Στα πλαίσια του διαλόγου που έχει αρχίσει μεταξύ του Υπουργείου

Δικαιοσύνης και των Αρμοδίων Φορέων ( Ηγεσίες Ανωτάτων Δικαστηρίων, Δικαστικές Ενώσεις κλπ) για την επιτάχυνση της δικαιοσύνης και της δέσμευσής μας να έχουμε καταθέσει τις απόψεις μας μέχρι την 10 Οκτ 2011 , το ΔΣ της ΕΕΕ συνήλθε σε συνεδρίαση την 6-10-2011 και διατύπωσε σκέψεις και προτάσεις , τις οποίες και σας θέτουμε υπόψη.

       Σημειώνουμε, ότι οι προτάσεις αυτές αφορούν τέσσερις ενότητες: Α) Οργανισμός Δικαστηρίων. Β) Οργάνωση Εισαγγελιών Πρωτοδικών. Γ) Κ.Π.Δ. και Δ) Ουσιαστικό Δίκαιο. Κρίναμε απαραίτητο να παραθέσουμε και τις απόψεις της μειοψηφίας , όπως και μεμονωμένες απόψεις που δεν οδήγησαν σε οριστική απόφαση ενόψει των σχεδίων ΠΚ και ΚΠΔ , επί των οποίων και θα τοποθετηθούμε λαμβάνοντας υπόψη την φιλοσοφία αυτών. Η σκέψη μας αυτή υπαγορεύεται τόσο από τους κανόνες του δημοκρατικού διαλόγου, όσο και από το ότι οι απόψεις της μειοψηφίας ή οι μεμονωμένες απόψεις ενδεχομένως να έχουν μεγαλύτερη αξία για τον νομοθέτη.

       Οι απόψεις-προτάσεις που σας παραθέτουμε εντάσσονται στη λογική της επιτάχυνσης της ποινικής διαδικασίας με νομοθετικές πρωτοβουλίες , οι οποίες μπορούν να υιοθετηθούν προ της οριστικής διαμόρφωσης των δύο Κωδίκων

  1. Οργανισμός Δικαστηρίων

1)      Λειτουργία αμιγώς Ποινικών Τμημάτων

       Οι ποινικές υποθέσεις εκδικάζονται από δικαστές , οι οποίοι εκτός των άλλων έχουν ως κύρια ενασχόληση την εκδίκαση πολιτικών υποθέσεων με αποτέλεσμα να μην έχουν διαθέτουν τον απαραίτητο χρόνο για την επεξεργασία και εκδίκαση ποινικών υποθέσεων.

       Πρόταση : ΄Αμεση λειτουργία ποινικών τμημάτων στα μεγάλα δικαστήρια της Χώρας( Αθήνα , Πειραιά , Θεσσαλονίκη), τα οποία θα απαρτίζονται από δικαστές με αποκλειστική ενασχόληση με την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης.

                           2) Διοικητικές αρμοδιότητες Εισαγγελέα

       Στα άρθρο 25 παρ.1 περ. θ, 4 περ β του Ν 1756/1988 προβλέπονται διοικητικές αρμοδιότητες του εισαγγελέα πρωτοδικών( επιθεώρηση συμβολαιογράφων , υποθηκοφυλάκων, νηολογίων κλπ, παραγγελία στις υπηρεσίες του δημοσίου για χορήγηση εγγράφων), οι οποίες απηχούν αντιλήψεις παλαιοτέρων εποχών , κατά τις οποίες ο εισαγγελέας ήταν ο εκτελεστικός βραχίονας της διοίκησης. Οι ανωτέρω αρμοδιότητες εκτός του ότι δεν αρμόζουν με τη φύση του εισαγγελικού λειτουργού ( είναι δικαστικός λειτουργός ), επιφορτίζουν αυτόν με καθήκοντα ξένα προς την ιδιότητά του, ενώ επιβαρύνεται με εργασία που τον εμποδίζει από την άσκηση των κατ εξοχήν καθηκόντων του.

       Προτείνουμε: Να καταργηθούν οι ανωτέρω παράγραφοι.

