Δελτίο Τύπου

 

Εξ αφορμής συναφών δημοσιευμάτων σε εβδομαδιαίο έντυπο με τον τίτλο «Στο εδώλιο της Βουλής» και «από ανάκριση» ο Σταμ.  Δασκαλόπουλος» η Ένωση Εισαγγελέων Ελλάδος διακηρύττει ότι:

Το δικαιολογημένο ενδιαφέρον των δημοσιογράφων για τη δημοσίευση σχολίων και ειδήσεων που σχετίζονται με τις πράξεις προσώπων τα οποία ασκούν δημόσια εξουσία, – μεταξύ αυτών οι εισαγγελικοί λειτουργοί – και παρουσιάζουν ενδιαφέρον για το κοινωνικό σύνολο συναρτάται με το καθήκον αληθείας και την υποχρέωση σεβασμού της προσωπικότητας, τα οποία επιβάλλουν τον έλεγχο και την διασταύρωση των πληροφοριών και των ειδήσεων που δημοσιεύονται.

Συνεπώς,  προς αποκατάσταση της αλήθειας:

 Η δημοσιευθείσα είδηση που προσέδωσε στον προαναφερθέντα Εισαγγελέα Εφετών το χαρακτηρισμό του ελεγχομένου από την Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας του Ελληνικού Κοινοβουλίου και μάλιστα στο «εδώλιο» αυτής και «από ανάκριση», είναι αναληθής και βασίστηκε προφανώς σε ανακριβείς πληροφορίες, η όλη δε παρουσίαση της εκτός του ότι συνιστά, αναμφίβολα, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματός της ελευθεροτυπίας μπορεί να θίξει το κύρος του Εισαγγελικού  Θεσμού.

Οι αναφορές περί επιλεκτικής ανάθεσης καθηκόντων στον ίδιο Εισαγγελέα Εφετών τυγχάνουν όλως αβάσιμες ενόψει του ότι η σχετική αρμοδιότητα ανήκει κατά τον Κώδικα Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών αποκλειστικά στον Διευθύνοντα την οικεία Εισαγγελία , ο οποίος μεριμνά για την εύρυθμη λειτουργία της, η δε διδασκαλία στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών από εισαγγελικό λειτουργό συνιστά άσκηση δικαστικού έργου και εκτελείται παράλληλα με τα τακτικά καθήκοντα του Εισαγγελέως .

Οι Εισαγγελείς της χώρας, όλων των βαθμών, ασκούν τα καθήκοντα τους με γνώμονα το Νόμο και τη συνείδηση τους χωρίς να εξαρτώνται και  να επηρεάζονται από εξωγενείς παράγοντες, ιδίως δε από αναληθή και αστήρικτα δημοσιεύματα και αναρτήσεις στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο.

 

 

                           Για το Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος

                                      Ο Πρόεδρος                                         O Γεν. Γραμματέας

      

                          Δημήτριος Ασπρογέρακας                          Παρασκευάς Αδάμης

                               Εισαγγελέας Εφετών                            Εισαγγελέας Πρωτοδικών   

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δελτίο Τύπου

 

Το Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος :

 

 YΠΕΝΘΥΜΙΖΕΙ ότι η σφαίρα της αρμοδιότητας  των οργάνων των τριών εξουσιών είναι σαφώς προσδιορισμένη και εξειδικευμένη, ώστε κάθε όργανο να μη δύναται να έχει άλλες αρμοδιότητες παρά μόνο όσες αυστηρά του απονέμουν το Σύνταγμα και οι νόμοι του κράτους.

 

ΥΠΟΓΡΑΜΜΙΖΕΙ ότι η συνταγματική κατοχύρωση της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης και οι εγγυήσεις της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των εισαγγελικών λειτουργών αποκλείουν κάθε είδους εξάρτηση ή δέσμευση του Εισαγγελέως, πολλώ δε μάλλον, κάθε παρέμβαση στα εισαγγελικά καθήκοντα από την πολιτική εξουσία  (Κυβέρνηση-Κοινοβούλιο-Κόμματα).

 

ΘΕΩΡΕΙ αναγκαία προτεραιότητα της πολιτείας  να αναγνωρίσει και να σεβαστεί την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, λαμβάνοντας τις απαραίτητες  νομοθετικές πρωτοβουλίες για την αυτοτέλεια και την θωράκιση της.                     

 

ΔΙΑΒΕΒΑΙΩΝΕΙ ότι  οι Έλληνες Εισαγγελείς, υπό αντίξοες συνθήκες, επιτελούν απερίσπαστοι και ανεξάρτητοι το έργο τους με υψηλό αίσθημα καθήκοντος και ευθύνης, σύμφωνα με το νόμο και τη συνείδηση τους, έχοντας ως μέλημα την εξιχνίαση  και  πάταξη  φαινομένων διαφθοράς και διασπάθισης δημοσίου χρήματος, βασικούς παράγοντες που οδήγησαν τη χώρα σε οικονομική κρίση.

 

ΚΑΛΕΙ την πολιτεία και έμπρακτα να επιβεβαιώσει  το ενδιαφέρον της για την ποιοτική αναβάθμιση της δικαιοσύνης, λαμβάνοντας άμεσα τις αναγκαίες πρωτοβουλίες για την βελτίωση των συνθηκών απονομής της, προκειμένου οι λειτουργοί της να υπηρετούν και οι πολίτες να απολαμβάνουν μία δικαιοσύνη ως ύψιστο κοινωνικό αγαθό που να συμβαδίζει με τα διεθνή πρότυπα, να σέβεται και να εγγυάται την προστασία των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, να διασφαλίζει την κοινωνική ειρήνη και να αποτελεί μοχλό οικονομικής  ανάπτυξης.

 

Τέλος, η έκφραση δημόσιας κριτικής για τον τρόπο άσκησης των εισαγγελικών καθηκόντων είναι θεμιτή και ευπρόσδεκτη, εφόσον, βέβαια, τηρούνται οι κανόνες δεοντολογίας χωρίς υπερβάσεις του προσήκοντος μέτρου ευπρέπειας.

          

 

 

             Για το Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος

 

                         Ο Πρόεδρος                         O Αναπληρωτής Γεν. Γραμματέας


      

              Δημήτριος Ασπρογέρακας                 Ιωάννης Παναγόπουλος

                  Εισαγγελέας Εφετών                  Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών   

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ – ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Το Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος εκφράζει τη δυσαρέσκειά του για τις στοχευμένες – μέσω αναφορών στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο – μεθοδεύσεις δημοσιοποίησης αβάσιμης κριτικής, σχετικά με τον τρόπο άσκησης των καθηκόντων του ποδοσφαιρικού εισαγγελέα στην υπόθεση του αγώνα μεταξύ των ΠΑΕ «Παναθηναϊκός» και «Ολυμπιακός», την 21-11-2015.
Υπογραμμίζεται ότι τα αποτελούμενα από εν ενεργεία εισαγγελείς διωκτικά και πειθαρχικά όργανα της Ε.Π.Ο., καλύπτονται από συνταγματικές εγγυήσεις ανεξαρτησίας και επιτελούν το καθήκον τους σύμφωνα με το νόμο, ανεπηρέαστα από εξωγενείς -άσχετους με το δικαστικό έργο τους- παράγοντες.
Το έργο τους αυτό επιτελούν με σοβαρότητα και πλήρη συναίσθηση του θεσμικού τους ρόλου.

                 Για το Διοικητικό Συμβούλιο της Ε.Ε.Ε.

        Ο Πρόεδρος                                O Γεν. Γραμματέας

Κωνσταντίνος Τζαβέλλας              Δημήτριος Ζημιανίτης
Αντεισαγγελέας Εφετών             Εισαγγελέας Πρωτοδικών

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΥΝΗΓΟΡΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΧΕΙΡΙΣΜΟΥ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΤΟΥ ΑΠΟ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ-ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Το Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος, λαμβάνοντας αφορμή από δημόσια Δήλωση του δικηγόρου Αθηνών Μ. Δημητρακόπουλου, στην οποία –εκτός άλλων- στρέφεται προσωπικά κατά Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, αναφερόμενος ειρωνικά στη «μέγιστη νομική της κατάρτιση», για το λόγο ότι ο χειρισμός εκ μέρους της  υπόθεσης, την οποία εκείνος ανέλαβε ως συνήγορος υπεράσπισης, δεν  ικανοποίησε τον ίδιο ή τον εντολέα του, περιορίζεται να υπογραμμίσει τα ακόλουθα :

(α) Στους λειτουργούς της Δικαιοσύνης, το Σύνταγμα και ο νόμος επιφυλάσσουν πλήρη λειτουργική και οργανική ανεξαρτησία κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, ο δε έλεγχος του βαθμού ανταπόκρισης στα καθήκοντά τους έχει ανατεθεί στα οικεία Συμβούλια Επιθεώρησης (80 επ. Ν 1758/1988) και όχι στους συνηγόρους των υπ’ αυτών ποινικά ελεγχομένων προσώπων.

(β) Οι προσωπικές αναφορές σε δικαστικό λειτουργό, στην προαναφερθείσα Δήλωση του δικηγόρου Αθηνών, εξαιτίας του ότι εκείνη δεν ενήργησε με τρόπο ευνοϊκό για τον εντολέα του, απάδει, πέραν άλλων, στο πλαίσιο υποχρεώσεων που ο Κώδικας περί Δικηγόρων διαγράφει, όσον αφορά στη χρηστή και ευπρεπή συμπεριφορά των τελευταίων (49 επ. ΝΔ 3026/1954). Τούτο όμως, εμπίπτει στην ελεγκτική αρμοδιότητα του ΔΣ του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.

