Έκρηξη βόμβας στο Δικαστικό Μέγαρο Θεσσαλονίκης

Σε σχέση με την έκρηξη βόμβας που έγινε σήμερα στο Δικαστικό Μέγαρο Θεσσαλονίκης, η Ένωση Εισαγγελέων Ελλάδος καταδικάζει την εγκληματική αυτή ενέργεια, εκφράζει τον αποτροπιασμό της και δηλώνει ότι αυτού του είδους οι ενέργειες φανερώνουν εγκληματική βούληση και κοινωνική αναλγησία.

       Δηλώνουμε ότι οι συντεταγμένοι φορείς της πολιτείας και ειδικότερα η Δικαιοσύνη, δεν κάμπτονται από τέτοιου είδους ενέργειες, αντίθετα θα συνεχίσουν να αγωνίζονται κατά  της εγκληματικότητας και της τυφλής βίας.

       Ζητάμε από την Πολιτεία μέτρα ασφάλειας και φύλαξης όλων των Δικαστικών Μεγάρων της χώρας.

             Ο Πρόεδρος

Παναγιώτης Μπρακουμάτσος

     Αντεισαγγελέας Εφετών

Δελτίο τύπου αναφορικά με τις δηλώσεις του προέδρου της εξεταστικής επιτροπής για τη διερεύνηση της υπόθεσης Siemens

     Το Δ.Σ.της Ε.Ε.Ε. με αφορμή τις δηλώσεις του προέδρου της Εξεταστικής Επιτροπής για τη διερεύνηση της υπόθεσης Siemens “περί ανεπάρκειας ή μεθόδευσης της Δικαιοσύνης”, όσον αφορά τη διαβίβαση των σχετικών φακέλων από τις αρμόδιες ανακριτικές αρχές στη Βουλή, ανακοινώνει τα ακόλουθα:

   Οι γενικεύσεις και η χρησιμοποίηση απαξιωτικών εκφράσεων που γίνονται από εκπρόσωπο της νομοθετικής εξουσίας  σε βάρος της δικαστικής, αφ ενός μεν δυσχαιρένουν τη διερεύνηση της συγκεκριμένης υπόθεσης, αφ ετέρου δε και κυρίως δημιουργούν αδικαιολόγητα δυσμενείς εντυπώσεις για το κύρος των θεσμών. Στις μέρες που διανύουμε, όπου ο αξιακός ιστός της κοινωνίας μας δοκιμάζεται, οι γενικεύσεις και οι μειωτικές κρίσεις από εκπρόσωπο μιας συνταγματικής εξουσίας σε βάρος της άλλης πλήττουν αμφότερες, ενώ παράλληλα φορτίζουν έντονα την υπό διευρένηση υπόθεση, την στιγμή που η νηφαλιότητα και η συνεργασία των αρχών που ασχολούνται με αυτήν είναι απαραίτητες.

    Η  Ε.Ε.Ε. τηρώντας απαρέγκλιτα την αρχή της μη ανάμιξής της σε υποθέσεις που ερευνώνται τόσο δικαστικά, όσο και στα πλαίσια της λειτουργίας εξεταστικής επιτροπής της Βουλής, εκφράζει την αντίθεσή της στο περιεχόμενο των δηλώσεων αυτών, που έστω και αν διατυπώθηκαν καθ υπερβολή, εγκυμονούν κινδύνους για το κύρος τόσο της δικαιοσύνης, όσο και των άλλων θεσμών γενικότερα.

         Για το διοικητικό συμβούλιο της Ε.Ε.Ε.

Ο Πρόεδρος

Παναγιώτης Μπρακουμάτσος

Αντεισαγγελέας Εφετών

Η Γεν. Γραμματέας

Ελένη Σκεπαρνιά

Εισαγγελέας Πρωτοδικών

Πρόσκληση στα Μ.Μ.Ε. για την Γενική Συνέλευση

Σας προσκαλούμε στην 25η Ετήσια Γενική Συνέλευση της ΕΝΩΣΗΣ μας, που θα πραγματοποιηθεί στις 29 Νοεμβρίου 2009 ημέρα Κυριακή και ώρα 09.30 π.μ. στην αίθουσα τελετών του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, Ακαδημίας 60.

        Όπως κάθε χρόνο στη Γενική μας Συνέλευση θα συζητηθούν όλα τα σύγχρονα και επίκαιρα θέματα που απασχολούν τη Δικαιοσύνη της χώρας. Αναμένεται να παραστούν και να εκθέσουν τις απόψεις τους ο Πρόεδρος της Βουλής, ο Υπουργός Δικαιοσύνης, Αρχηγοί και  εκπρόσωποι των κομμάτων της  Αντιπολίτευσης, ο Πρόεδρος και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ο Πρόεδρος του Δ.Σ.Α., οι Πρόεδροι των άλλων Δικαστικών Ενώσεων καθώς και άλλοι εκπρόσωποι φορέων της Δικαιοσύνης.

