Αριθμ. Πρωτ.:46-21/4/2022

 

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

                                                                                                     

Αγαπητοί συνάδελφοι,

Στις  21/03/2022, η Ένωση Εισαγγελέων Ελλάδος απέστειλε στον κ. Υπουργό Δικαιοσύνης τις  παρατηρήσεις – προτάσεις της επί του σχεδίου του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών.  Από την αντιπαραβολή των προτάσεών μας προς το σχέδιο νόμου που τέθηκε  σε δημόσια διαβούλευση προκύπτει ότι έγιναν δεκτές και περιλαμβάνονται στο σχέδιο νόμου:

  • Πρότασή μας για απόσυρση της διάταξης του άρθρου 20 παρ.8 του σχεδίου νόμου που προέβλεπε ότι όταν για οποιοδήποτε λόγο αναβάλλεται ή ματαιώνεται η ουσιαστική εκδίκαση ποινικής υπόθεσης από το τριμελές πλημμελειοδικείο ή από το ποινικό εφετείο ή το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο ή το Μικτό Ορκωτό Εφετείο αυτή προσδιορίζεται σε δικάσιμο κατά την οποία προεδρεύει ο ίδιος δικαστής.

Σύμφωνα με το σχέδιο νόμου που τέθηκε  σε δημόσια διαβούλευση  η σχετική διάταξη έχει αποσυρθεί.

  • Πρότασή μας για τροποποίηση της διάταξης του άρθρου 29 παρ. 1 στοιχ. θ’ του σχεδίου νόμου, ώστε να προβλέπεται ότι στην αρμοδιότητα του εισαγγελέα υπάγεται ο έκτακτος έλεγχος των συμβολαιογράφων, των φυλάκων μεταγραφών, υποθηκών, νηολογίων, κτηματολογίων, υποθηκολογίων πλοίων και αεροσκαφών, των ληξιάρχων και των υπαλλήλων, επιμελητών και άμισθων δικαστικών επιμελητών, σε περίπτωση που περιέλθει σε γνώση του, με οποιοδήποτε τρόπο, πληροφορία για παράβαση των υποχρεώσεων και απαγορεύσεων που προβλέπονται από το νόμο και από τις λοιπές κανονιστικές διατάξεις ή εγκύκλιους που συνδέονται με την υπηρεσιακή κατάσταση ή την άσκηση του λειτουργήματός τους, καθώς και τη σύννομη κατάρτιση όλων των πράξεων ή εγγράφων που εκδίδουν.

Σύμφωνα με το σχέδιο νόμου που τέθηκε  σε δημόσια διαβούλευση η διάταξη αυτή τροποποιήθηκε και ορίζει τα εξής:  «Στην αρμοδιότητα του εισαγγελέα υπάγεται: …… θ. ο έκτακτος έλεγχος των συμβολαιογράφων, των φυλάκων μεταγραφών, υποθηκών, νηολογίων, κτηματολογίων, υποθηκολογίων πλοίων και αεροσκαφών, των ληξιάρχων και των υπαλλήλων, επιμελητών και άμισθων δικαστικών επιμελητών, σε περίπτωση που περιέλθει σε γνώση του, με οποιοδήποτε τρόπο, πληροφορία για παράβαση των υποχρεώσεων και απαγορεύσεων που προβλέπονται από τον νόμο και από τις λοιπές κανονιστικές πράξεις ή εγκύκλιους που συνδέονται με την υπηρεσιακή κατάσταση ή την άσκηση του λειτουργήματός τους, καθώς και τη σύννομη κατάρτιση όλων των πράξεων ή εγγράφων που εκδίδουν».

  • Πρότασή μας για τη διατήρηση της παραγράφου 4 του άρθρου 40 του ισχύοντος σήμερα Ν. 1756/1988, που ορίζει ότι επιτρέπεται η απομάκρυνση του δικαστικού λειτουργού από την έδρα του κατά τις ημέρες στις οποίες δεν έχει υπηρεσιακή απασχόληση, όπως αυτή καθορίζεται από τις κείμενες διατάξεις, τους κανονισμούς εσωτερικής υπηρεσίας, τις πράξεις των οργάνων που διευθύνουν τα δικαστήρια και τις εισαγγελίες και τις γενικές οδηγίες που εκδίδονται από τα όργανα των περιπτώσεων β’, γ’ και δ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 19.

Σύμφωνα με το σχέδιο νόμου που τέθηκε  σε δημόσια διαβούλευση στο άρθρο 47 προστέθηκε  παράγραφος 4 που ορίζει τα εξής: «Επιτρέπεται η απομάκρυνση του δικαστικού λειτουργού από την έδρα του κατά τις ημέρες  στις οποίες δεν έχει υπηρεσιακή απασχόληση».

  • Πρότασή μας για προσθήκη διάταξης στο άρθρο 49 του σχεδίου νόμου, που θα ορίζει τα εξής: «κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται στους αναφερόμενους στις παρ. 1 και 2 δικαστικούς λειτουργούς να υπηρετούν σε δικαστήρια ή εισαγγελίες, στην περιφέρεια των οποίων οι σύζυγοί τους ή τα πρόσωπα με τα οποία συνήψαν σύμφωνο συμβίωσης ήταν μόνιμα εγκατεστημένοι, εφόσον οι τελευταίοι φέρουν την ιδιότητα στελέχους των ενόπλων δυνάμεων ή σωμάτων ασφαλείας».