 

                        Για το Διοικητικό Συμβούλιο της Ε.Ε.Ε.

 

            Ο Πρόεδρος                                         O Γεν. Γραμματέας

       

  Κωνσταντίνος Τζαβέλλας                            Δημήτριος Ζημιανίτης          

   Αντεισαγγελέας Εφετών                            Εισαγγελέας Πρωτοδικών    

 

 

Σχέδιο Νόμου για την κατάργηση καταστημάτων Τύπου Γ´ κλπ

Το Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος, με αφορμή την προώθηση προς ψήφιση εκ μέρους του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας & Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Σχεδίου Νόμου «Μεταρρυθμίσεις ποινικών διατάξεων, κατάργηση των καταστημάτων κράτησης Γ’ τύπου κ.ά. διατάξεις», μετά τη θέση του σε δημόσια διαβούλευση σε βραχεία προθεσμία, επισημαίνει τα εξής :

(Α) Νομοθετικές μεταρρυθμίσεις που εξαντλούνται στην επιθυμία «αποσυμφόρησης των καταστημάτων κράτησης» και, μάλιστα, μέσω «εκτάκτων μέτρων» (βλ. τον τίτλο του άρθρου 4 του Σχεδίου Νόμου),  εγγράφονται στη χορεία των ευκαιριακών, αποσπασματικών και ξένων –τελικά- με το ποινικό δόγμα ρυθμίσεων, στις οποίες η Πολιτεία δια των ετών επιδεικνύει ιδιαίτερη προτίμηση.

Ο υπερπληθυσμός των καταστημάτων κράτησης αποτελεί προφανώς μείζον πρόβλημα, τούτο όμως  δεν μπορεί να επιλύεται με την αυθαίρετη νομοθετική μείωση του χρόνου πραγματικής έκτισης της ποινής και, συνακόλουθα, με τη γενικευμένη, χωρίς εξαιρέσεις ελευθέρωση καταδικασθέντων για  εγκλήματα κάθε βαθμίδας και βαρύτητας,  η οποία :

(i) ισοδυναμεί με ακύρωση των δικαστικών αποφάσεων που τις επέβαλαν in casu, επί τη βάσει συγκεκριμένων πραγματικών και νομικών δεδομένων,

(ii) αναιρεί το γενικό και ειδικό προληπτικό αποτέλεσμα της επιβληθείσας ποινής,

(iii) αποδομεί το σχήμα της επιβολής τιμωρίας δίκαιης και ανάλογης με το έγκλημα που τέλεσε ο δράστης, τον οποίο -εν τέλει- επιβραβεύει για λόγους που συναρτώνται με μόνη την παροιμιώδη αδυναμία της Πολιτείας να εξασφαλίσει τα στοιχειώδη μέσα και τις υποδομές αντιμετώπισης της εγκληματικότητας,

(iv) είναι δυνατόν να εγείρει ζητήματα διακινδύνευσης της δημόσιας τάξης, στο μέτρο που χωρίς εξαιρέσεις, συνδεόμενες με τη βαρύτητα του εγκλήματος (όπως εκείνες λ.χ. που προβλεπόταν στο άρθρο 1 Ν 4043/2012 στο οποίο παρέπεμπε το άρθρο 8 § 5 Ν 4198/2013), προβλέπει γενική ελευθέρωση των κρατουμένων ενώ, τέλος,

(v) ενισχύει την εντύπωση μιας Πολιτείας που λειτουργεί με ασυνέχεια, αυτοαναιρούμενη και μη σεβόμενη τους νόμους που η ίδια θέσπισε,  στο ευαίσθητο, μάλιστα, πεδίο του ποινικού φαινομένου.

Ο νομοθέτης οφείλει να αναλογιστεί εν προκειμένω, εάν η αιτία της συμφόρησης των καταστημάτων κράτησης οφείλεται σε αξιόλογο βαθμό στην καταχρηστική πρόβλεψη ποινικών κυρώσεων και ειδικών ποινικών διαδικασιών εκ μέρους της εκτελεστικής εξουσίας, για την εξυπηρέτηση συχνά σκοπών άσχετων με την ποινική παράβαση καθαυτή, ώστε η όποια ρεαλιστική πολιτική αντιμετώπισής της, θα έπρεπε προ παντός να περιλάβει τη χρηστή, συνεπή, συστηματικά οργανωμένη και δογματικά ανθεκτική ποινική νομοθέτηση.

