1) Δικαστική χρήση παρανόμως αποκτηθέντων αποδεικτικών μέσων.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. β ΄ του Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως είναι η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ.2, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ.2 του ΚΠΔ, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε. Εξάλλου, κατά το άρθρο 370Α παρ. 2, 3 και 4 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 8 του ν. 3090/2002, όποιος αθέμιτα παρακολουθεί με ειδικά τεχνικά μέσα ή μαγνητοφωνεί προφορική συνομιλία μεταξύ τρίτων που δεν διεξάγεται δημόσια ή μαγνητοσκοπεί μη δημόσιες πράξεις τρίτων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Με την ίδια ποινή τιμωρείται και όποιος μαγνητοφωνεί ιδιωτική συνομιλία μεταξύ αυτού και τρίτου χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου. …. 3. Με φυλάκιση, τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται όποιος κάνει χρήση των πληροφοριών ή των μαγνητοταινιών που αποκτήθηκαν με τους τρόπους που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 αυτού του άρθρου. 4. Η πράξη της παραγράφου 3 δεν είναι άδικη, αν η χρήση έγινε ενώπιον οποιασδήποτε δικαστικής ή άλλης ανακριτικής αρχής για την διαφύλαξη δικαιολογημένου συμφέροντος, που δεν μπορούσε διαφυλαχθεί διαφορετικά. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 177 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, όπως προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 7 του ν. 2408/1996, αποδεικτικά μέσα, που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, δεν λαμβάνονται υπόψη για την κήρυξη της ενοχής, την επιβολή ποινής ή τη λήψη μέτρων καταναγκασμού, εκτός εάν πρόκειται για κακουργήματα που απειλούνται με ποινή ισόβιας κάθειρξης και εκδοθεί για το ζήτημα αυτό ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου … ». Ακόμη, κατά τα άρθρα 2 παρ. 1, 9 παρ. 1 εδ. β’, 9Α και 19 του Συντάγματος, ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας, Η ιδιωτική ζωή και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη. Καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση των προσωπικών του δεδομένων, όπως ο νόμος ορίζει. Απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μεσών, που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του απορρήτου της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας. Τέλος, κατά το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής, Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, «παν πρόσωπον δικαιούται εις τον σεβασμόν της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του. Δεν επιτρέπεται να υπάρξει επέμβασις δημοσίας αρχής εν τη ασκήσει του δικαιώματος τούτου, εκτός εάν η επέμβασις αύτη προβλέπεται υπό του νόμου και αποτελεί μέτρον το οποίον, εις μίαν δημοκρατικήν κοινωνίαν, είναι αναγκαίον δια την εθνικήν ασφάλειαν, την δημοσίαν ασφάλειαν την οικονομικήν ευημερίαν της χώρας, την προάσπισιν της τάξεως και την πρόληψιν ποινικών παραβάσεων, την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων». Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι η εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεση των συνομιλητών μαγνητοφώνηση ιδιωτικής συνομιλίας αποτελεί δέσμευση και περιορισμό στην ελεύθερη άσκηση της επικοινωνίας. Η σχετική μαγνητοταινία είναι απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο για την κήρυξη της ενοχής η την επιβολή ποινής ή τη λήψη’ μέτρων καταναγκασμού. Κατ’ εξαίρεση όμως, κατά ρητή νομοθετική πρόβλεψη, επιτρέπεται η λήψη υπόψη τέτοιου αποδεικτικού μέσου, εάν, πρόκειται για κακουργήματα που απειλούνται με ποινή ισόβιας κάθειρξης και έχει εκδοθεί για το ζήτημα αυτό απόφαση του δικαστηρίου, που αιτιολογεί, ειδικά τους λόγους για τους οποίους επιβάλλεται η. λήψη υπόψη του παράνομου