Σύμφωνα με το σχέδιο νόμου που τέθηκε  σε δημόσια διαβούλευση στο άρθρο 49 προστέθηκε η σχετική παράγραφος 3 που έχει  ως εξής: «Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται στους αναφερόμενους στις παρ. 1 και 2 δικαστικούς λειτουργούς να υπηρετούν σε δικαστήρια ή εισαγγελίες, στην περιφέρεια των οποίων οι σύζυγοί τους ή τα πρόσωπα με τα οποία συνήψαν σύμφωνο συμβίωσης υπηρετούσαν ή υπηρετούν στις ένοπλες δυνάμεις ή στα σώματα ασφαλείας».

  • Πρότασή μας για προσθήκη στο άρθρο 49 διάταξης που θα προβλέπει την άρση του κωλύματος εντοπιότητας για τις έδρες των εφετείων Δωδεκανήσου, Δυτικής Στερεάς, Θράκης, Δυτικής Μακεδονίας και Βορείου Αιγαίου, ήτοι για τις πόλεις της Ρόδου, του Αγρινίου, της Κομοτηνής, της Κοζάνης και της Μυτιλήνης,

Σύμφωνα με το σχέδιο νόμου που τέθηκε  σε δημόσια διαβούλευση στο άρθρο 49 παρ. 5,6 προβλέπεται η  άρση του κωλύματος για τις πόλεις της Ρόδου,  του Αγρινίου και  της Κομοτηνής.

 

  • Πρότασή μας για  προσθήκη στο τέλος της  παραγράφου  11 του άρθρου 117 εδαφίου  που θα προέβλεπε πως σε περίπτωση που ο αρμόδιος για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης, καταλήξει στην κρίση, μετά τη διενέργεια  προκαταρκτικής εξέτασης, ότι δεν συντρέχει λόγος να ασκηθεί πειθαρχική δίωξη και θέσει την υπόθεση στο αρχείο, τότε η σχετική πράξη δεν αναγράφεται στο μητρώο δικαστικών λειτουργών, τίθεται στο αρχείο της υπηρεσίας και δεν επιτρέπεται εφεξής να αποτελεί στοιχείο κρίσης του.

Σύμφωνα με το σχέδιο νόμου που τέθηκε  σε δημόσια διαβούλευση στο άρθρο 117 παρ.11 προστέθηκε στο τέλος εδάφιο και η σχετική διάταξη ορίζει τα εξής: «Ο αρμόδιος για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης, αν από την προκαταρκτική εξέταση καταλήξει στην κρίση ότι δεν συντρέχει λόγος να ασκηθεί πειθαρχική δίωξη, θέτει την υπόθεση στο αρχείο με αιτιολογημένη πράξη που κοινοποιείται στον Υπουργό Δικαιοσύνης. Η σχετική πράξη δεν αναγράφεται στο μητρώο δικαστικών λειτουργών, τίθεται στο αρχείο της υπηρεσίας και δεν επιτρέπεται να αποτελεί στοιχείο κρίσης του».

  • Πρότασή μας για την προσθήκη στο τέλος της παραγράφου  1 του άρθρου 124 εδαφίου  που θα προέβλεπε πως η απαλλακτική πειθαρχική απόφαση δεν αναγράφεται στο μητρώο του δικαστικού λειτουργού, τίθεται στο αρχείο της υπηρεσίας, όπως και κάθε άλλο σχετικό έγγραφο που περιλήφθηκε στο φάκελο της πειθαρχικής διαδικασίας και δεν επιτρέπεται εφεξής να αποτελούν στοιχείο κρίσης του.

Σύμφωνα με το σχέδιο νόμου που τέθηκε  σε δημόσια διαβούλευση στο άρθρο 124 παρ.1 προστέθηκε στο τέλος εδάφιο και η σχετική διάταξη ορίζει τα εξής: «Όταν η απόφαση γίνει τελεσίδικη, είναι εκτελεστή και ο πρόεδρος του πειθαρχικού συμβουλίου διατάσσει να επιδοθεί κυρωμένο αντίγραφό της σ’ αυτόν που διώχθηκε πειθαρχικά. Ακολούθως διαβιβάζει όλο τον φάκελο, με το αποδεικτικό επίδοσης της απόφασης, στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, το οποίο φροντίζει για τις ενέργειες εκτέλεσης. Οι πειθαρχικές αποφάσεις καταχωρίζονται στο μητρώο αυτού που διώχθηκε και αντίγραφό τους τίθεται στον ατομικό φάκελό του, όπου και αν τηρείται. Οι πειθαρχικοί φάκελοι φυλάσσονται στο αρχείο της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Απαλλακτική πειθαρχική απόφαση δεν αναγράφεται στο μητρώο του δικαστικού λειτουργού, τίθεται στο αρχείο της υπηρεσίας, όπως και κάθε άλλο σχετικό έγγραφο που περιλήφθηκε στον φάκελο της πειθαρχικής διαδικασίας και δεν επιτρέπεται να αποτελούν στοιχείο κρίσης του»,