(Β) Παρά τον ανθρωπισμό που διαπνέει μείζον μέρος των προς ψήφιση διατάξεων, όσον αφορά στην απόλυση καταδίκων ασθενών (από ορισμένες νόσους) ή αναπήρων (ορισμένων ποσοστών), είναι αμφίβολο εάν ένας τέτοιος «à la carte» ανθρωπισμός μπορεί να αποτελέσει επιστημονικά αποδεκτό κριτήριο επιεικούς μεταχείρισης κατηγοριών καταδίκων, καθό μέρος :

(i) διασπά τη σύνδεση μεταξύ της πράξης τους και του σκοπού που τάχθηκε να υπηρετήσει η ποινή που τους επιβλήθηκε,

(ii) δεν αφήνει περιθώριο εξατομικευμένης εξέτασης της εκάστοτε περίπτωσης από τη δικαστική αρχή και

(iii) παρίσταται –στο μέτρο που βασίζεται σε μονομερή, γενική πρόκριση ηλικιακών μεγεθών ή άλλων αξιολογήσεων (ασθενείας ή αναπηρίας) χωρίς καμία εξαίρεση συναρτώμενη με τη βαρύτητα της πράξης- ως μη ενταγμένος στο ποινικό δόγμα, που απαιτεί την επιβολή και έκτιση της κύρωσης σε ατομικό, εξατομικευμένο και μη διεπόμενο από γενικά χαρακτηριστικά πλαίσιο.

(Γ) Παρά το γεγονός ότι με το Σχέδιο Νόμου προωθούνται, επίσης, ρυθμίσεις σχετικά με τους ανήλικους παραβάτες, αποβλέπουσες στην άμβλυνση των συνεπειών της ποινικής μεταχείρισής τους και στην κοινωνική ενσωμάτωσή τους, σύμφωνα με τα Διεθνή Κείμενα, παραβλέπεται ο υπαρκτός κίνδυνος της εκμετάλλευσης αυτής ακριβώς της (αδικαιολόγητα επιεικούς, ιδίως για τα κακουργήματα που επισύρουν βαρείες ποινές πλην της ισόβιας κράτησης) μεταχείρισης, από ένα κύκλο ατόμων που έχει διαπιστωθεί ότι ενεργούν οργανωμένα, είτε χρησιμοποιώντας ανηλίκους, είτε εμφανιζόμενοι αυτοί ως ανήλικοι –όντες αλλοδαποί ενήλικοι- διαπράττοντες μείζονος κοινωνικής απαξίας αδικήματα. Ορισμένες από τις προωθούμενες διατάξεις παρίστανται να  διευκολύνουν μια τέτοια αμιγώς εγκληματική και σχεδιασμένη δράση. Και στο σημείο αυτό, οι γενικές ρυθμίσεις του Σχεδίου Νόμου παραπέμπουν μάλλον σε πρόθεση συλλήβδην «αμνήστευσης» και όχι εξατομικευμένης εξέτασης της παραβατικής συμπεριφοράς (διαπιστωμένων και μη) ανηλίκων.

 Το ΔΣ της ΕΕΕ με λύπη καταγράφει, τέλος, ότι κατά τη διαδικασία σύνταξης και αυτού του Σχεδίου Νόμου δεν ζητήθηκε η συνεισφορά ή οι παρατηρήσεις του Εισαγγελικού Κλάδου, ενώ και η βραχεία προθεσμία δημόσιας διαβούλευσης επ’ αυτού δεν επαρκεί για την ανάδειξη του σταδίου αυτού, ως ουσιαστικού.

 

Για το Διοικητικό Συμβούλιο της Ε.Ε.Ε.

 

            Ο Πρόεδρος                                                       Ο Γεν. Γραμματέας

 

Κωνσταντίνος Τζαβέλλας                                Δημήτριος Ζημιανίτης  

  Αντεισαγγελέας Εφετών                               Εισαγγελέας Πρωτοδικών

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ-ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

Το Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος, με αφορμή πρόσφατη εξαγγελία του Αναπληρωτή Υπουργού Δημόσιας Τάξης, σχετικά με τη δρομολόγηση δραστικής μείωσης του αριθμού των αστυνομικών, στους οποίους έχει ανατεθεί η φρούρηση προσώπων– στόχων, επισημαίνει την ανάγκη η δρομολογούμενη ρύθμιση αυτή να μην καταλάβει δικαστικούς λειτουργούς (δικαστές και εισαγγελείς).