           Για το διοικητικό συμβούλιο της Ε.Ε.Ε.

        Ο Πρόεδρος

 Σωτήριος Μπάγιας

Αντεισαγγελέας Εφετών

  Ο Γεν. Γραμματέας

Παναγιώτης Παναγιωτόπουλος

Αντεισαγγελέας Εφετών

Προτάσεις για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων με στοχο την αναβάθμιση και την έγκαιρη απονομή της δικαιοσύνης, καθώς και την ενίσχυση της ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών.

          Το διοικητικό συμβούλιο της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος ανακοινώνει τις προτάσεις του για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων με στόχο την αναβάθμιση και την έγκαιρη απονομή της δικαιοσύνης, καθώς και την ενίσχυση της ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών. Τα μέτρα αυτά διαχωρίζονται σε άμεσα, δηλαδή σε αυτά που μπορούν να υλοποιηθούν χωρίς οποιαδήποτε καθυστέρηση και έχουν ως στόχο την ενίσχυση της εσωτερικής ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών και τη διαφάνεια στην απονομή της δικαιοσύνης και σε μακροπρόθεσμα στο πλαίσιο σταδιακής εφαρμογής συγκεκριμένου προγράμματος πενταετούς διαρκείας. Θεωρούμε ότι τα μέτρα αυτά στο σύνολό τους συνθέτουν μια ολοκληρωμένη και σύγχρονη πρόταση αναβάθμισης της λειτουργίας της δικαιοσύνης, αλλά και έγκαιρης απονομής της, αφού τελικός στόχος είναι η έκδοση πρωτοβάθμιων αποφάσεων εντός το πολύ δύο ετών και η έκδοση αμετάκλητων αποφάσεων εντός τεσσάρων ετών το αργότερο. Παράλληλα, επαναφέρουμε και τις πάγιες θέσεις της Ενώσεώς μας αναφορικά με τη διαφάνεια και την εξυγίανση των λειτουργιών του Κράτους. Ειδικότερα τα μέτρα που προτείνουμε για την επίτευξη των προαναφερθέντων στόχων είναι τα ακόλουθα:

          Α. Μέτρα επείγοντα χαρακτήρα – αμέσως υλοποιήσιμα – για τη  διαφάνεια  και την εσωτερική ανεξαρτησία  των δικαστικών λειτουργών:

  • Καθιέρωση σταθερών και αντικειμενικών κριτηρίων για κάθε υπηρεσιακή μεταβολή (προαγωγή, μετάθεση, απόσπαση) δικαστών και εισαγγελέων και ειδική αιτιολογία όλων των σχετικών αποφάσεων του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου – ιδιαίτερα αυτών που έχουν δυσμενείς επιπτώσεις για την υπηρεσιακή κατάσταση των δικαστικών λειτουργών.

  • Κατάργηση της διάταξης (άρθρο 24 παρ. 4 του Οργανισμού Δικαστηρίων) περί ιεραρχικής εξάρτησης μεταξύ των εισαγγελικών λειτουργών. Η ιεραρχική αυτή εξάρτηση, παρότι υπό το φως των σύγχρονων νομικών εξελίξεων νοείται ως καθαρά διοικητική, έχει επανειλημμένα παρερμηνευτεί ως εκτεινόμενη και σε θέματα δικαιοδοτικής κρίσεως, με τραυματικές επιπτώσεις για την αξιοπιστία και το κύρος του εισαγγελικού θεσμού, αλλά και τη λειτουργική ανεξαρτησία του (κάθε) εισαγγελέα. Σε κάθε περίπτωση,  η  διάταξη αυτή είναι πλέον ασυμβίβαστη με το ρόλο που καλείται να επιτελέσει ο σύγχρονος εισαγγελέας (ανεξαρτήτως βαθμού) ως ισόβιος δικαστικός λειτουργός.

  • Επαναφορά του θεσμού του αυτοδιοίκητου των μεγάλων εισαγγελιών και δικαστηρίων της χώρας, με τις αναγκαίες βελτιώσεις για την αποφυγή δυσλειτουργικών φαινομένων του παρελθόντος.

  • Πρόβλεψη συγκεκριμένης – αυστηρής – πειθαρχικής ποινής για το πειθαρχικό αδίκημα (άρθρο 19 παρ. 3 του Οργανισμού Δικαστηρίων) της χειραγώγησης ή της απόπειρας χειραγώγησης της δικαιοδοτικής κρίσης δικαστικού λειτουργού από δικαστικό λειτουργό. Για το αδίκημα αυτό προτείνουμε την ποινή της οριστικής παύσης ή (σε ελαφρές περιπτώσεις) της προσωρινής παύσης.

  • Η ανάθεση των μείζονος κοινωνικής ή πολιτικής σημασίας υποθέσεων στους εισαγγελείς και ανακριτές των περιφερειών των δικαστηρίων Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιά να γίνεται κατόπιν κληρώσεως. Ειδικότερα στις εισαγγελίες η κλήρωση να γίνεται μεταξύ των εισαγγελέων που θα προεπιλέγονται κατά την έναρξη κάθε δικαστικού έτους από τις οικείες ολομέλειες σε αριθμό που θα αντιστοιχεί με το 1/3 των εισαγγελέων που υπηρετούν στις εισαγγελίες αυτές. Με το συγκεκριμένο μέτρο αποβλέπουμε στην εξάλειψη κάθε αμφισβήτησης ή υπόνοιας μεροληψίας για τον τρόπο χειρισμού των υποθέσεων εκείνων που εύλογα προκαλούν μείζον κοινωνικό και πολιτικό ενδιαφέρον.

          Β. Μέτρα μακροπρόθεσμα – με βάση τη σταδιακή εφαρμογή  συγκεκριμένου πενταετούς προγράμματος –  για την αναβάθμιση και την έγκαιρη απονομή της δικαιοσύνης, καθώς και για την πλήρη ανεξαρτησία της δικαστικής λειτουργίας από την εκτελεστική:

  • Αλλαγή του τρόπου επιλογής των Προέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με τις αναγκαίες συνταγματικές μεταρρυθμίσεις. Πρόταση της Ένωσής μας – όπως κατά το παρελθόν έχει δημόσια διατυπωθεί – αποτελεί η επιλογή αυτή να γίνεται από τη Βουλή, με αυξημένη διακομματική πλειοψηφία των 2/3 των μελών της.

  • Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας με ριζοσπαστική απλούστευση των δικονομικών διαδικασιών απονομής της δικαιοσύνης και – σταδιακή – ευρεία αποποινικοποίηση των ήσσονος σημασίας ποινικών αδικημάτων.

  • Πλήρης μηχανοργάνωση των εισαγγελιών και δικαστηρίων και αξιοποίηση όλων των δυνατοτήτων που παρέχει η σύγχρονη τεχνολογία για τη διεκπεραίωση της δικαστικής ύλης, για την επικοινωνία και συνεργασία των δικαστικών αρχών της χώρας, για την ενημερότητα του αρχειακού υλικού και ιδιαίτερα του ποινικού μητρώου.

  • Κτιριακός εξωραϊσμός των δικαστικών καταστημάτων και ανέγερση νέων σύγχρονων δικαστικών κτιρίων, όπου απαιτείται, με στόχο την αξιοπρεπή στέγαση όλων των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας.

  • Λειτουργία Δικαστικής Αστυνομίας στις μεγάλες εισαγγελίες της χώρας, σύμφωνα με τις αναλυτικές απόψεις που έχουν επανειλημμένα διατυπωθεί από την Ένωσή μας και άλλους επιστημονικούς φορείς.

  • Σταδιακή αύξηση των θέσεων των δικαστικών λειτουργών σε ποσοστό 5% κατ’ έτος και συνολικά 25% στο τέλος του πενταετούς προγράμματος.

  • Καθιέρωση του θεσμού της εθελουσίας εξόδου σε μόνιμη βάση, ώστε ανά πενταετία να εξέρχονται του δικαστικού σώματος όσοι δικαστικοί λειτουργοί αδυνατούν να ασκήσουν τα καθήκοντά τους για λόγους ψυχικής ή σωματικής υγείας.

        Γ. Μέτρα για την διαφάνεια και την εξυγίανση των λειτουργιών του Κράτους :

        . Πλήρης διαφάνεια της περιουσιακής και εν γένει οικονομικής κατάστασης όλων των λειτουργών του Κράτους. Κατάργηση κάθε είδους οικονομικού απορρήτου γι’ αυτούς. Οποιαδήποτε ελεγκτική αρχή αλλά και κάθε πολίτης – μέσω του διαδικτύου –  θα πρέπει να έχει την απρόσκοπτη δυνατότητα να λαμβάνει γνώση όλων των περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν σε κρατικούς λειτουργούς και στο στενό οικογενειακό τους περιβάλλον.

         . Θεσμοθέτηση ανεξάρτητης ελεγκτικής αρχής με δυνατότητα ουσιαστικού ελέγχου της περιουσιακής κατάστασης  των κρατικών λειτουργών και κυρίως του τρόπου απόκτησης ( «πόθεν έσχες» ) όλων των περιουσιακών τους στοιχείων. Η αρχή αυτή θα πρέπει να είναι πλήρως στελεχωμένη από ειδικούς εμπειρογνώμονες και να έχει την δυνατότητα ουσιαστικού ελέγχου ικανού αριθμού κρατικών λειτουργών κατ’ έτος.

        . ¶μεση δέσμευση κάθε  περιουσιακού στοιχείου  που τελεί σε προφανή δυσαναλογία με τα εισοδήματα των κρατικών λειτουργών. Τα περιουσιακά στοιχεία κατά το μέρος που υπερβαίνουν προδήλως τα δηλούμενα νόμιμα εισοδήματα, να δημεύονται κατόπιν δικαστικής αποφάσεως.

               Για το διοικητικό συμβούλιο της Ε.Ε.Ε.

Ο Πρόεδρος

Σωτήριος Μπάγιας

Αντεισαγγελέας Εφετών

Ο Γεν. Γραμματέας

Παναγιώτης Παναγιωτόπουλος

Αντεισαγγελέας Εφετών

Νέος Εισαγγελέας Αρείου Πάγου

Ενόψει της επικείμενης επιλογής του νέου Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, το διοικητικό συμβούλιο της Ενώσεως Εισαγγελέων Ελλάδος ανακοινώνει τ’ ακόλουθα :
Είναι γνωστό ότι πάγια θέση της Ενώσεώς μας αποτελεί η άποψη ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου πρέπει να προέρχεται αποκλειστικά από τον εισαγγελικό κλάδο. Η θέση μας αυτή παραμένει αυτονόητα σταθερή και σήμερα, ανεξάρτητα από συγκεκριμένες καταστάσεις, συγκυρίες και πρόσωπα.
Σήμερα άλλωστε υπάρχουν δέκα επτά (17) Αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου, μεταξύ των οποίων μπορεί να επιλεγεί ο πλέον ικανός, ο οποίος θα διασφαλίσει κλίμα ηρεμίας και ενότητας για το σύνολο των λειτουργών του εισαγγελικού θεσμού, θα σέβεται την εσωτερική ανεξαρτησία όλων των Εισαγγελέων και θα ενισχύσει το σθένος τους, ώστε ν’ ασκούν τα καθήκοντά τους με μόνο γνώμονα το νόμο και τη συνείδησή τους.
Τονίζουμε, τέλος, ότι πάγια επίσης θέση της Ενώσεώς μας αποτελεί η ανάγκη αναθεώρησης της συνταγματικής διατάξεως, αναφορικά με την επιλογή των Προέδρων των ανώτατων δικαστηρίων και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου από την εκάστοτε Κυβέρνηση, ώστε ν’ αποκοπεί κάθε εξάρτηση της δικαστικής από την εκτελεστική εξουσία και να ενισχυθεί η ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών, σύμφωνα και με την θεμελιώδη αρχή του δημοκρατικού πολιτεύματος περί διακρίσεως των εξουσιών του Κράτους.

Για το διοικητικό συμβούλιο της Ε.Ε.Ε.

Ο Πρόεδρος

Σωτήριος Μπάγιας
Αντεισαγγελέας Εφετών

Ο Γεν. Γραμματέας

Παναγιώτης Παναγιωτόπουλος
Αντεισαγγελέας Εφετών

Νέος Εισαγγελέας Αρείου Πάγου

Ενόψει της επικείμενης επιλογής του νέου Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, το διοικητικό συμβούλιο της Ενώσεως Εισαγγελέων Ελλάδος ανακοινώνει τ’ ακόλουθα :
Είναι γνωστό ότι πάγια θέση της Ενώσεώς μας αποτελεί η άποψη ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου πρέπει να προέρχεται αποκλειστικά από τον εισαγγελικό κλάδο. Η θέση μας αυτή παραμένει αυτονόητα σταθερή και σήμερα, ανεξάρτητα από συγκεκριμένες καταστάσεις, συγκυρίες και πρόσωπα.
Σήμερα άλλωστε υπάρχουν δέκα επτά (17) Αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου, μεταξύ των οποίων μπορεί να επιλεγεί ο πλέον ικανός, ο οποίος θα διασφαλίσει κλίμα ηρεμίας και ενότητας για το σύνολο των λειτουργών του εισαγγελικού θεσμού, θα σέβεται την εσωτερική ανεξαρτησία όλων των Εισαγγελέων και θα ενισχύσει το σθένος τους, ώστε ν’ ασκούν τα καθήκοντά τους με μόνο γνώμονα το νόμο και τη συνείδησή τους.
Τονίζουμε, τέλος, ότι πάγια επίσης θέση της Ενώσεώς μας αποτελεί η ανάγκη αναθεώρησης της συνταγματικής διατάξεως, αναφορικά με την επιλογή των Προέδρων των ανώτατων δικαστηρίων και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου από την εκάστοτε Κυβέρνηση, ώστε ν’ αποκοπεί κάθε εξάρτηση της δικαστικής από την εκτελεστική εξουσία και να ενισχυθεί η ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών, σύμφωνα και με την θεμελιώδη αρχή του δημοκρατικού πολιτεύματος περί διακρίσεως των εξουσιών του Κράτους.

Για το διοικητικό συμβούλιο της Ε.Ε.Ε.