  • Πρότασή μας για τη διατήρηση του άρθρου 108 του ισχύοντος σήμερα Ν. 1756/1988, που προβλέπει το διορισμό χωρίς διαγωνισμό των μη διοριστέων σε θέση ισόβιου δικαστικού λειτουργού και των οριστικά παυθέντων, σε ανάλογη προς τα προσόντα τους θέση διοικητικού υπαλλήλου σε δημόσια υπηρεσία, εφ’ όσον έχουν τα προσόντα που προβλέπονται από τον Υπαλληλικό Κώδικα και κρίνονται επαρκείς προς τούτο με την περί απολύσεώς τους απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου.

Σύμφωνα με το σχέδιο νόμου που τέθηκε  σε δημόσια διαβούλευση το άρθρο 126 τροποποιήθηκε και ορίζει τα εξής: «1. Δόκιμοι εισηγητές του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Ελεγκτικού Συνεδρίου και της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, πάρεδροι πρωτοδικείου των πολιτικών και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, πάρεδροι εισαγγελίας και δόκιμοι ειρηνοδίκες, οι οποίοι μετά τη συμπλήρωση της δοκιμαστικής τους υπηρεσίας κρίνονται από 135 το οικείο ανώτατο δικαστικό συμβούλιο μη διοριστέοι σε θέση ισόβιου δικαστικού λειτουργού, διορίζονται χωρίς διαγωνισμό σε ανάλογη προς τα προσόντα τους θέση διοικητικού υπαλλήλου, εφόσον έχουν τα προσόντα που προβλέπονται από τον Υπαλληλικό Κώδικα και κρίνονται επαρκείς προς τούτο με την περί απόλυσής τους απόφαση του ανώτατου δικαστικού συμβουλίου. Το οικείο ανώτατο δικαστικό συμβούλιο διαλαμβάνει στην απόφασή του, αν ο κρινόμενος είναι επαρκής για την άσκηση διοικητικής φύσεως δημόσιας υπηρεσίας. Σε καταφατική περίπτωση ο κρινόμενος δικαιούται να ζητήσει εντός μηνός από την κοινοποίηση σ’ αυτόν της απόφασης του συμβουλίου, με αίτησή του προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης, τον διορισμό του στη γραμματεία των δικαστηρίων ή των εισαγγελιών ή σε δημόσια διοικητική θέση, πλην των κεντρικών υπηρεσιών των Υπουργείων. Η αίτηση γίνεται υποχρεωτικά αποδεκτή εντός τριών (3) μηνών από την υποβολή της. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δικαιοσύνης και Οικονομικών, καθορίζονται οι δημόσιες υπηρεσίες στις οποίες μπορεί να διορισθεί ο αιτών, συνιστώμενης ανάλογης θέσης, εφόσον δεν υπάρχει κενή, ο βαθμός με τον οποίο διορίζεται, ανάλογα με τα προσόντα του, ο τρόπος καθορισμού της σειράς που λαμβάνει και κάθε άλλο σχετικό θέμα. Ο απολυόμενος δικαιούται να διορισθεί δικηγόρος στην Αθήνα, τον Πειραιά, τη Θεσσαλονίκη ή στην περιφέρεια οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου επιθυμεί, εκτός από εκείνα στα οποία υπηρέτησε μέχρι την απόλυσή του, εφόσον είχε αποκτήσει την ιδιότητα του δικηγόρου προ του διορισμού του 2. Πάρεδρος και εισηγητής του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εφέτης, πρόεδρος πρωτοδικών και πρωτοδίκης των πολιτικών και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, αντεισαγγελέας εφετών, εισαγγελέας και αντεισαγγελέας πρωτοδικών και ειρηνοδίκης που παραλείπεται να προαχθεί για τρίτη τουλάχιστον φορά λόγω ανεπάρκειας, εάν μεταξύ της πρώτης και της τελευταίας παράλειψης μεσολαβεί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους, παραπέμπεται υποχρεωτικά με το ερώτημα της οριστικής παύσης λόγω ανεπάρκειας στο δικαστήριο που είναι αρμόδιο για την επιβολή της ποινής της οριστικής παύσης, τηρούμενης της διαδικασίας του άρθρου 60. Αν το δικαστήριο αποφασίσει την οριστική παύση, διαλαμβάνει συγχρόνως στην απόφασή του, αν ο κρινόμενος επαρκεί για την άσκηση δημόσιας, διοικητικής φύσεως υπηρεσίας. Σε καταφατική περίπτωση ισχύουν αναλόγως τα οριζόμενα στην παρ. 1».

Η Ένωση Εισαγγελέων Ελλάδος και στο στάδιο αυτό θα προσπαθήσει ώστε να γίνουν αποδεκτές και άλλες προτάσεις της  και να περιληφθούν στο σχέδιο νόμου που θα κατατεθεί προς ψήφιση στη Βουλή των Ελλήνων.

 

Για το Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος