Αριθμ. Πρωτ. 95 -24/11/2021

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

           Αγαπητοί συνάδελφοι, 

           Σας ενημερώνουμε ότι σήμερα 24/11/2021 η Ένωση Εισαγγελέων Ελλάδος σε συνέχεια των από  27/9/2021 προτάσεων της επί του σχεδίου Νόμου για την Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών απέστειλε στον κ. Υπουργό Δικαιοσύνης,  τις παρακάτω παρατηρήσεις:

ΕΠΙΣΤΟΛΗ

ΠΡΟΣ

Προς τον κ.  Υπουργό Δικαιοσύνης,  Κωνσταντίνο Τσιάρα

 

     Αξιότιμε κ. Υπουργέ,

       ———

    Επί του σχεδίου νόμου για την Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών (ΕΣΔΙ), για το οποίο ολοκληρώθηκε η διαβούλευση,  σε συνέχεια των από  27/9/2021 προτάσεων μας, εκφράζουμε  τις παρακάτω επισημάνσεις-αντιρρήσεις που αφορούν : α) τη διαρκή επιμόρφωση των εν ενεργεία δικαστικών λειτουργών, β) την πρακτική εκπαίδευση των σπουδαστών και  την αξιολόγηση τους  στο στάδιο αυτό. Ειδικότερα:

    Ι. Στα άρθρα 38 επόμενα περιλήφθηκαν διατάξεις για τη διαρκή επιμόρφωση των εν ενεργεία δικαστικών λειτουργών με σκοπό τoν εμπλουτισμό  των γνώσεων τους και τη συνεχή ενημέρωση τους σε συναφή προς την άσκηση του δικαιοδοτικού τους έργου θέματα. Προβλέπονται δε τέσσερις υποχρεωτικοί  κύκλοι επιμόρφωσης, που περιλαμβάνουν: i) την οργάνωση της διοίκησης των δικαστηρίων, τη δικαστική επικοινωνία, τη δικαστική δεοντολογία, τη μεθοδολογία του δικαστικού έργου και τη διαχείριση του χρόνου στην άσκηση των καθηκόντων, ii) το οικονομικό δίκαιο και ιδίως θέματα που αφορούν την ενέργεια, την κεφαλαιαγορά, τον ανταγωνισμό και την προστασία του καταναλωτή,  iii)  τη νομική εμβάθυνση σε θεματικές ανάλογα με τον κλάδο της δικαιοσύνης που αφορούν και iv) το δίκαιο της  Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Η επιμόρφωση αυτή περιλαμβάνει, ιδίως, τη δημιουργία ομάδων εργασίας (workshops), τις απαντήσεις  σε ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής (multiple choice), τη χορήγηση πιστοποιητικού ευδόκιμης παρακολούθησης μόνο σε όσους έλαβαν συνολική βαθμολογία από εβδομήντα (70) και άνω με άριστα το εκατό (100), το οποίο τίθεται στον υπηρεσιακό τους φάκελο, για δε τους λοιπούς προβλέπεται η επανάληψη της επιμόρφωσης σε επόμενα έτη. Τα έντυπα με τις ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής προετοιμάζονται και, στη συνέχεια, οι απαντήσεις, όσων επιμορφώνονται στα προγράμματα αυτά, αξιολογούνται από έναν από τους Διευθυντές Κατάρτισης και Επιμόρφωσης.

    Φρονούμε ότι οι διατάξεις του κεφαλαίου  Ε΄ του νομοσχεδίου θα πρέπει να αποσυρθούν στο σύνολο τους και να διατηρηθούν αντίστοιχα οι διατάξεις του κεφαλαίου Δ΄ του ισχύοντος σήμερα Ν. 3689/2008 (άρθρα 32 επ.), επιπρόσθετα δε: α) για τη συμμετοχή σε οποιοδήποτε πρόγραμμα επιμόρφωσης των δικαστικών λειτουργών θα πρέπει να δίνεται η δυνατότητα αυτή ανάλογα με τις υπηρεσιακές ανάγκες που είναι ιδιαίτερα αυξημένες δεδομένης της υπέρμετρης ενασχόλησης με το κύριο δικαιοδοτικό τους αντικείμενο, της πολυπλοκότητας των νομικών θεμάτων που έχουν να επιλύσουν, της ταχείας εναλλαγής των νομικών διατάξεων, β) η κατάρτιση των δικαστικών λειτουργών επιτυγχάνεται πρωτίστως μέσω της ενασχόλησης τους με τη μελέτη της νομολογίας και των απόψεων της θεωρίας επί συγκεκριμένων νομοθετημάτων που καλούνται να εφαρμόσουν ασκώντας το δικαιοδοτικό τους έργο, δευτερευόντως δε με επιμορφωτικά προγράμματα που μπορεί εν γένει να βελτιώσουν το επίπεδο γνώσεων τους επί γενικών θεμάτων, χωρίς  όμως απαραίτητα η συμμετοχή σε αυτά να έχει αντίκρισμα στην πράξη, γ) με την πρόβλεψη της υποχρεωτικής υποβολής, όσων παρακολούθησαν το επιμορφωτικό πρόγραμμα, σε ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής (multiple choice) και τη χορήγηση πιστοποιητικού ευδόκιμης παρακολούθησης μόνο σε όσους έλαβαν συνολική βαθμολογία από εβδομήντα (70) και άνω, μετά από αξιολόγηση των απαντήσεων από έναν από τους Διευθυντές Κατάρτισης και Επιμόρφωσης δημιουργείται στην ουσία ένα παράλληλο σύστημα αξιολόγησης των δικαστικών λειτουργών που έρχεται σε αντίθεση με τις διατάξεις του Ν. 1756/1988 και τον τρόπο επιθεώρησης που εκεί ορίζεται. Ακολούθως η θέση του πιστοποιητικού ευδόκιμης παρακολούθησης στον υπηρεσιακό φάκελο μετατρέπει την επονομαζόμενη «επιμόρφωση» σε έναν μη ενδεδειγμένο τρόπο αξιολόγησης που στηρίζεται στην επιτυχή απάντηση  επί πολλαπλών ερωτήσεων, ενώ  η ικανότητα και η επάρκεια κάθε δικαστικού λειτουργού  αξιολογείται μέχρι σήμερα με άλλα κριτήρια όπως η ορθότητα της δικαστικής κρίσης όπως αυτή αποτυπώνεται στο περιεχόμενο των δικαστικών αποφάσεων που εκδίδει και η εμπρόθεσμη επεξεργασία των δικογραφιών. Συνεπώς η συμμετοχή των δικαστικών λειτουργών σε επιμορφωτικά προγράμματα θα πρέπει να συνοδεύεται με τη χορήγηση βεβαίωσης παρακολούθησης και όχι με τη χορήγηση πιστοποιητικού ευδόκιμης παρακολούθησης.

     ΙΙ. Στο  άρθρο 31  προβλέπεται ο τόπος και ο τρόπος  της πρακτικής άσκησης  στα δικαστικά καταστήματα, καθώς και ο τρόπος αξιολόγησης των εκπαιδευόμενων με συγκριτική αξιολόγηση, όλων των εκπαιδευομένων από το σύνολο των εκπαιδευτών, η οποία θα  αποτυπώνεται σε πίνακα κατάταξης των εκπαιδευόμενων σε πέντε ομάδες και σε κάθε ομάδα θα κατατάσσεται υποχρεωτικά συγκεκριμένο προκαθορισμένο ποσοστό εκπαιδευομένων. Θεωρούμε ότι  δεν είναι πρακτικά εφικτή η διενέργεια της πρακτικής άσκησης  όλων των εκπαιδευόμενων σε πρωτοβάθμια δικαστήρια της Αθήνας ούτε η ορθή αξιολόγηση του συνόλου των εκπαιδευομένων από το σύνολο των εκπαιδευτών στο σύντομο χρονικό διάστημα της πρακτικής άσκησης. Φρονούμε ότι θα πρέπει να διατηρηθεί η ισχύς της διάταξης του άρθρου 25 παρ.1 του Ν. 3689/2008 που προβλέπει ως τόπο πρακτικής άσκησης τα δικαστικά καταστήματα της Θεσσαλονίκης και των Αθηνών ώστε να δίνεται η δυνατότητα επιλογής στους σπουδαστές. Ο επιμερισμός των σπουδαστών αφενός διευκολύνει υπηρεσιακά τις  δικαστικές υπηρεσίες με την ομοιόμορφη κατανομή τους σε δυο περιφέρειες αφού έτσι δε επιβαρύνονται υπέρμετρα οι δικαστικοί λειτουργοί μιας υπηρεσίας με την επίβλεψη και την αξιολόγηση τους αφετέρου διευκολύνει τους ίδιους τους σπουδαστές που επιθυμούν να συνεχίσουν να παραμένουν στην έδρα της σχολής και να αποφύγουν άσκοπες μετακινήσεις και έξοδα, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι σε σύντομο χρονικό διάστημα θα ακολουθήσει ο διορισμός τους ως παρέδρων και η εκ νέου μετακίνηση τους. Επίσης φρονούμε ότι στο στάδιο της πρακτικής άσκησης η απόδοση του εκπαιδευόμενου  πρέπει να χαρακτηρίζεται μόνο ως επιτυχής ή μη, χωρίς την αξιολόγηση του και την τοποθέτηση του σε πίνακα κατάταξης και σε ομάδες με προκαθορισμένο αριθμό εκπαιδευομένων.