Ο Πρόεδρος

Σωτήριος Μπάγιας
Αντεισαγγελέας Εφετών

Ο Γεν. Γραμματέας

Παναγιώτης Παναγιωτόπουλος
Αντεισαγγελέας Εφετών

Συμπεράσματα συνεδρίου Κέρκυρας(19,20,21/6/2009)

Το διοικητικό συμβούλιο της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος ανακοινώνει – σε σύνοψη – τα τελικά συμπεράσματα και τις προτάσεις του συνεδρίου που πραγματοποιήθηκε – με την συνεργασία και την υποστήριξη του Ε.Κ.Δ.Δ. – στην Κέρκυρα στις 19,20 και 21 Ιουνίου 2009 με θέμα « Κράτος και Διαφάνεια: Η διαφάνεια στη δημόσια διοίκηση και τη δικαιοσύνη, θεμελιώδης όρος για την ανάπτυξη του σύγχρονου κράτους ».
. Η αδιαφάνεια που επικρατεί σε κρίσιμους τομείς και λειτουργίες του κράτους αποτελεί βασική εστία παραγωγής της διαφθοράς που τείνει σήμερα να λάβει ανεξέλεγκτα μεγάλες διαστάσεις .
. Η διασφάλιση της διαφάνειας και η πάταξη της διαφθοράς πρέπει να εκκινήσει από τις κορυφές των πυραμίδων των λειτουργιών του κράτους και συγκεκριμένα από τους άμεσους κρατικούς λειτουργούς.
. Είναι αναγκαία η απόλυτη διαφάνεια στην οικονομική εν γένει περιουσιακή κατάσταση όλων των λειτουργών του κράτους και η κατάργηση γι’ αυτούς κάθε είδους οικονομικού απορρήτου. Τα περιουσιακά στοιχεία των κρατικών λειτουργών θα πρέπει να εκτίθενται σε δημόσια θέαση (μέσω του διαδικτύου), ώστε να είναι απολύτως προσβάσιμα σε κάθε ελεγκτική αρχή, αλλά και σε κάθε πολίτη.
. Πρέπει να θεσμοθετηθεί ανεξάρτητη ελεγκτική αρχή, επαρκώς στελεχωμένη και εφοδιασμένη με την αναγκαία υλικοτεχνική υποδομή, για τον ουσιαστικό έλεγχο της περιουσιακής κατάστασης όλων των λειτουργών του κράτους και κυρίως του τρόπου κτήσης των περιουσιακών τους στοιχείων («πόθεν έσχες»).
. Το συνταγματικό – νομοθετικό πλαίσιο που διέπει τον έλεγχο της ποινικής ευθύνης υπουργών (άρθρο 86 του Συντάγματος, Ν.3126/2003) είναι ανεπαρκές και ενέχει ουσιώδη ελλείμματα ως προς την αποτελεσματικότητά του, ενώ παράλληλα έρχεται σε αντίθεση με τη θεμελιώδη διάταξη του άρθρου 4 του Συντάγματος περί ισότητας όλων των πολιτών έναντι του κράτους. Πρέπει κατά συνέπεια να τροποποιηθεί ριζικά. Διαπιστώνεται ωστόσο ότι το υπάρχον νομοθετικό πλαίσιο (με τις όποιες ανεπάρκειες και ελλείψεις του) δεν εφαρμόζεται με ακρίβεια και συνέπεια. Διαπιστώνεται επίσης ότι η ουσιαστική αλλαγή του όλου πλαισίου θα συντελεστεί μόνο με τη σχετική συνταγματική μεταρρύθμιση. Μέχρι να συντελεστεί η συνταγματική αυτή μεταρρύθμιση, κάθε προσπάθεια μεταβολής του όλου θεσμικού πλαισίου με τροποποίηση του σχετικού νόμου, θα αποβεί ουσιαστικά ατελέσφορη και πιθανότατα θα περιπλέξει ακόμη περισσότερο τα πράγματα.
. Οι διαδικασίες πρόσληψης υπαλλήλων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα καθώς και η υπηρεσιακή τους εξέλιξη, θα πρέπει να διέπονται από απόλυτη διαφάνεια και δημοσιότητα. Οποιαδήποτε αναγγελία πρόσληψης υπαλλήλου στο δημόσιο θα πρέπει να διέπεται από τέτοια δημοσιότητα, ώστε να γίνεται γνωστή σε όλους τους ενδιαφερόμενους. Σε αντίθετη περίπτωση οι προσλήψεις να είναι αυτοδικαίως άκυρες.
. Στην ποινική δίκη και στο στάδιο της κύριας διαδικασίας πρέπει να υπάρχει απόλυτη διαφάνεια και δυνατότητα πρόσβασης σ’ αυτήν όλων των πολιτών. Αντίθετα στο στάδιο της προδικασίας δικαιολογημένα επικρατεί η αρχή της μυστικότητας για τη διασφάλιση της ανακριτικής διαδικασίας. Όμως και στο στάδιο αυτό (της προδικασίας) πρέπει να υπάρχει απόλυτη διαφάνεια έναντι του κατηγορουμένου, ο οποίος πρέπει να έχει ακώλυτη πρόσβαση σε κάθε στοιχείο της υπόθεσης για τη διαμόρφωση της υπερασπιστικής γραμμής που αυτός επιλέγει.
. Στην εσωτερική λειτουργία της δικαιοσύνης: Θα πρέπει να καθιερωθούν μόνιμα, σταθερά και αντικειμενικά κριτήρια για κάθε υπηρεσιακή μεταβολή (προαγωγή, μετάθεση, απόσπαση)των δικαστικών λειτουργών. Παράλληλα θα πρέπει να καθιερωθεί ειδική αιτιολογία όλων των αποφάσεων του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου (Α.Δ.Σ.) για κάθε μεταβολή στην υπηρεσιακή κατάσταση των δικαστών και των εισαγγελέων. Σήμερα τα συγκεκριμένα ζητήματα – που αποτελούν αναγκαίους όρους για την ενίσχυση της διαφάνειας – παραμένουν ανεπίλυτα, αφού δεν υπάρχουν τα αναγκαία σταθερά κριτήρια για τις υπηρεσιακές μεταβολές, ούτε οι σχετικές αποφάσεις του Α.Δ.Σ. περιέχουν ειδική αιτιολογία.
. Πέρα από την εν στενή εννοία διαφθορά υφίσταται – και έχει λάβει ανησυχητικά μεγάλες διαστάσεις – και ένα άλλο είδος «οιονεί διαφθοράς», αυτό της διαφθοράς χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα, που αναπτύσσεται με βάση συγγενικές ή κοινωνικές σχέσεις, αλλά και με βάση πολιτικά και κομματικά κριτήρια. Το είδος αυτό της «οιονεί διαφθοράς» έχει επίσης ως αφετηρία την αδιαφάνεια στις κρατικές λειτουργίες και είναι εξίσου επικίνδυνο με την εν στενή εννοία διαφθορά. Προτείνεται όπως το συγκεκριμένο φαινόμενο «οιονεί διαφθοράς» αναχθεί σε ιδιώνυμο ποινικό αδίκημα.
. Η έννοια της ηθικής δεν συμπίπτει ούτε μπορεί να ταυτίζεται με αυτή της νομιμότητας. Η έννοια του ηθικού υπερτερεί του νομίμου. Το ηθικό είναι (ή τουλάχιστον πρέπει να είναι)νόμιμο, όχι όμως και το αντίστροφο. Σε κάθε περίπτωση κάθε νόμος πρέπει να ενέχει ένα μίνιμουμ ηθικής. Όταν το μίνιμουμ αυτό δεν υπάρχει, ο νόμος δεν «νομιμοποιείται» στην συνείδηση των πολιτών και πρέπει να καταργείται.
. Το νομοθετικό πλαίσιο για την πάταξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες (όπως ισχύει μετά και τον ν.3691/08) κρίνεται σε γενικές γραμμές επαρκές. Το πρόβλημα που ανακύπτει – όπως άλλωστε και με τους περισσότερους νόμους για την πάταξη της διαφθοράς – επικεντρώνεται στις ελλείψεις εφαρμογής του νομοθετικού αυτού πλαισίου με συνέπεια την αναποτελεσματικότητά του ως μέσο πρόληψης και καταστολής της διαφθοράς.