αποδεικτικού μέσου και για την κήρυξη της ενοχής ή την επιβολή ποινής στον κατηγορούμενο (Πρβλ Ολομ. ΑΠ 1/2001 Πολιτική) και επιτρέπεται η χρήση αυτών ενώπιον οποιασδήποτε δικαστικής ή άλλης ανακριτικής αρχής για την διαφύλαξη δικαιολογημένου συμφέροντος, που δεν μπορούσε να διαφυλαχθεί διαφορετικά. Εν όψει όμως της θεμελιώδους συνταγματικής διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 1, του σεβασμού και της προστασίας της ανθρώπινης αξίας που χαρακτηρίζει το δημοκρατικό μας πολίτευμα ως ανθρωποκεντρικό με θεμέλιο την αξία του ανθρώπου (Ολομ. ΑΠ 40/1998), του γεγονότος ότι τα έννομα αγαθά της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας, τα οποία απολαύουν απόλυτης συνταγματικής προστασίας (άρθρο 5 παρ. 2 του Συντάγματος) τίθενται σε διακινδύνευση στην περίπτωση μη απόδειξης της αθωότητας του κατηγορουμένου, κάμπτεται ο κανόνας του άρθρου. 19 παρ. 3 του Συντάγματος της μη χρήσεως των παρανόμως κτηθέντων αποδεικτικών μέσων, όταν αυτά αποτελούν το μόνο προτεινόμενο από αυτόν (κατηγορούμενο) αποδεικτικό μέσο προς απόδειξη της αθωότητας του, υπό τον περιορισμό πάντοτε της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος), εάν δηλαδή στη συγκεκριμένη περίπτωση, λαμβανομένης υπόψη και της βαρύτητας του εγκλήματος, για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος, το εν λόγω αποδεικτικό μέσο είναι αναγκαίο και πρόσφορο για την απόδειξη της αθωότητας του. Περί αυτών θα κρίνει ο δικαστής, ο οποίος, σε καταφατική περίπτωση, θα συνεκτιμήσει τα ευνοϊκά σημεία του παράνομου αποδεικτικού μέσου για τον προτείνοντα αυτό κατηγορούμενο, θα αγνοήσει δε τα επιβαρυντικά σημεία για τον αντιλέξαντα συγκατηγορούμενό του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 4-5/2006 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, ζήτησε δια των συνηγόρων του να ακουστεί στο ακροατήριο μαγνητοφωνημένη συνομιλία μεταξύ αυτού και του θύματος, από την οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, αποδεικνύεται η αθωότητα του ή η τέλεση ελαφρύτερης μορφής αξιόποινης πράξεως. Το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αυτό με την αιτιολογία, ότι η ανωτέρω συνομιλία μαγνητοφωνήθηκε με πρωτοβουλία του κατηγορουμένου χωρίς τη συναίνεση του θύματος και ότι αυτή δεν αποτελούσε το μοναδικό αποδεικτικό μέσο, αφού αυτός, όπως από τα πρακτικά προκύπτει, πρότεινε και άλλα αποδεικτικά μέσα προς απόδειξη της αθωότητας του. Επομένως, το Εφετείο, με το να απαγορεύσει την ακρόαση της ανωτέρω μαγνητοταινίας, δεν στέρησε τον κατηγορούμενο δικαιώματος, το οποίο ρητά παρέχεται σ’ αυτόν από το νόμο και, εντεύθεν, δεν επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας. Από τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδαφ. τελευταίο του ΚΠΔ, κατά την οποία «το κεφάλαιο της απόφασης για τις πολιτικές απαιτήσεις που προσβάλλεται από κατηγορούμενο ή τον εισαγγελέα εξετάζεται από το εφετείο και αν ακόμη δεν είναι παρών ο πολιτικώς ενάγων», προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της ουσιαστικής έρευνας της υποθέσεως, εξετάζει και το προσβαλλόμενο κεφάλαιο της αποφάσεως που αφορά στις απαιτήσεις του πολιτικώς ενάγοντος, στις οποίες περιλαμβάνεται και η χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που επιδικάστηκε πρωτοδίκως,- όχι μόνο όταν απουσιάζει ο πολιτικώς ενάγων, αλλά και όταν εμφανίζεται αυτός ενώπιον του εφετείου υπό την ιδιότητα του μάρτυρα, χωρίς να παραιτείται με σχετική δήλωση του της πολιτικής αγωγής και δίχως να επαναλαμβάνει την περί παραστάσεως του ως πολιτικώς ενάγοντος δήλωση που έκανε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Το εφετείο, στην περίπτωση αυτή, ερευνώντας το κεφάλαιο αυτό αποφαίνεται για τη βασιμότητα του, χωρίς να δικαιούται μόνον να αυξήσει το ποσό που επιδικάσθηκε πρωτοδίκως. (Α.Π. 1537/2007).

