ειδικότερα σύμφωνα με το άρθρ. 83§3 του άνω Κανον. εξετάζουν, εάν το αδίκημα συνδέεται ή όχι με την πολιτική ή κοινοβουλευτική δραστηριότητα του βουλευτή ή η δίωξη, η μήνυση ή ή έγκληση υποκρύπτει ή όχι πολιτική σκοπιμότητα. Προφανώς η σχετική κρίση στηρίζεται στο αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας, αλλά η Επιτροπή Κοινοβουλευτικής Δεοντολογίας μπορεί κατά την §5 του ίδιου άρθρου 83 του Κανον. να ζητήσει από την Κυβέρνηση την παράδοση επί πλέον εγγράφων που θεωρεί αναγκαία για να αποφασίσει (βλ. ΚΑΡΑΒΟΚΥΡΗΣ, ό.π. 1088-1089 – Κ. ΜΑΥΡΙΑΣ, Συνταγματικό Δίκαιο, 2021, 571).

     4. Είναι σαφές ότι ο αρμόδιος εισαγγελέας καταφεύγει στην αίτηση άρσης ασυλίας βουλευτή, όταν βάσει του αποδεικτικού υλικού που συγκέντρωσε, έχει αποφασίσει ότι υπάρχουν επαρκείς προς δίωξη ενδείξεις και επίσης είναι σαφές ότι η Βουλή έχει αρμοδιότητα όχι να ασκήσει η ίδια ποινική δίωξη, αλλά να χορηγήσει ή μη την άδεια βάσει των ανωτέρω κριτηρίων των άρθρων 62, 61 του Συντάγματος και 83§3 του Κανον. της Βουλής, ώστε ο αιτών εισαγγελέας να ασκήσει ή μη εκείνος την δίωξη, εφόσον δε του χορηγηθεί η άδεια, είναι υποχρεωμένος να το πράξει. Έτσι ο εισαγγελέας που υποβάλλει δικογραφία για άρση ασυλίας βουλευτή, ναι μεν δεν απαιτείται να έχει προηγουμένως προβεί σε εξαντλητική συλλογή του υπάρχοντος αποδεικτικού υλικού, πλην όμως ουδόλως αρκεί κατά τα προεκτεθέντα ελλιπές, ισχνό, αποδυναμωμένο, αντιφατικό ή μονομερώς επιβαρυντικό αποδεικτικό υλικό, χωρίς δηλαδή «ολόπλευρη» εξέταση κατά το δυνατόν των ουσιαστικών παραμέτρων και παραγόντων της υπόθεσης, έτσι ώστε να απομένει εντελώς άδηλο και θολό κάθε ενδεχόμενο για την περαιτέρω δικονομική πορεία αυτής, κατά τρόπο δηλαδή που σαφώς δεν υλοποιεί τις προαναφερθείσες θεσπισμένες δικονομικές υποδείξεις και επιταγές. Αντίθετα ο αρμόδιος εισαγγελέας θα πρέπει να έχει συγκεντρώσει το αναγκαίο, ουσιώδες, κρίσιμο, σε ικανό βαθμό διασταυρωμένο, αποδεικτικό υλικό, που θα παρέχει την προσδοκία κατά βάσιμη πιθανολόγηση, ότι μετά την ζητούμενη άδεια κίνησης της ποινικής δίωξης, οι επαρκείς γι’ αυτήν ενδείξεις, αν δεν συνιστούν ήδη, θα εξελιχθούν σε αποχρώσες ή σοβαρές ή επαρκείς ενδείξεις παραπομπής στο ακροατήριο και ότι ακόμη θα μπορέσουν στα επόμενα δικονομικά στάδια να καταστούν ικανές να ενισχυθούν περαιτέρω δημιουργώντας δικανική πεποίθηση ενοχής.