Για το διοικητικό συμβούλιο της Ε.Ε.Ε.

Ο Πρόεδρος

Σωτήριος Μπαγιας
Αντεισαγγελέας Εφετών

Ο Γενικός Γραμματέας
Παναγιώτης Παναγιωτόπουλος
Αντεισαγγελέας Εφετών

Δελτίο τύπου για το συνέδριο στην Κέρκυρα στις 19,20 και 21/6/2009

Η Ένωση Εισαγγελέων Ελλάδος – σε συνεργασία και με τη στήριξη του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης – διοργανώνει 3ήμερο επιστημονικό συνέδριο με θέμα «ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ – Η διαφάνεια στη δημόσια διοίκηση και δικαιοσύνη, θεμελιώδης όρος για την ανάπτυξη του σύγχρονου κράτους», στην Κέρκυρα στις 19, 20 και 21 Ιουνίου 2009 ( Ξενοδοχείο «CORFU HOLIDAY PALACE» ).
Στο συνέδριο θα συμμετάσχουν εκατόν σαράντα (140) εισαγγελείς και δικαστές απ’ όλη τη χώρα. Εισηγητές των επιμέρους θεμάτων είναι δικαστικοί λειτουργοί, καθηγητές Πανεπιστημίων και επικεφαλής ελεγκτικών αρχών της δημόσιας διοίκησης (συνημμένη σχετική ονομαστική κατάσταση)
Σκοπός του συνεδρίου είναι ν’ αναδειχθεί η αναγκαιότητα για διαφάνεια στη λειτουργία των θεσμών και ιδιαίτερα στην δημόσια διοίκηση με στόχο την πάταξη της διαφθοράς και την εξυγίανση της δημόσιας ζωής.
Για το σκοπό αυτό θα εξεταστούν σημαντικά συναφή ζητήματα (όπως ο έλεγχος της ποινικής ευθύνης υπουργών, το «ξέπλυμα βρώμικου χρήματος», η κατάργηση κάθε οικονομικού απορρήτου για τους κρατικούς λειτουργούς, ο πειθαρχικός έλεγχος των οργάνων της διοίκησης κ.α.).
Επίσης, θα παρουσιαστούν εκ νέου και θα τεθούν υπό διαβούλευση οι από 24-9-2008 προτάσεις της Ενώσεώς μας για α) τη διαφάνεια στη Δικαιοσύνη και την ενίσχυση της εσωτερικής ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών και β) τη διαφάνεια και την εξυγίανση των λειτουργιών του Κράτους ( συνημμένη η σχετική από 24-9-2008 ανακοίνωσή μας).
Τα συμπεράσματα του συνεδρίου και οι προτάσεις που θα διατυπωθούν, θα υποβληθούν στα συναρμόδια υπουργεία, τα πολιτικά κόμματα και κάθε αρχή ή φορέα που ασχολείται με θέματα διαφάνειας και πάταξης της διαφθοράς.