       Σημ. Κατά την άποψη δύο μελών του συμβουλίου η ευχέρεια του εισαγγελέα πρωτοδικών για παραγγελία στις υπηρεσίες του Δημοσίου ως προς τη χορήγηση εγγράφων πρέπει να διατηρηθεί.

  1. Οργάνωση Εισαγγελιών Πρωτοδικών

         1) Η διενέργεια προκαταρκτικών και προανακριτικών εξετάσεων επί σοβαρών υποθέσεων ιδιαιτέρως αυτών που αφορούν σοβαρά οικονομικά εγκλήματα, διακίνηση ανθρώπων κλπ, βραδυπορούν, εξ αιτίας του γεγονότος ότι αυτές ανατίθενται σε προανακριτικούς υπαλλήλους , οι οποίοι ναι μεν ως προς το προανακριτικό έργο εκτελούν τις εντολές του εισαγγελέα, αλλά δεν υπάρχει λειτουργική σχέση μεταξύ τους.

         Πρόταση:   Υλοποίηση οργανωμένων προανακριτικών τμημάτων στις μεγάλες εισαγγελίες πρωτοδικών , επανδρωμένες με αποσπασμένο εξειδικευμένο προσωπικό για τη διερεύνηση των σύγχρονων και δύσκολων μορφών εγκληματικότητας , έτσι ώστε και ταχεία διεκπεραίωση αυτών να υπάρξει και εξάλειψη των όποιων και εν πολλοίς άδικων καχυποψιών που βαραίνουν τους λειτουργούς της από την αντικειμενική αδυναμία τους να διεκπεραιώσουν γρήγορα αυτές. ΄Ηδη σχετική πρόταση έχουμε υποβάλει στον προκάτοχό σας με το υπ’ αριθμ. έγγραφό μας.

         2) Πληροφορική

         Είναι αξιοσημείωτο ότι παρά το ότι μέχρι σήμερα έχουν δαπανηθεί σημαντικά ποσά για αγορά τεχνολογικού εξοπλισμού νέων τεχνολογιών καθώς και για την εκπαίδευση προσωπικού σ’ αυτές, η χώρα βρίσκεται, σύμφωνα με την 4η έρευνα της Επιτροπής για την Αποτελεσματικότητα της δικαιοσύνης του Συμβουλίου της Ευρώπης, στις τελευταίες θέσεις στον τομέα της αξιοποίησης των νέων τεχνολογιών και στον τομέα της ανάπτυξης της ηλεκτρονικής δικαιοσύνης.

         Πρόταση : Α) Να καθιερωθεί το ηλεκτρονικό δικόγραφο σε όλα τα στάδια της δικαστικής διαδικασίας, από το εισαγωγικό έγγραφο (μήνυση, αγωγή, προσφυγή), μέχρι την έκδοση απόφασης σε όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας. Για τον σκοπό αυτό θα πρέπει να καθιερωθεί εντός συγκεκριμένου χρονικού περιθωρίου (π.χ. ένα έτος) η υποχρεωτικότητα τόσο του ηλεκτρονικού δικογράφου όσο και της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας μεταξύ των δικαστικών υπηρεσιών, όσο και με τις υπαγόμενες υπηρεσίες, με σταδιακό περιορισμό των υλικών εγγράφων υποχρεωτικά.

         Β) Επίσης είναι αναγκαίο να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 142Α ΚΠΔ για σύστημα τήρησης πρακτικών με φωνοληψία έτσι ώστε τόσο τα πρακτικά της συζήτησης , όσο και η απόφαση να καθαρογράφονται άμεσα και να είναι δυνατή η ταχεία η πορεία προς το αμετάκλητο αυτής.

        Σημ. Στην τελευταία πρόταση επιφυλάξεις διατύπωσαν δύο μέλη του συμβουλίου.

                               ΙΙΙ. Κώδικας Ποινικής Δικονομίας

 

         Ο Kώδικας Ποινικής Δικονομίας που θεσπίσθηκε το 1950 και απηχεί τις ανάγκες της κοινωνίας αυτής έχει εν πολλοίς ξεπερασθεί, ενώ οι κατά καιρούς τροποποιήσεις του , παρά το ότι υπήρξαν και αρκετές στις σωστή κατεύθυνση, έδωσαν έναν εμβαλωματικό χαρακτήρα σε αυτόν χωρίς ενιαία φιλοσοφία.