Λόγω της ειδικής φύσης των καθηκόντων (χειρισμός υποθέσεων με μεγάλη βαρύτητα, με εμπλεκόμενα πρόσωπα με επικινδυνότητα κ.λπ.) και της δημόσιας θέσης των δικαστικών λειτουργών, η Πολιτεία επιβάλλεται να λάβει ιδιαίτερη μέριμνα για την προστασία τους, διακρίνοντάς τους από άλλα υπό φρούρηση πρόσωπα-στόχους του δημόσιου βίου που –πιθανώς- έχουν τη δυνατότητα διατήρησης προστασίας και με ίδια μέσα.

Το ΔΣ της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος εκτιμά ότι η Πολιτεία θα συμμεριστεί ως προφανείς τους λόγους που υπαγορεύουν τη διατήρηση της φύλαξης των δικαστικών λειτουργών ως έχει.


Για το Διοικητικό Συμβούλιο της Ε.Ε.Ε.

 

            Ο Πρόεδρος                                            Ο Γεν. Γραμματέας

 

Κωνσταντίνος Τζαβέλλας                                Δημήτριος Ζημιανίτης  

  Αντεισαγγελέας Εφετών                               Εισαγγελέας Πρωτοδικών

Δελτίο Τύπου-Ανακοίνωση για το χειρισμό της εκκρεμούς ποινικής υπόθεσης της «Χρυσής Αυγής»

Το Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος με αφορμή τη δημοσιοποίηση διαλόγου μεταξύ πολιτικών προσώπων, με αναφορές στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και στη λειτουργία της Δικαιοσύνης, όσον αφορά στο χειρισμό της εκκρεμούς ποινικής υπόθεσης της «Χρυσής Αυγής», υπογραμμίζει τα ακόλουθα :
(α) Η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου προήχθη στο βαθμό που κατέχει σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 90 § 5 του Συντάγματος,  ως η αρχαιότερη και διαθέτουσα κάθε απαιτούμενο προσόν εισαγγελέας, μετά από μακρά θητεία στον Εισαγγελικό Κλάδο, κατά την οποία επέδειξε υψηλότατο φρόνημα δικαστικού λειτουργού, πολιτευόμενη με αποκλειστικό γνώμονα το νόμο και τη συνείδησή της. Τη σύμφωνα με το Σύνταγμα προαγωγή της ουδεμία νύξη δύναται να συνοδεύσει.
(β) Δημοσιοποιούμενες δηλώσεις ή υπαινιγμοί σχετικά με την ανεξαρτησία των δικαστών και εισαγγελέων που σε διάφορα στάδια χειρίστηκαν ή χειρίζονται την προαναφερθείσα ποινική υπόθεση και, εν γένει, αναφερόμενοι στη Δικαιοσύνη και στο κύρος των λειτουργών της, αποκρούονται ως αστήρικτοι και υπηρετούντες άλλους σκοπούς από την ορθή απονομή του Δικαίου και την καλή λειτουργία του Πολιτεύματος.

                          Για το Διοικητικό Συμβούλιο της Ε.Ε.Ε.

               Ο Πρόεδρος                                    O Γεν. Γραμματέας

       Κωνσταντίνος Τζαβέλλας                     Δημήτριος Ζημιανίτης
Αντεισαγγελέας Εφετών                     Εισαγγελέας Πρωτοδικών

Δελτίο Τύπου σχετικά με σημερινές δηλώσεις του εκπροσώπου Τύπου της Χρυσής Αυγής

Με αφορμή δήλωση του εκπροσώπου Τύπου της «Χρυσής Αυγής» που ακολούθησε την ενέργεια των ανακριτικών αρχών να ζητήσουν την άρση της ασυλίας μελών της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της «Χρυσής Αυγής» που δεν είχαν καταστεί κατηγορούμενοι στην εκκρεμή ποινική υπόθεση, αλλά και την εκ νέου άρση της ασυλίας άλλων μελών της ίδιας ΚΟ –μεταξύ των οποίων και του εκπροσώπου Τύπου αυτής-, στην οποία εκτός άλλων γίνεται λόγος για «αλήτες που λυμαίνονται το δικαστικό σώμα και έλαβαν εντολή να κλείσουν στη φυλακή τους βουλευτές τους…» και για «προδότες που διαπράττουν εσχάτη προδοσία και θα τιμωρηθούν σκληρά» (www.efsyn.gr, 20-2-2014), το Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος περιορίζεται στην εξής επισήμανση :
Πρόκειται ασφαλώς για λυπηρή απόδειξη καινοφανούς αντίληψης της λειτουργίας των Πολιτειακών θεσμών -μεταξύ των οποίων και της Δικαιοσύνης- από εν ενεργεία βουλευτές. Τα συμπεράσματα ανήκουν στους πολίτες.

Για το Διοικητικό Συμβούλιο της Ε.Ε.Ε.