Από το διοικητικό συμβούλιο της Ε.Ε.Ε.

Διάψευση του Προέδρου περί δήθεν συμμετοχής του σε ευρωψηφοδέλτιο

[ O ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ Δ.Σ. ]

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ – ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Οι δημόσιες αναφορές και φήμες, περί δήθεν συμμετοχής μου σε ευρωψηφοδέλτιο πολιτικού κόμματος, κατά τις επικείμενες ευρωεκλογές, είναι εντελώς αβάσιμες και αποτελούν αποκυήματα φαντασίας.
Τις διαψεύδω με τρόπο κατηγορηματικό και απόλυτο.
Είμαι και παραμένω εισαγγελέας – πρόεδρος της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος, θέση στην οποία με εξέλεξαν με ευρύτατη πλειοψηφία οι συνάδελφοί μου εισαγγελείς της χώρας. Η θέση αυτή αποτελεί για εμένα ύψιστη τιμή.
Λυπούμαι, ωστόσο, ιδιαίτερα για το γεγονός ότι οι ανωτέρω αναληθείς αναφορές και φήμες για το πρόσωπό μου εκπορεύτηκαν και από χείλη βουλευτών – εκπροσώπων του λαού μας στο ελληνικό κοινοβούλιο.

Ο Πρόεδρος της Ε.Ε.Ε.

Σωτήριος Μπάγιας
Αντεισαγγελέας Εφετών

Ζητήματα που ανέκυψαν σχετικά με την εφαρμογή του συνταγματικού-νομοθετικού πλαισίου για τον έλεγχο της ποινικής ευθύνης υπουργών

