ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

Το  Δ.Σ. της ΄Ενωσης Εισαγγελέων Ελλάδος συνήλθε σε τακτική συνεδρίαση την 18-9-2010. Μεταξύ των θεμάτων που συζήτησε ήταν και το σχέδιο νόμου για την « Επιτάχυνση στην απονομή της Ποινικής Δικαιοσύνης».

Συνοπτικά οι θέσεις του Δ.Σ. επί του ανωτέρω σχεδίου νόμου είναι οι εξής :

 

Γενικά

Το υπό συζήτηση σχέδιο , όπως και ο τίτλος του καταδεικνύει, επιχειρεί να επιλύσει ζητήματα που αφορούν   στην επιτάχυνση της ποινικής διαδικασίας  και στον εξορθολογισμό της ποινικής δίκης.

Ορισμένες από τις διατάξεις του σχεδίου, ειδικότερα στο στον Ποινικό Κώδικα, κινούνται προς την ορθή κατεύθυνση .Ειδικότερα  η εισαγωγή και επέκταση του θεσμού της ποινικής συνδιαλλαγής σε πρώτη φάση  (προκαταρκτική εξέταση)  και στα κακουργήματα κατά της ιδιοκτησίας και της περιουσίας , βρίσκεται σε αρμονία με τη διεθνή ποινική εμπειρία κρατών που το δίκαιό τους διαπνέεται από τις αρχές του Ηπειρωτικού δικαίου, ενώ συμβάλλει στην εμπέδωση ειρηνικού βίου.

Αντίθετα άλλες διατάξεις κυρίως δικονομικές , όχι μόνο δεν συμβάλλουν στην επιτάχυνση της ποινικής διαδικασίας, αλλά αντίθετα είτε την εμποδίζουν, είτε την εξουδετερώνουν. Συγκεκριμένα η υποχρέωση τήρησης βραχείων προθεσμιών περαίωσης της προδικασίας, δεν λαμβάνει υπόψη την ιδιαιτερότητα κάθε υπόθεσης και το βαθμό δυσκολίας στην έρευνά της και την επεξεργασία της. Επίσης η αθρόα και χωρίς κριτήρια προσθήκη ύλης στο Μονομελές Πλημ/κείο, αφ ενός μεν θα καταστήσει έως και αδύνατη τη εκδίκαση των υποθέσεων, αφετέρου δε, πολλές από αυτές λόγω σοβαρότητας του πληττομένου εννόμου αγαθού απαιτούν πολυμελή σύνθεση, ενώ η μεταφορά όλης της ύλης των δικαζόντων κατ’ έφεση Τριμελών Εφετείων Πλημμελημάτων στα πρωτοβάθμια δικαστήρια, χωρίς προηγούμενη αύξηση του αριθμού των Εισαγγελέων, Δικαστών και Γραμματέων και χωρίς την ανεύρεση αιθουσών για την εκδίκασή τους, είναι εντελώς ανέφικτη σε όλα τα Πρωτοδικεία της Χώρας και ιδίως τα μεγάλα.

 

Η προτεινόμενη αλλαγή στο άρθρο 349 ΚΠΔ ώστε η υπόθεση που αναβάλλεται να εκδικάζεται σε 2 μήνες από την ίδια σύνθεση , είναι και πρακτικά ανέφικτη και εκτεθειμένη σε ακυρότητες που θα εμφιλοχωρήσουν.

 

 

 

Ειδικά

 

 

 

  1. Στα άρθρα 3 και 7 του σχεδίου προβλέπονται προθεσμίες για την περαίωση της προκαταρκτικής εξέτασης και  της  ανάκρισης. Εν προκειμένω ισοπεδώνονται αδιάκριτα όλες οι υποθέσεις και παραγνωρίζεται, ότι  πολλές από αυτές έχουν μεγάλη βαρύτητα και απαιτούν ιδιαίτερη επεξεργασία. Τούτο σημαίνει , ότι οι προθεσμίες αυτές  παρεισάγουν περισσότερο εντυπωσιασμό παρά ουσία. ΄Αλλωστε ήδη ο ισχύον ΚΠΔ προβλέπει ενδεικτικά προθεσμίες περαίωσης, που ελέγχονται από τα αρμόδια δικαστικά όργανα. Η προβλεπόμενη παράταση της προθεσμίας της κυρίας ανάκρισης από το δικαστικό συμβούλιο παρελκύει έτι περαιτέρω την ποινική διαδικασία , αφού εμπλέκεται και άλλο δικαστικό όργανο.

 

 

 

  1. ΄Αρθρο 5 παρ 5 .