        Προτείνουμε: Την ολοκληρωτική αναμόρφωση αυτού με επίκεντρο στην επιτάχυνση της. Επίσης προτείνουμε , όπως η ανωτέρω επιτροπή κατά τη διάρκεια των εργασιών της και πριν την ολοκλήρωση κάθε κεφαλαίου να γνωστοποιεί ή να καλεί σε ακρόαση τους αρμόδιους θεσμικούς φορείς προκειμένου να λαμβάνουν γνώση των εργασιών και να κάνουν τις προτάσεις τους. Το τελευταίο το θεωρούμε αναγκαίο προκειμένου να αποφευχθεί ο αιφνιδιασμός του νομικού κόσμου, που θα προκαλέσει τελικά καθυστερήσεις και ενδεχομένως τριβές , οι οποίες δεν θα συμβάλλουν στην ολοκλήρωση του νομοθετικού έργου.

Μέτρα τα οποία μπορούν να θεσπισθούν άμεσα είναι τα ακόλουθα:

         1) ΄Αρθρα 581-585 « ΄Εξοδα Ποινικής Διαδικασίας».

         Προτείνουμε : την αύξηση των εξόδων σε βάρος του κατηγορουμένου που καταδικάζεται( 582 ΚΠΔ). Επίσης την αύξηση εξόδων σε περίπτωση απόρριψης ενδίκων μέσων, ενστάσεων αιτήσεων (583 ΚΠΔ). Στην παρ 1 του άρθρου αυτού να προστεθεί εδ. β με το οποίο να προβλέπονται αυξημένα έξοδα σε σχέση με το εδ. α όταν τα ανωτέρω ένδικα μέσα είναι απαράδεκτα ή ασκούνται καταχρηστικά.   Η πρότασή μας αυτή αφ’ ενός μεν δεν   καθιστά δυσχερή ή αδύνατη την άσκηση του δικαιώματος ακροάσεως, αφ’ ετέρου δε αποτελεί τροχοπέδη για τους δικομανείς διαδίκους και έτσι αποφεύγονται άσκοπες διαδικαστικές πράξεις.

       2) Στο άρθρο 61 ΚΠΔ να προστεθεί παράγραφος 2 ως εξής : ΄Οταν στο πολιτικό δικαστήριο εκκρεμεί δίκη για ζήτημα που ανήκει στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, που έχει όμως σχέση με την ποινική δίκη που αφορά τις περιπτώσεις των άρθρων 386, 386Α, 388, 389, 390 και 397 ΠΚ και εφόσον τα εγκλήματα αυτά δεν στρέφονται κατά του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 363Α του ΠΚ, το ποινικό δικαστήριο αναβάλει την ποινική δίκη έως το τέλος της πολιτικής. Με την τροποποίηση αυτή πιστεύουμε , ότι θα περιορισθούν 1ον)   το φαινόμενο της διεξαγωγής παράλληλων δικών για το αυτό αντικείμενο, 2ον) η επιδίωξη αστικών αξιώσεων μέσω της ποινικής δίκης. Η διάταξη αυτή βεβαίως προϋποθέτει την προσθήκη   στο άρθρο 113 παρ εδ. τελευταίο ΠΚ , ότι ο χρονικός περιορισμός δεν ισχύει και για τις περιπτώσεις της προτεινομένης ρύθμισης στην παρ 2 του άρθρου 61 ΚΠΔ.

Σημ. Στην πρόταση αυτή ήσαν αντίθετα δύο μέλη του συμβουλίου.