2) Δυναμένη να ανασταλεί ποινή θεωρείται επί συρρεόντων εγκλημάτων η συνολική.

Από τη διατύπωση των διατάξεων των άρθρων 99 παρ.1 και 100 Π.Κ. προκύπτει ότι ως ποινή, της οποίας μπορεί να ανασταλεί η εκτέλεση, νοείται επί συρρεόντων εγκλημάτων η συνολική, διότι η ποινή αυτή, μέσω της οποίας εκτελούνται και οι προσμετρούμενες ποινές, οι οποίες, παρά τη διατήρηση της αυτοτέλειας τους, δεν είναι δεκτικές αυτοτελούς εκτελέσεως, είναι εκείνη που επιβάλλεται τελικά, και αυτής μόνο την αναστολή μπορεί να αποφασίσει το δικαστήριο, αν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Θράκης επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης είκοσι πέντε (25) μηνών για κάθε ένα από τους πέντε αλλοδαπούς (των οποίων διευκόλυνε την είσοδο και προώθηση αυτών στη Χώρα) και μετά την επιμέτρηση των επί μέρους ποινών, συνολική ποινή φυλάκισης σαράντα τριών (43) μηνών. Συνεπώς, εφόσον η κάθε επί μέρους ποινή υπερέβαινε τα δύο έτη δεν ήταν επιτρεπτή, κατά το άρθρο 99 του ΠΚ, η αναστολή εκτελέσεως κάθε επί μέρους ποινής, ενώ εξ άλλου ούτε κατά το άρθρο 100 του ίδιου Κώδικα μπορούσε το δικαστήριο, αποδεχόμενο σχετικό αίτημα, το οποίο σε κάθε περίπτωση δεν υποβλήθηκε, να αναστείλει την επιβληθείσα ποινή, αφού το σύνολο αυτής για όλα τα συρρέοντα εγκλήματα υπερβαίνει τα τρία έτη. (Α.Π. 1563/2007).

3) Η μη έγκυρη επίδοση του παραπεμπτικού βουλεύματος συνεπάγεται και την ακυρότητα της κλήσης του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1 και 3, 112 και 113 παρ. 2 του ΠΚ, το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με την παραγραφή, της οποίας ο χρόνος για τα πλημμελήματα είναι πέντε έτη και αρχίζει από την ημέρα, που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέρα από τρίτα έτη. Η κύρια διαδικασία, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 307 επ., 314, 320, 321, 339, 340 και 343 του ΚΠοινΔ, αρχίζει είτε με την έναρξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας, δηλαδή, με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος, με τα οποία καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υπόθεσης. Αν η επίδοση της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος είναι άκυρη, δεν αρχίζει η κύρια διαδικασία και δεν επέρχεται αναστολή της παραγραφής. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 319 παρ. 5 ΚΠοινΔ, το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, που εκδόθηκε κατά τις παρ. 3 και 4 του ίδιου άρθρου και επικυρώνει το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα επιδίδεται, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, στον κατηγορούμενο και στους υπόλοιπους διαδίκους, με τη φροντίδα του Εισαγγελέα Εφετών ή Πλημμελειοδικών, και μόλις γίνει αμετάκλητο το βούλευμα, γίνεται η κλήση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο κατά το άρθρο 321 ΚΠΔ. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 320 και 321 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι η μη έγκυρη επίδοση του πρωτόδικου παραπεμπτικού βουλεύματος ή του επικυρώσαντος αυτό βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών στον κατηγορούμενο συνεπάγεται και την ακυρότητα της κλήσης προς αυτόν στο ακροατήριο, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 ΚΠοινΔ, η οποία, δεν ανακύπτει θέμα αναστολής της παραγραφής της πράξης, μπορεί να καλυφθεί, κατά το άρθρο 174 παρ. 2, εφόσον ο κατηγορούμενος εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης. Τούτο πολύ περισσότερο ισχύει και στην περίπτωση που η κλήση στο ακροατήριο επιδόθηκε πριν καταστεί αμετάκλητο, παρά τα οριζόμενα στα άρθρα 314 και 319 παρ. 5 ΚΠοινΔ, το βούλευμα και η επίδοση του είναι άκυρη. Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 174 παρ. 2 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση άκυρης επίδοσης της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο, αρχίζει η κύρια διαδικασία και ως εκ τούτου αναστέλλεται η παραγραφή από την ημέρα της επιδόσεως, εφόσον όμως ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στο ακροατήριο και δεν προτείνει κατά την έναρξη της πρωτοβάθμιας δίκης, την ακυρότητα αυτή, εναντιούμενος στην πρόοδο της δίκης, οπότε καλύπτεται η ακυρότητα, η επίδοση θεωρείται έγκυρη και από αυτήν αρχίζει η κύρια διαδικασία. Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανιστεί κατά την πρωτοβάθμια δίκη και δικαστεί ερήμην, η ως άνω ακυρότητα της επίδοσης της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος, ως διαδικαστικής πράξης, που κατ’ ανάγκη επιδρά στο κύρος της διαδικασίας στο ακροατήριο και στην καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί, δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης κατά της εκκλητής απόφασης. Αν δεν προταθεί η ακυρότητα αυτή με λόγο έφεσης, καλύπτεται, με επακόλουθο η επίδοση της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος να θεωρείται έγκυρη και να αρχίζει από τότε η κύρια διαδικασία, με περαιτέρω συνέπεια την αναστολή της προθεσμίας της παραγραφής για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέρα από τρία έτη για τα πλημμελήματα. (Α.Π. 1652/2007).

4) Έναρξη της κύριας διαδικασίας παρά την αναρμοδιότητα του δικαστηρίου.

Κατά το άρθρο 120 παρ. 2 ΚΠΔ, το δικαστήριο, όταν κρίνει ότι είναι αναρμόδιο, παραπέμπει με απόφαση του την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο. Σ’ αυτή την περίπτωση ενεργεί ό,τι και το συμβούλιο των πλημμελειοδικών όταν παραπέμπει τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 473 παρ. 1 εδ. α-γ. του ίδιου Κώδικα, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ένδικων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει, σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης. Το προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζεται και για την προθεσμία άσκησης ένδικων μέσων κατά βουλευμάτων. Τέλος κατά το άρθρο 487 ΚΠΔ στον κατηγορούμενο και στον εισαγγελέα επιτρέπεται έφεση κατά της απόφασης με την οποία το δικαστήριο αποφάνθηκε ότι είναι καθ’ ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο ή στον εισαγγελέα (αρθρ. 120). Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι, όταν το Δικαστήριο κηρύσσει αυτό αναρμόδιο και παραπέμπει με απόφαση του την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο, η απόφαση του αυτή επέχει θέση παραπεμπτικού βουλεύματος, το οποίο κοινοποιείται στον κατηγορούμενο, για την άσκηση ενδίκων μέσων, μόνο όταν ο κατηγορούμενος είναι απών. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 320 και 321 με εκείνες των άρθρων 120 παρ. 2 και 121 εδ. α΄1 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι για να αρχίσει η κύρια διαδικασία, δεν είναι αναγκαίο να είναι πράγματι αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση το δικαστήριο που αναγράφεται στο κλητήριο θέσπισμα ή την κλήση διότι η τυχόν αναγραφή άλλου αναρμόδιου δικαστηρίου, δεν καθιστά άκυρο και ανενεργές, ως προς τις έννομες συνέπειες του, το εισαγωγικό αυτό έγγραφο, το οποίο είναι δηλωτικό του τέλους της προπαρασκευαστικής διαδικασίας και του αμετακλήτου της εισαγωγής της υπόθεσης στο ακροατήριο, διατηρεί την ισχύ του και δεν επαναλαμβάνεται, στηρίζει δε τη διαδικασία τόσο του αναρμόδιου δικαστηρίου, προκειμένου αυτό να παραπέμπει την υπόθεση στο αρμόδιο καθ’ ύλην δικαστήριο, όσο και ταυ κατ’ έφεση δικάζοντος δικαστηρίου. (Α.Π. 1588/2007).