Ο Πρόεδρος                                    O Γενικός Γραμματέας

Κωνσταντίνος Τζαβέλλας                     Δημήτριος Ζημιανίτης
Αντεισαγγελέας Εφετών                     Εισαγγελέας Πρωτοδικών

Δελτίο Τύπου σχετικά με την έκρηξη που σημειώθηκε την 27-1-2014 στο Πρωτοδικείο Κορίνθου

Το Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος, λαμβάνοντας αφορμή από την τοποθέτηση μηχανισμού που εξερράγη εντός του γραφείου του Ανακριτή του Πρωτοδικείου Κορίνθου, την 27-1-2014, ελάχιστη ώρα πριν την έναρξη των εργασιών του Καταστήματος :
(α) Διαπιστώνει ότι το εν λόγω περιστατικό –προστιθέμενο σε παρεμφερή άλλα του πρόσφατου χρονικού διαστήματος- αναδεικνύει  την εγκατάλειψη από την Πολιτεία των δικαστικών λειτουργών, των υποδομών απονομής της Δικαιοσύνης, αλλά και των συμμετεχόντων με διάφορες ιδιότητες στο έργο τούτο (νομικών παραστατών, δικαστικών γραμματέων κ.λπ.), καθώς και των διαδίκων-πολιτών, στο έλεος του εγκλήματος, χωρίς να λαμβάνεται μέριμνα για τη στοιχειώδη ασφάλεια και την προστασία τους.
(β) Επισημαίνει ότι περιστατικά τέτοια πλήττουν τη δυνατότητα απονομής της Δικαιοσύνης υπό συνθήκες νηφαλιότητας, γεννούν και συντηρούν ανασφάλεια στους δικαστικούς λειτουργούς, τους εργαζόμενους στο χώρο των Δικαστηρίων, τους δικηγόρους, τους διαδίκους κ.λπ. και δημιουργούν την εντύπωση ότι η εγκληματική δράση είναι πρακτική ανεκτή και υλοποιήσιμη ακόμη και μέσα στο χώρο των Δικαστηρίων.
(γ) Εκφράζει τη συμπάθειά του στους συναδέλφους δικαστικούς λειτουργούς του Πρωτοδικείου Κορίνθου και τους ενθαρρύνει να εξακολουθήσουν το έργο τους με παρρησία, χωρίς να κάμπτονται από το δυσάρεστο σημερινό περιστατικό.
(δ) Τέλος, Το Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος καλεί τις αρμόδιες υπηρεσίες των Υπουργείων Δικαιοσύνης, Διαφάνειας & Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Δημόσιας Τάξης & Προστασίας του Πολίτη,  να μεριμνήσουν για την άμεση λήψη των αναγκαίων μέτρων ασφάλειας, επισείοντας  τον κίνδυνο να αποτελέσει τυχόν αβελτηρία τους την αιτία να καταστεί ανέφικτη  η απονομή της Δικαιοσύνης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Σύνταγμα και όσα προσήκουν σε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

                          Για το Διοικητικό Συμβούλιο της Ε.Ε.Ε.

               Ο Πρόεδρος                             O Γεν. Γραμματέας

       Κωνσταντίνος Τζαβέλλας                 Δημήτριος Ζημιανίτης
Αντεισαγγελέας Εφετών                   Εισαγγελέας Πρωτοδικών

Ανακοίνωση-Δελτίο Τύπου σχετικά με δηλώσεις Υπουργού Δημόσιας Τάξης όσον αφορά στο χειρισμό υποθέσεων τρομοκρατίας από τη Δικαιοσύνη.