       3) Προδικασία:

  1. A) Καθυστερήσεις στην περάτωση της κύριας ανάκρισης συνεπάγεται η πρόβλεψη διαδικασίας έκδοσης Διάταξης από τον ανακριτή, αφού υποβληθεί έγγραφη -αιτιολογημένη- πρόταση του Εισαγγελέα σε κάθε αίτηση που ο κατηγορούμενος υποβάλει, ζητώντας την άρση ή την αντικατάσταση της προσωρινής του κράτησης με περιοριστικούς όρους ή αυτών με άλλους όρους (άρθρο 286 § 2 ΚΠΔ). Το αυτό ισχύει και στην περίπτωση που αυτεπαγγέλτως τούτο ενεργεί ο ανακριτής (286 § 1 ΚΠΔ), όσο και σε εκείνη κατά την οποία αντικαθίστανται με προσωρινή κράτηση οι περιοριστικοί όροι με πρωτοβουλία του ανακριτή, διότι ο κατηγορούμενος δεν τους τήρησε ή οι περιοριστικοί όροι με άλλους (286 § 3 ΚΠΔ). Εάν στις περιπτώσεις αυτές ο ανακριτής εξέδιδε τη Διάταξη με σύμφωνη μόνο γνώμη του Εισαγγελέα, θα είχε εξοικονομηθεί χρήσιμος χρόνος, που θα αφιερωνόταν στη διενέργεια της κύριας ανάκρισης, ενόψει μάλιστα ότι ουδείς περιορισμός τίθεται στον κατηγορούμενο, ο οποίος δύναται να επανέλθει με νέα όμοιου περιεχομένου αίτηση, αμέσως μετά την απόρριψη της προηγούμενης. Επιπλέον, σε περίπτωση αντικατάστασης των πιο πάνω άρθρων όπως προαναφέρθηκε, οι απαιτήσεις του άρθρου 6 ΕΣΔΑ -πέραν του ότι η Σύμβαση ούτως ή άλλως δεν επιβάλλει την τήρησή του άρθρου αυτού κατά την προδικασία- ικανοποιούνται αποτελεσματικά από την πρόβλεψη δικαιώματος προσφυγής εκ μέρους του κατηγορουμένου σε όλες τις πιο πάνω περιπτώσεις και, μάλιστα, κρινόμενες από πολυπρόσωπο δικαστικό όργανο (δικαστικό συμβούλιο).

        Β) Στο συμβούλιο συζητήθηεκ και η δυνατότητα απόρριψης της έγκλησης, κατ’ άρθρο 47 ΚΠΔ, όταν αυτή δεν στηρίζεται στο νόμο ή είναι ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης με απλή πράξη του εισαγγελέα και όχι με έκδοση διάταξης.

        4) Ενδιάμεση διαδικασία :

       Από τρία μέλη του συμβουλίου προτάθηκε η πλήρης κατάργηση της ενδιάμεσης διαδικασίας στα κακουργήματα, έτσι ώστε η περάτωση της κυρίας ανάκρισης σε περιπτώσεις παραπομπής του κατηγορούμενου στο ακροατήριο να μην γίνεται με βούλευμα, όπως προβλέπει σήμερα η διάταξη του άρθρου 308 ΚΠΔ, αλλά να γίνεται από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημ/κών ή Εφετών με απευθείας κλήση στο ακροατήριο, με την σύμφωνη γνώμη του αντιστοίχου Προέδρου Πλημ/κών ή Εφετών, δηλ. με την ισχύουσα και σήμερα, διαδικασία του άρθρου 308Α ΚΠΔ, με πιθανή διατήρηση της διαδικασίας της παραπομπής δια βουλεύματος, μόνο για τα κακουργήματα του Ν.1608/50. Τα λοιπά μέλη του Συμβουλίου επιφυλάχθηκαν ως προς την πρόταση αυτή, με δεδομένο την αναμενόμενη συνολική αναμόρφωση του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

     Προτάσεις : Α) ¶ρθρο 286 ΚΠΔ – ¶ρση ή αντικατάσταση της προσωρινής κράτησης και των περιοριστικών όρων. § 1 : Για την άρση της προσωρινής κράτησης ή των περιοριστικών όρων να απαιτείται σύμφωνη γνώμη του Εισαγγελέα και όχι έγγραφη πρότασή του, όπως υπό το παρόν πλαίσιο. Κατά τα λοιπά διατηρείται το δικαίωμα προσφυγής του κατηγορουμένου κατά της απόφασης του ανακριτή στο Συμβούλιο Εφετών (286 § 1 εδ β’ ΚΠΔ).   § 2 : Για την άρση ή την αντικατάσταση της προσωρινής κράτησης ή των περιοριστικών όρων ή των τελευταίων με άλλους όρους, να απαιτείται σύμφωνη γνώμη του Εισαγγελέα και όχι έγγραφη πρότασή του, όπως υπό το παρόν πλαίσιο. Κατά τα λοιπά διατηρείται το δικαίωμα προσφυγής του κατηγορουμένου κατά της απόφασης του ανακριτή στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών (286 § 2 εδ β’ ΚΠΔ).   § 3 Για την άρση ή την αντικατάσταση της προσωρινής κράτησης με περιοριστικούς όρους ή αυτών με προσωρινή κράτηση, λόγω μη τήρησης των όρων (298 ΚΠΔ), ή των όρων με άλλους αυστηρότερους ή επιεικέστερους, να απαιτείται σύμφωνη γνώμη του Εισαγγελέα και όχι έγγραφη πρότασή του, όπως υπό το παρόν πλαίσιο. Κατά τα λοιπά διατηρείται το δικαίωμα προσφυγής του κατηγορουμένου κατά της απόφασης του ανακριτή στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών (286 § 3 εδ β’ ΚΠΔ).

     Σημ. Κατά τη γνώμη του προέδρου του Δ.Σ. η πρόταση αυτή , αν και συμβάλλει στην επιτάχυνση , δεν είναι συμβατή με το άρθρο 32 παρ 4 ΚΠΔ ( αιτιολογημένες προτάσεις εισαγγελέα).

      Β) ¶ρθρο 285 ΚΠΔ : Διατηρείται το δικαίωμα προσφυγής κατά του εντάλματος προσωρινής κράτησης και περιοριστικών όρων.

       Γ) ¶ρθρο 309 § 2 ΚΠΔ : Καταργείται η υποχρέωση ακρόασης του συνηγόρου του διαδίκου και εξαιρετικά και του τελευταίου από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών κρίνοντος επί της ουσίας της υπόθεσης. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών διατηρεί τη δυνατότητα να καλεί σε ακρόαση, εφ’ όσον το κρίνει διαδίκους και/ή συνηγόρους τους.

       Σημ. Κατά τη γνώμη του προέδρου του ΔΣ η ρύθμιση αυτή θα είναι σύμφωνη με τα άρθρα 20 του Συντ και 6 ΕΣΔΑ, αν τροποποιηθεί το άρθρο 306 ΚΠΔ έτσι ώστε να μην είναι υποχρεωτική η παρουσία του εισαγγελέα στα δικαστικά συμβούλια.

     Δ) ¶ρθρο 287 § 1 εδ α’ ΚΠΔ. Διατηρείται η υποχρέωση κλήσης του κατηγορουμένου, για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Δικαστικού Συμβουλίου, ενόψει εξέτασης της εξακολούθησης ή παράτασης της προσωρινής του κράτησης.

                                      IV.Ουσιαστικό Δίκαιο

   1)Απεγκληματοποίηση

 

     Ο ΄Ελληνας νομοθέτης επί σειρά ετών έχει προβεί στην άκρατη ποινικοποίηση παραβατικών κοινωνικών συμπεριφορών, οι οποίες θα μπορούσαν να ρυθμισθούν με διοικητικές διαδικασίες, οι οποίες είναι πιο αποτελεσματικές και δεν στιγματίζουν ηθικά τον πολίτη, ενώ εμποδίζουν την υπεραπασχόληση των ποινικών δικαστηρίων με υποθέσεις που δεν έχουν ποινικό χαρακτήρα.

     Προτείνουμε: Την συγκρότηση ολιγομελούς επιτροπής , η οποία σε βραχύ χρονικό διάστημα θα αναλάβει να αποκαθάρει τους ειδικούς ποινικούς νόμους από ποινικές διατάξεις, εφόσον κρίνεται ότι οι υπάρχουσες διοικητικές ή λοιπές κυρώσεις είναι ικανές να ρυθμίσουν παραβατικές συμπεριφορές. Η προσπάθεια που άρχισε με το νόμο 3904/2010 κατ αυτό τον τρόπο θα ολοκληρωθεί με άμεσα αποτελέσματα.