 

 

 

Με τη διάταξη αυτή μεταφέρονται όλα σχεδόν τα πλημμελήματα( πλην αυτών που τιμωρούνται με φυλάκιση πάνω από 2 έτη και είναι ελάχιστα) στην καθ ύλη αρμοδιότητα του Μονομελούς . Ωστόσο η εκδίκαση αρκετών πλημμελημάτων που ήδη ανήκουν στην αρμοδιότητα του τριμελούς απαιτούν εμπειρία και πολυμελή σύνθεση και η αθρόα μεταφορά αυτών στο Μονομελές  εγκυμονεί κινδύνους. ΄Αλλωστε τα Μονομελή Πλημμελειοδικεία έχουν ήδη μεγάλο φόρτο και τυχόν επιβάρυνσή τους θα καταστήσει το πρόβλημα εκρηκτικό. Μία τέτοια μεγάλη μεταρρύθμιση θα προϋπέθετε : α) ευρεία απεγκληματοποίηση,  η οποία δυστυχώς παρά τις διαχρονικές μας προτάσεις δεν έχει επιτευχθεί και  β) νομοθετική ρύθμιση ανάλογης εκείνης του ν 3346/2005 κλπ.

 

 

 

  1. ΄Αρθρο 10

 

 

 

Εν προκειμένω αντικαθίσταται όλη η παρ 1 του άρθρου 308 ΚΠΔ και πλέον η κυρία ανάκριση κηρύσσεται από το συμβούλιο Πλημμελειοδικών με βούλευμα. Εξαιρούνται οι περιπτώσεις  των κακουργημάτων των ν 2168/93, 3459/2006( ναρκωτικά), του εμπρησμού δασών και των άρθρων 374 και 380ΠΚ. Η ομογενοποίηση του τρόπου περαίωσης της κυρίας ανάκρισης αναμφίβολα αποτελεί αναγκαιότητα. Ωστόσο η μέχρι τούδε δικαστική εμπειρία από την εφαρμογή του Ν 663/77 απέδειξε , ότι σε αρκετά εγκλήματα ( εκτός των ανωτέρω) , όπως  ο τρόπος περαίωσης της κυρίας ανάκρισης στα προβλεπόμενα από το ν 2523/97, 3386/2005 κλπ, αλλά και σε αυτά του ν 1608/50 εγκλήματα  λειτούργησε προς την επιτάχυνση της διαδικασίας , χωρίς να παρακάμπτονται τα δικαιώματα του κατηγορουμένου και συνεπώς θα πρέπει να διατηρηθεί ως προς αυτά η μέχρι τούδε διαδικασία, χωρίς βεβαίως  στο μέλλον ο νομοθέτης να αποστεί πλέον από τον ενιαίο τρόπο περάτωσης της ανάκρισης. ΄Αλλωστε στο άρθρο 11 με το οποίο προστίθεται το άρθρο 308 Α το δικαίωμα ακρόασης του κατηγορουμένου στις εξαιρετικές περιπτώσεις της περαίωσης της ανάκρισης με απ ευθείας κλήση διασφαλίζεται.

 

Τέλος  η προβλεπόμενη προθεσμία του ενός μηνός για την υποβολή πρότασης στο συμβούλιο προσκρούει στις προεκτεθείσες αντιρρήσεις, ενώ  φαίνεται , ότι ο νομοθέτης παραβλέπει την αδυναμία υποβολής πρότασης εντός αυτής της προθεσμίας. Οι Δικαστικοί Λειτουργοί ελέγχονται ως προς την υπηρεσιακή τους απόδοση σύμφωνα με τον Οργανισμό Δικαστηρίων  και συνεπώς δεν χρειάζεται ο νομοθέτης να παρεισάγει εμμέσως πειθαρχικούς ελέγχους.

 

 

 

  1. ΄Αρθρο 12

 

 

 

Η εισαγόμενη ποινική συνδιαλλαγή μετά την άσκηση ποινικής δίωξης για κακούργημα των άρθρων 374, 375,386,386Α, 390 και 404 ΠΚ αποτελεί εναλλακτική μορφή ποινικής δικαιοσύνης , που κατ αρχή θέτει εκποδών την ποινική αξίωση της πολιτείας. Η συνδιάλλαγή αυτή  θα μπορούσε να καθιερωθεί στα πλαίσια της οριστικής κωδικοποίησης του ΠΚ και να μην αποτελεί αποσπασματικό μέτρο. Εξάλλου υπάρχουν επιφυλάξεις ως προς την πρακτική χρησιμότητά της, αφού ελάχιστοι από τους κατηγορούμενους για τα κακουργήματα αυτά θα την επιλέξουν , αφού είναι πιθανότερη η αθώωσή τους από το δικαστήριο , αν εντωμεταξύ έχει επέλθει συμβιβασμός των αντιδίκων.