Το Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος με αφορμή  : (α) συνέντευξη του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη στην Εφημερίδα «Καθημερινή» της  4/5-1-2014 («Δεν βαδίζει στα τυφλά η ΕΛ.ΑΣ»), στην οποία –εκτός άλλων- κάνει λόγο «για μη ύπαρξη οιασδήποτε συνέπειας σε δικαστικούς λειτουργούς που ευθύνονται για την άφεση ελευθέρου επικίνδυνου τρομοκράτη λόγω παρέλευσης 18μηνου, κατά παραβίαση κάθε έννοιας σοβαρότητας και δικαίου», (β) δηλώσεις του ίδιου Υπουργού την 7-1-2014, μετά συνάντησή του με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, με τις οποίες υπέλαβε ως δεδομένη την πλημμελή άσκηση καθηκόντων δικαστικού λειτουργού που μετείχε στο Πειθαρχικό Συμβούλιο Καταστήματος Κράτησης, από το οποίο χορηγήθηκε άδεια σε κρατούμενο καταδικασθέντα για υπόθεση τρομοκρατίας, που δεν επέστρεψε μετά το πέρας της, καθώς και (γ) δημοσιεύματα Εφημερίδων (Εφημερίδες «Τύπος της Κυριακής» της 4/5-2014, «Ελεύθεροι και με το νόμο 29 κατηγορούμενοι για την τρομοκρατία», «Καθημερινή» της 8-1-2014, «Κύριο ¶ρθρο-ολιγωρία έναντι της τρομοκρατίας»), εκφράζει τη δυσαρέσκειά του για την απλότητα με την οποία όργανα της Πολιτείας και φορείς της ενημέρωσης προσεγγίζουν ζητήματα απονομής της Δικαιοσύνης, ευρισκόμενα πέραν της αρμοδιότητάς τους και των οποίων την ουσία μάλλον αγνοούν, αισθάνεται δε την ανάγκη να γνωστοποιήσει τα εξής :
(i) Ο –διατελέσας και Υπουργός Δικαιοσύνης- Υπουργός Δημόσιας Τάξης & Προστασίας του Πολίτη, θα μπορούσε ευχερώς να πληροφορηθεί, πριν προβεί στις δηλώσεις του περί μη απόδοσης ευθυνών σε δικαστικούς λειτουργούς, ότι για τη συγκεκριμένη υπόθεση διαφυγής δύο κατηγορουμένων σε υπόθεση τρομοκρατίας, ενόσω είχε αρθεί η προσωρινή τους κράτηση λόγω παρέλευσης του ανώτατου ορίου αυτής και εκκρεμούσης της δίκης τους, παραγγέλθηκε η διενέργεια πειθαρχικής προκαταρκτικής εξέτασης από τον τότε Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, την οποία διενήργησε Αντεισαγγελέας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η σχετική υπόθεση τέθηκε στο αρχείο, λαμβανομένης υπόψη «(α) της πραγματικής επιβάρυνσης των δικαστικών λειτουργών, που χειρίστηκαν την υπόθεση της τρομοκρατικής οργάνωσης (…) από το πέρας της κυρίας ανάκρισης  μέχρι και την έκδοση του παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, (β) της πολυπλοκότητας της υπόθεσης αυτής, για την οποία σχηματίσθηκε ογκωδέστατη δικογραφία, με πολλές επιμέρους υποθέσεις, πολλές αξιόποινες πράξεις και πολλούς κατηγορουμένους, η μελέτη της οποίας απαιτούσε πολύ χρόνο και (γ) της δυσχέρειας διερεύνησης των θεμάτων (πραγματικών και νομικών) που ανέκυπταν, κατά το χρόνο μελέτης των αποδεικτικών στοιχείων της υπόθεσης, όπως, άλλωστε, προέκυψε και από τη διαδικασία στο ακροατήριο που διήρκεσε από την 5-10-2011 έως την 3-4-2013».  Επομένως, το αίτημα ταχείας περαίωσης μιας προφανώς δυσχερούς και απαιτητικής σε διαδικαστικές ενέργειες υπόθεσης, ούτε στη λογική ευρίσκει έρεισμα –σε πείσμα της τυχόν επιθυμίας της κοινής γνώμης και του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη-,  ούτε όμως στις εγγυήσεις της δίκαιης δίκης που υποχρεούνται να τηρούν οι δικαστικοί λειτουργοί στην Ελλάδα. Το σχετικό νομικό πλαίσιο (απώτατα όρια προσωρινής κράτησης, ταχεία περαίωση της ανάκρισης με περιστολή της άσκησης δικονομικών δικαιωμάτων των κατηγορουμένων κ.λπ.) είχε πλήρη την ευχέρεια ο καταγγέλλων νυν Υπουργός Προστασίας του Πολίτη να μεταρρυθμίσει επί το ταχύτερον, ενώ διατελούσε Υπουργός της Δικαιοσύνης, πλην όμως δεν το έπραξε.