       Σημ. Κατά την άποψη ενός μέλους του συμβουλίου και πριν την ολοκλήρωση των εργασιών της επιτροπής, στους ειδικούς ποινικούς νόμους όπου υπάρχουν πλημμελήματα , τα οποία τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι ένα έτος ή Χ.Π. να μετατραπούν σε πταίσματα.

                                       2) Ποινικός Κώδικας.

 

       Νομοπαρασκευαστική επιτροπή του Υπουργείου έχει προβεί στην εκπόνηση νέου σχεδίου. Κι εδώ ισχύει η πρότασή μας , όπως του σχεδίου λάβουμε έγκαιρα γνώση προκειμένου να υποβάλλουμε θεμελιωμένες και πλήρεις προτάσεις. Ενδεικτικά αναφέρουμε ορισμένες εξ αυτών που πιστεύουμε, ότι θα συμβάλουν και στον εξορθολογισμό του ποινικής δικαιοσύνης και την αποκάθαρση αυτής από εμφιλοχωρούσες αστικές , που δεν έχουν πρωταρχικά ποινικό χαρακτήρα.

       Α) Το έγκλημα της απάτης στο δικαστήριο έχει λάβει ενδημικές διαστάσεις στα ποινικά δικαστήρια με αποτέλεσμα κάθε αστική δίκη να

μετατρέπεται ταυτόχρονα και σε ποινική. Είναι σύνηθες ο αντίδικος σε μια πολιτική δίκη μετά την συζήτηση και την έκδοση απόφασης είτε για να εκδικηθεί αν κέρδισε την πολιτική δίκη είτε για να δικαιωθεί μέσω των ποινικών δικαστηρίων, σπεύδει στα τελευταία   εγκαλώντας   αντίδικο για απάτη στο δικαστήριο επικαλούμενος τις ψευδείς για αυτόν μαρτυρικές καταθέσεις του αντιδίκου ( υποβάλλοντας ταυτόχρονα και έγκληση για ψευδορκία). Κατ αυτό τον τρόπο νοθεύεται το διαγνωστικό αντικείμενο της ποινικής δίκης , ενώ παράλληλα η ποινική διαδικασία κατακλύζεται από υποθέσεις με αμιγώς αστικό χαρακτήρα.

       Προτείνουμε τη θέσπιση ειδικής διάταξης ως εξής: «΄Οποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία   προσκομίζοντας εν γνώσει του σε πολιτικό δικαστήριο πλαστά ή νοθευμένα έγγραφα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη , με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.»

Οι κακουργηματικές μορφές να παραμείνουν ίδιες με αυτές της παρ 3 του άρθρου 386 ΠΚ.

       Β) Στις περιπτώσεις των άρθρων 331,333 και 361 ( αυτοδικία, απειλή και εξύβριση) η δικομανία έχει λάβει υπερβολικές διαστάσεις.

     Προτείνεται : Η μετατροπή αυτών σε πταισματικές παραβάσεις.

     Σημ. Κατά τη γνώμη του προέδρου του ΔΣ τα εγκλήματα αυτά πρέπει να παραμείνουν πλημμελήματα , αλλά να τιμωρούνται μόνο με χρηματική ποινή.

     Γ) Κατά μία άποψη του μέλους του ΔΣ Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ρούσσου Παπαδάκη, για την ψευδορκία που τελείται στο ακροατήριο η δίωξη να κινείται , μόνο κατόπιν αναφοράς του δικαστή ή του δικαστηρίου , κατ άρθρο 38 ΚΠΔ. Η ratio της πρότασης αυτή συνίσταται στις ενδημικές διαστάσεις που έχει λάβει το φαινόμενο της αθρόας υποβολής μηνύσεων για το έγκλημα αυτό, όταν ο όρκος δίδεται στα πλαίσια πολιτικής δίκης.

              Για το διοικητικό συμβούλιο της Ε.Ε.Ε.

Ο Πρόεδρος

Παναγιώτης Μπρακουμάτσος

Αντεισαγγελέας Εφετών

Η Γεν.Γραμματέας

Ελένη Σκεπαρνιά

Εισαγγελέας Πρωτοδικών