 

 

 

  1. ΄Αρθρο 15

 

 

 

Εν προκειμένω επιχειρείται όπως η αναβολή μιάς υπόθεσης κατόπιν αιτήματος του διαδίκου να μην υπερβεί τους 2 μήνες και στην μετ αναβολή δικάσιμο το δικαστήριο να συγκροτείται από την ίδια ακριβώς σύνθεση.

 

Με την τροποποίηση αυτή ο νομοθέτης παρέχει την εντύπωση, ότι την ευθύνη για την αναβολή την φέρει το δικαστήριο, ενώ είναι παγκοίνως γνωστό , ότι η εκρηκτική κατάσταση στα δικαστήρια οφείλεται κατά κύριο λόγο : α) Στην υπερβολική έκταση που έχει το ποινικό φαινόμενο στη χώρα μας , β ) σε λόγους που αφορούν τους διαδίκους , τους συνηγόρους αυτών ( και αναιτιολόγητη απόρριψη αιτημάτων αναβολής συνεπάγεται αναίρεση της απόφασης), το ωράριο κλπ. Η υποχρέωση εκδίκασης της μετ αναβολής υπόθεσης από την ίδια σύνθεση   είναι σε πολλές περιπτώσεις ανέφικτη( μεταθέσεις αποσπάσεις , ασθένειες) και τυχόν εκδίκαση αυτής από διαφορετική σύνθεση ενδεχομένως θα αποτελέσει λόγο απόλυτης ακυρότητας( 171 παρ 1α) με αποτέλεσμα να επιτευχθεί το αντίθετο του επιδιωκομένου. Δηλ η επιβράδυνση της διαδικασίας.

 

 

 

  1. ΄Αρθρο 22

 

Με το άρθρο  αυτό αντικαθίσταται το άρθρο 497 ΚΠΔ και καθιερώνεται το αυτοδίκαιο ανασταλτικό αποτέλεσμα στην έφεση , όταν έχει επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Η ρύθμιση αυτή προφανώς αποσκοπεί στην αποσυμφόρηση των σωφρονιστικών καταστημάτων, πλην όμως κρίνεται ανεπαρκής , καθόσον αποδυναμώνει τον άμεσο  κυρωτικό χαρακτήρα της φυλάκισης , ο οποίος σε ορισμένες τουλάχιστον περιπτώσεις είναι απαραίτητος..

 

 

 

Θετικές κρίνονται οι ρυθμίσεις του άρθρου 19 του σχεδίου νόμου , οι οποίες αναμφίβολα συμβάλλουν στην επιτάχυνση της ποινικής διαδικασίας , αφού πλέον στον κατηγορούμενο αναγνωρίζεται μόνο  δικαίωμα  έφεσης  κατά βουλεύματος, που τον παραπέμπει για κακούργημα μόνο για δύο λόγους :α) της απόλυτης ακυρότητας και β) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ενώ στον πολιτικώς ενάγοντα δεν αναγνωρίζεται δικαίωμα άσκησης ενδίκου μέσου. Επίσης θετικές κρίνονται και οι προτεινόμενες μεταβολές με το άρθρο 16 του σχεδίου , όπου οι παραπεμπόμενοι για κακούργημα, αν είναι ή θεωρούνται γνωστής διαμονής δικάζονται κανονικά και τους αναγνωρίζεται η δυνατότητα ακύρωσης της διαδικασίας . ¨Ομοίως  ορθή κρίνεται και η περάτωση της ανάκρισης με βούλευμα του συμβουλίου Πλημμελειοδικών στις υποθέσεις ανηλίκων θυμάτων πράξεων  που αναφέρονται στα άρθρα 323Α, 324, 336 και 353 ΠΚ. Τέλος η αποκλιμάκωση της ποινικής καταστολής με το άρθρο 25 του σχεδίου ( ασφαλιστικές εισφορές) είναι ορθή.

 

 

 

Τελικές Παρατηρήσεις

 

 

 

Διαπιστώνεται, ότι για μία ακόμη φορά ο έλληνας νομοθέτης επιχειρεί να αντιμετωπίσει το « Ποινικό Πρόβλημα» αποσπασματικά χωρίς προηγουμένως  να έχει αντιμετωπίσει τη παθογένεια της ποινικοποίησης κοινωνικών συμπεριφορών και κυρίως , ενώ δεν έχει  επιχειρήσει νέα κωδικοποίηση  του ΠΚ και του ΚΠΔ. Οι διαχρονικά επιχειρούμενες  τροποποιήσεις, παρά τα ορισμένα θετικά που  είχαν, αποτελούν εμβαλωματικές λύσεις , οι οποίες δεν αντιμετωπίζουν ριζικά και συνολικά το πρόβλημα της ποινικής δικαιοσύνης.