     Υποβολή κατά την διαδικασία άρσης βουλευτικής ασυλίας ελλιπούς κατά τα ανωτέρω αποδεικτικού υλικού δεν δικαιολογεί ούτε ο κίνδυνος παραγραφής της υπόθεσης (για αναστολή αυτής βλ. Μιχ. ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ, ό.π. 178, §23), διότι το αρχικά για τον λόγο αυτόν μη συλλεγέν αναγκαίο αποδεικτικό υλικό, θα πρέπει να συγκεντρωθεί στο αμέσως επόμενο δικονομικό στάδιο (λ.χ. της κυρίας ανάκρισης ή προανάκρισης), οπότε ο απαραίτητος προς τούτο χρόνος θα αναλωθεί ούτως ή άλλως και συνάμα θα χαθεί πολύτιμος χρόνος συλλογής κρίσιμου αποδεικτικού υλικού ενόψει του διαρκούς κινδύνου αλλοίωσης ή ακόμη εξαφάνισης αυτού. Εξάλλου εάν χορηγηθεί η άδεια από την Βουλή και παραπεμφθεί εν τέλει η υπόθεση στο ακροατήριο με ελλιπές αποδεικτικό υλικό, για να προλάβει να διακοπεί η παραγραφή, τότε η κατάληξη της υπόθεσης είναι προδιαγεγραμμένη και δεν μπορεί να είναι άλλη από την απαλλαγή, αφήνοντας έτσι στην διαδρομή της μόνο αρνητικό θόρυβο και πνιγηρό κονιορτό στα δημόσια πράγματα.

     Γ. Πρόδηλον είναι ότι η ανωτέρω διαδικασία είναι εντελώς διακριτή, δεν πρέπει να συγχέεται και ουδόλως ισχύει όσον αφορά την ποινική ευθύνη των υπουργών, που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 86 του Συντάγματος [ όπως μεταφέρθηκε στην δημοτική γλώσσα με το Β΄ Ψήφισμα της 6-11-1986 της ΣΤ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων και όπως αναθεωρήθ. με το Ψήφισμα της 6-4-01 της Ζ΄ Αναθ. Β.τ.Ε και το Ψήφισμα της 25-11-19 της Θ΄ Αναθ. Β.τ.Ε, ΦΕΚ Α΄ 187/ 28-11-19 ], καθώς επίσης των άρθρων 1 επόμ. ν. 3126/ 2003 και 153 επ. του ΚΑΝΟΝ. της Βουλής των Ελλήνων (ΦΕΚ Α΄ 106/ 1987), όπως τροποπ. και ισχύουν, σε συνδ. με την Εγκύκλιο του Εισαγγ. Α.Π. Δημ. ΛΙΝΟΥ 4/ 2003. Κατά τις διατάξεις αυτές δίωξη, ανάκριση, προανάκριση, προκαταρκτική ή διοικητική εξέταση σε βάρος των μελών της Κυβέρνησης ή υφυπουργού για ποινικά αδικήματα που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους δεν επιτρέπεται χωρίς προηγούμενη απόφαση της Βουλής. Συνεπώς η σχετική καταγγελία (έγκληση, μήνυση ή αναφορά, αίτηση ή είδηση) υποβάλλεται χωρίς οποιαδήποτε προηγούμενη έρευνα από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών προς έλεγχο στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος την υποβάλλει μέσω του Υπουργού Δικαιοσύνης στον Πρόεδρο της Βουλής (κατ’ ανάλογη εφαρμογή του προαναφερθέντος άρθου 83 του ΚΑΝΟΝ. της Βουλής σε συνδ. με την υπ’ άριθμ. 4/ 2003 Εγκύκλιο του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δ. ΛΙΝΟΥ), ενώ εάν στα πλαίσια άλλης ανάκρισης, προανάκρισης, πρoκαταρκτικής ή διοικητικής εξέτασης «προκύψουν στοιχεία» που σχετίζονται με τα ίδια άνω πρόσωπα για τα ίδια ανωτέρω αδικήματα, τότε αυτός που την διενεργεί διαβιβάζει τα στοιχεία «αμελλητί», δηλ. χωρίς υπαίτια βραδύτητα και χωρίς καμία αξιολόγηση (άρθρ. 4§4 ν. 3216/03) στον αρμόδιο εισαγγελέα πρωτοδικών για να ακολουθήσει άμεσα η ανωτέρω διαδικασία υποβολής τους στην Βουλή.