Αναφορικά με τα ζητήματα που ανέκυψαν σχετικά με την εφαρμογή του συνταγματικού – νομοθετικού πλαισίου για τον έλεγχο της ποινικής ευθύνης υπουργών, το διοικητικό συμβούλιο της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος διατυπώνει τις ακόλουθες θέσεις:
1. Το σύνταγμα (άρθρο 86 παρ.2 εδ. β΄) και ο εκτελεστικός αυτού νόμος (ν. 3162/03 – άρθρο 4 παρ. 2 και 3) είναι απολύτως σαφή και δεν επιδέχονται οποιασδήποτε παρερμηνείας : Αν στο πλαίσιο ανάκρισης, προανάκρισης, προκαταρκτικής εξέτασης ή διοικητικής εξέτασης προκύψουν στοιχεία που σχετίζονται με ενδεχόμενη ποινική ευθύνη υπουργών, τα στοιχεία αυτά διαβιβάζονται αμελλητί στη Βουλή από αυτόν που ενεργεί την ανάκριση, προανάκριση ή εξέταση.
2. Σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται αξιολόγηση (θετική ή αρνητική)των στοιχείων από αυτόν ο οποίος ενεργεί την έρευνα και ο οποίος είναι υποχρεωμένος να τα διαβιβάσει στην Βουλή.
3. Μόνη και αποκλειστικά αρμόδια για αξιολόγηση των στοιχείων είναι η Βουλή, η οποία με βάση την αξιολόγηση αυτή αποφαίνεται για τη διεξαγωγή ή μη προκαταρκτικής εξέτασης.
4. Η υπ’ αριθμ.4/2003 εγκύκλιος του Εισαγγελέα Α.Π. για διαβίβαση των στοιχείων στη Βουλή μέσω αυτού, ενώ προσπάθησε να λύσει ορισμένα πρακτικά προβλήματα που δημιουργούσε η διαβίβαση, κατά κύριο λόγο ανεπίδεκτων δικαστικής εκτίμησης μηνύσεων κατά υπουργών, μάλλον περιέπλεξε το ζήτημα, αφού όπως αποδείχθηκε, δημιούργησε παρεξηγήσεις και παρερμηνείες όσον αφορά τη διαδικασία εφαρμογής του νόμου. Εξάλλου δεν είναι δυνατόν ένας απλός διοικητικός υπάλληλος να έχει δικαίωμα ν’ αποστείλει απ’ ευθείας στη Βουλή στοιχεία σχετιζόμενα με ενδεχόμενη ποινική ευθύνη υπουργών (που προέκυψαν κατά διεξαγωγή διοικητικής εξέτασης) και να μην έχει τέτοιο δικαίωμα ο εισαγγελέας (καίτοι δικαστικός λειτουργός) που ενεργεί προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση.
5. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί συνταγματικά συμβατή η ανωτέρω εγκύκλιος, ο εισαγγελέας Α.Π. έχει καθαρά διαβιβαστικό ρόλο και ασφαλώς δεν δικαιούται να αξιολογήσει και να κρίνει την επάρκεια ή τη βασιμότητα των στοιχείων. ¶λλωστε, τέτοιο δικαίωμα αξιολόγησης – όπως προαναφέρθηκε – δεν έχει ούτε ο αρμόδιος εισαγγελέας που ενεργεί την έρευνα.
6. Η διάταξη του άρθρου 24 παρ.4 του οργανισμού δικαστηρίων ( Ν. 1756/88) περί «ιεραρχικής εξάρτησης» μεταξύ των εισαγγελέων ασφαλώς δεν μπορεί να ερμηνευτεί με βάση αντιλήψεις που επικρατούσαν σε παλαιότερες εποχές όταν ο εισαγγελέας δεν ήταν δικαστικός λειτουργός, αλλά σύμφωνα με τις σύγχρονες συνταγματικές επιταγές (άρθρα 88 και 90 του Σ.) που αναγορεύουν τον εισαγγελέα ως ανεξάρτητο και ισόβιο δικαστικό λειτουργό.
7. Εξάλλου, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις, ο εισαγγελέας οφείλει μεν να εκτελεί τις παραγγελίες των προϊσταμένων του (προδήλως αυτές που έχουν ειδικό νομικό έρεισμα και όχι αυτές που περιέχουν προσωπικές απόψεις), « κατά την εκτέλεση όμως των καθηκόντων του και την έκφραση της γνώμης του ενεργεί αδέσμευτα υπακούοντας στο νόμο και τη συνείδησή του ». Συνεπώς, ο εισαγγελέας κατά την άσκηση των λειτουργικών του καθηκόντων και την έκφραση της δικαιοδοτικής του κρίσης, μόνους προϊσταμένους έχει το νόμο και τη συνείδησή του. Πρέπει, επιτέλους, να γίνει από όλους κατανοητό, αυτό που πριν από 25 χρόνια είχε πεί ο αείμνηστος Κωνσταντίνος Σταμάτης, εκ των κορυφαίων εισαγγελέων στην ιστορία του θεσμού, ότι η ιεραρχική εξάρτηση ενός κατώτερου εισαγγελέα από έναν ανώτερο, αφορά μόνον τις τυπικές διαδικαστικές πράξεις και δεν επεκτείνεται ποτέ στις ουσιαστικές δικαιοδοτικές κρίσεις του. Και αυτά, χωρίς εξαίρεση, ισχύουν και για τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
8. Συμπερασματικά, ως προς την αρμοδιότητα για τη διαβίβαση στοιχείων σχετιζόμενων με ποινική ευθύνη υπουργών, που προκύπτουν κατά τη διεξαγωγή εισαγγελικής έρευνας : Κάθε εισαγγελέας (ανεξαρτήτως βαθμού) που ενεργεί προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση, όχι απλώς έχει τη νομική δυνατότητα, αλλά την υποχρέωση να διαβιβάσει ο ίδιος αμελλητί στη Βουλή κάθε στοιχείο που σχετίζεται με ενδεχόμενη ποινική ευθύνη υπουργού, χωρίς να δικαιούται να προβεί σε αξιολόγηση της επάρκειας ή της βασιμότητας αυτού.
9. Διαπιστώνουμε, τέλος, την αναγκαιότητα τροποποίησης του όλου συνταγματικού – νομοθετικού πλαισίου που διέπει τον έλεγχο της ποινικής ευθύνης υπουργών, με τη μετάθεση των σχετικών αρμοδιοτήτων της Βουλής σε ολιγομελές δικαστικό όργανο – από την ίδια τη Βουλή επιλεγμένο – ώστε ν’ αποκλείεται κάθε ενδεχόμενο σύγχυσης πολιτικών και δικαστικών κριτηρίων στη λήψη των αποφάσεων.

Για το διοικητικό συμβούλιο της Ε.Ε.Ε.

Ο Πρόεδρος

Σωτήριος Μπάγιας
Αντεισαγγελέας Εφετών

Ο Γεν.Γραμματέας

Παναγιώτης Παναγιωτόπουλος
Αντεισαγγελέας Εφετών