Τέλος, θα ήταν ενδιαφέρον ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης & Προστασίας του Πολίτη που μέμφεται σήμερα γενικά το σύστημα απονομής της Δικαιοσύνης, υποστηρίζοντας ότι υπέπεσε σε κολοσσιαίας σημασίας παράλειψη, να αφήσει ελεύθερο επικίνδυνο τρομοκράτη, λόγω παρέλευσης 18μήνου και κάνοντας λόγο, για μη ύπαρξη οποιασδήποτε συνέπειας, σε βάρος των δικαστικών λειτουργών, που τυχόν ευθύνονται, για το γεγονός αυτό, να ενημέρωνε με την ίδια παρρησία την κοινή γνώμη  για το αθωωτικό αποτέλεσμα της Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης που ο ίδιος διέταξε, μετά την αποφυλάκιση δύο εκ των κατηγορουμένων της υπόθεσης αυτής, λόγω παρέλευσης του 18μήνου, όσον αφορά σε τυχόν πειθαρχικές ευθύνες αστυνομικών του αρμόδιου Τμήματος  Ασφαλείας, οι οποίοι μετά πάροδο εννέα (9) ημερών από την ημερομηνία που οι εν λόγω κατηγορούμενοι όφειλαν να εμφανιστούν ενώπιόν τους αντελήφθησαν το γεγονός, ανήγγειλαν δε τούτο στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών και στην προϊσταμένη υπηρεσία τους μετά πάροδο πέντε (5) ακόμη ημερών.
(ii) Ομοίως δημοσιεύματα που από προφανή άγνοια του εθνικού ποινικού δικονομικού πλαισίου που διέπει κάθε δίκη –για να μπορεί αυτή να θεωρείται δίκαιη, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου- κάνουν λόγο για «ολιγωρία της Δικαιοσύνης όταν συλληφθέντες για εγχώριες τρομοκρατικές οργανώσεις …επισήμως και νομίμως κυκλοφορούν ελεύθεροι με απαλλακτικά βουλεύματα, διατάξεις ανακριτών και αθωωτικές αποφάσεις», δεν συμβάλλουν στην ορθή πληροφόρηση του κοινού, αλλά και στην καλή λειτουργία της Δημοκρατίας, κλονίζοντας την εμπιστοσύνη των πολιτών στον τρόπο με τον οποίο απονέμεται η Δικαιοσύνη, ως μία από τις τρεις ανεξάρτητες λειτουργίες του Πολιτεύματος, αφού θέτουν σε αμφισβήτηση με τρόπο πρόχειρο και εντυπωσιοθηρικό το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαιοδοτικό έργο της.
(iii) Όσον αφορά, τέλος, στο θεσμό των σωφρονιστικών αδειών, θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο αρμόδιος δικαστικός λειτουργός (εισαγγελέας) μετέχει στο σχετικό Πειθαρχικό Συμβούλιο που δεν αποτελεί δικαστικό όργανο, με μία (1) ψήφο μεταξύ τριών (οι λοιπές ανήκουν, σύμφωνα με το άρθρο 70 § 1 Ν 2776/1999 στο διευθυντή του σωφρονιστικού καταστήματος και στον αρχαιότερο κοινωνικό λειτουργό αυτού), κάθε δε αίτηση χορήγησης άδειας κρίνεται εξατομικευμένα, χωρίς σύνδεση με εξωνομικά ή με μη συναρτώμενα με τη συμπεριφορά του αιτούντος  άδειας κρατουμένου κριτήρια. Επί του παρόντος, ο νόμος ουδεμία διάκριση κάνει όσον αφορά σε συγκεκριμένες κατηγορίες εγκληματιών ως δικαιουμένων ή μη σωφρονιστικής άδειας (άρθρο 55 Ν 2776/1999 όπως έχει τροποποιηθεί), ο δε θεσμός –από πολλών δεκαετιών γνωστός στο Δυτικό νομικό κόσμο- (a) αποτελεί εγγενές τμήμα έκτισης της στερητικής της ελευθερίας ποινής, (b) συμβάλλει ουσιωδώς στην επάνοδο του καταδίκου στην ανοικτή κοινωνία και στην άμβλυνση των δυσμενών συνεπειών του εγκλεισμού, ενώ (c) επιστημονικά και δεοντολογικά δεν πρέπει να καθίσταται αντικείμενο κριτικής και συλλήβδην απόρριψης, με αφορμή μεμονωμένες μόνον περιπτώσεις της επικαιρότητας, χωρίς να συνεκτιμάται η γενικότερη σημασία του. Εάν, τέλος, ο νομοθέτης κρίνει ότι ο θεσμός χρήζει αναθεώρησης, έχει τη συνταγματική ευχέρεια να το πράξει, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι οι τυχόν τροποποιήσεις που θα επιφέρει δεν θα υπαγορεύονται από την πίεση της επικαιρότητας, αλλά θα αντικρύζουν τεκμηριωμένες δικαιοπολιτικές και εγκληματοπροληπτικές ανάγκες.
Κατόπιν αυτών, το Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος καλεί τους εκπροσώπους της Πολιτείας και των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας να αντιδρούν με σώφρονα τρόπο όσον αφορά στα ζητήματα λειτουργίας και απονομής της Ποινικής Δικαιοσύνης, να ασκούν δε τη συναφή κριτική τους στο πλαίσιο που διαγράφει το Σύνταγμα, ο νόμος και τα πέραν αμφισβήτησης γνωστά δεδομένα της εκάστοτε υπόθεσης.

Για το Διοικητικό Συμβούλιο της Ε.Ε.Ε.

Ο Πρόεδρος                                    Ο Γεν. Γραμματέας

Κωνσταντίνος Τζαβέλλας                       Δημήτριος Ζημιανίτης
Αντεισαγγελέας Εφετών                       Εισαγγελέας Πρωτοδικών