Σχέδιο Νόμου για την κατάργηση καταστημάτων Τύπου Γ´ κλπ

Το Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος, με αφορμή την προώθηση προς ψήφιση εκ μέρους του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας & Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Σχεδίου Νόμου «Μεταρρυθμίσεις ποινικών διατάξεων, κατάργηση των καταστημάτων κράτησης Γ’ τύπου κ.ά. διατάξεις», μετά τη θέση του σε δημόσια διαβούλευση σε βραχεία προθεσμία, επισημαίνει τα εξής :

(Α) Νομοθετικές μεταρρυθμίσεις που εξαντλούνται στην επιθυμία «αποσυμφόρησης των καταστημάτων κράτησης» και, μάλιστα, μέσω «εκτάκτων μέτρων» (βλ. τον τίτλο του άρθρου 4 του Σχεδίου Νόμου),  εγγράφονται στη χορεία των ευκαιριακών, αποσπασματικών και ξένων –τελικά- με το ποινικό δόγμα ρυθμίσεων, στις οποίες η Πολιτεία δια των ετών επιδεικνύει ιδιαίτερη προτίμηση.

Ο υπερπληθυσμός των καταστημάτων κράτησης αποτελεί προφανώς μείζον πρόβλημα, τούτο όμως  δεν μπορεί να επιλύεται με την αυθαίρετη νομοθετική μείωση του χρόνου πραγματικής έκτισης της ποινής και, συνακόλουθα, με τη γενικευμένη, χωρίς εξαιρέσεις ελευθέρωση καταδικασθέντων για  εγκλήματα κάθε βαθμίδας και βαρύτητας,  η οποία :

(i) ισοδυναμεί με ακύρωση των δικαστικών αποφάσεων που τις επέβαλαν in casu, επί τη βάσει συγκεκριμένων πραγματικών και νομικών δεδομένων,

(ii) αναιρεί το γενικό και ειδικό προληπτικό αποτέλεσμα της επιβληθείσας ποινής,

(iii) αποδομεί το σχήμα της επιβολής τιμωρίας δίκαιης και ανάλογης με το έγκλημα που τέλεσε ο δράστης, τον οποίο -εν τέλει- επιβραβεύει για λόγους που συναρτώνται με μόνη την παροιμιώδη αδυναμία της Πολιτείας να εξασφαλίσει τα στοιχειώδη μέσα και τις υποδομές αντιμετώπισης της εγκληματικότητας,

(iv) είναι δυνατόν να εγείρει ζητήματα διακινδύνευσης της δημόσιας τάξης, στο μέτρο που χωρίς εξαιρέσεις, συνδεόμενες με τη βαρύτητα του εγκλήματος (όπως εκείνες λ.χ. που προβλεπόταν στο άρθρο 1 Ν 4043/2012 στο οποίο παρέπεμπε το άρθρο 8 § 5 Ν 4198/2013), προβλέπει γενική ελευθέρωση των κρατουμένων ενώ, τέλος,

(v) ενισχύει την εντύπωση μιας Πολιτείας που λειτουργεί με ασυνέχεια, αυτοαναιρούμενη και μη σεβόμενη τους νόμους που η ίδια θέσπισε,  στο ευαίσθητο, μάλιστα, πεδίο του ποινικού φαινομένου.

Ο νομοθέτης οφείλει να αναλογιστεί εν προκειμένω, εάν η αιτία της συμφόρησης των καταστημάτων κράτησης οφείλεται σε αξιόλογο βαθμό στην καταχρηστική πρόβλεψη ποινικών κυρώσεων και ειδικών ποινικών διαδικασιών εκ μέρους της εκτελεστικής εξουσίας, για την εξυπηρέτηση συχνά σκοπών άσχετων με την ποινική παράβαση καθαυτή, ώστε η όποια ρεαλιστική πολιτική αντιμετώπισής της, θα έπρεπε προ παντός να περιλάβει τη χρηστή, συνεπή, συστηματικά οργανωμένη και δογματικά ανθεκτική ποινική νομοθέτηση.

(Β) Παρά τον ανθρωπισμό που διαπνέει μείζον μέρος των προς ψήφιση διατάξεων, όσον αφορά στην απόλυση καταδίκων ασθενών (από ορισμένες νόσους) ή αναπήρων (ορισμένων ποσοστών), είναι αμφίβολο εάν ένας τέτοιος «à la carte» ανθρωπισμός μπορεί να αποτελέσει επιστημονικά αποδεκτό κριτήριο επιεικούς μεταχείρισης κατηγοριών καταδίκων, καθό μέρος :

(i) διασπά τη σύνδεση μεταξύ της πράξης τους και του σκοπού που τάχθηκε να υπηρετήσει η ποινή που τους επιβλήθηκε,

(ii) δεν αφήνει περιθώριο εξατομικευμένης εξέτασης της εκάστοτε περίπτωσης από τη δικαστική αρχή και

(iii) παρίσταται –στο μέτρο που βασίζεται σε μονομερή, γενική πρόκριση ηλικιακών μεγεθών ή άλλων αξιολογήσεων (ασθενείας ή αναπηρίας) χωρίς καμία εξαίρεση συναρτώμενη με τη βαρύτητα της πράξης- ως μη ενταγμένος στο ποινικό δόγμα, που απαιτεί την επιβολή και έκτιση της κύρωσης σε ατομικό, εξατομικευμένο και μη διεπόμενο από γενικά χαρακτηριστικά πλαίσιο.

(Γ) Παρά το γεγονός ότι με το Σχέδιο Νόμου προωθούνται, επίσης, ρυθμίσεις σχετικά με τους ανήλικους παραβάτες, αποβλέπουσες στην άμβλυνση των συνεπειών της ποινικής μεταχείρισής τους και στην κοινωνική ενσωμάτωσή τους, σύμφωνα με τα Διεθνή Κείμενα, παραβλέπεται ο υπαρκτός κίνδυνος της εκμετάλλευσης αυτής ακριβώς της (αδικαιολόγητα επιεικούς, ιδίως για τα κακουργήματα που επισύρουν βαρείες ποινές πλην της ισόβιας κράτησης) μεταχείρισης, από ένα κύκλο ατόμων που έχει διαπιστωθεί ότι ενεργούν οργανωμένα, είτε χρησιμοποιώντας ανηλίκους, είτε εμφανιζόμενοι αυτοί ως ανήλικοι –όντες αλλοδαποί ενήλικοι- διαπράττοντες μείζονος κοινωνικής απαξίας αδικήματα. Ορισμένες από τις προωθούμενες διατάξεις παρίστανται να  διευκολύνουν μια τέτοια αμιγώς εγκληματική και σχεδιασμένη δράση. Και στο σημείο αυτό, οι γενικές ρυθμίσεις του Σχεδίου Νόμου παραπέμπουν μάλλον σε πρόθεση συλλήβδην «αμνήστευσης» και όχι εξατομικευμένης εξέτασης της παραβατικής συμπεριφοράς (διαπιστωμένων και μη) ανηλίκων.

 Το ΔΣ της ΕΕΕ με λύπη καταγράφει, τέλος, ότι κατά τη διαδικασία σύνταξης και αυτού του Σχεδίου Νόμου δεν ζητήθηκε η συνεισφορά ή οι παρατηρήσεις του Εισαγγελικού Κλάδου, ενώ και η βραχεία προθεσμία δημόσιας διαβούλευσης επ’ αυτού δεν επαρκεί για την ανάδειξη του σταδίου αυτού, ως ουσιαστικού.

 

Για το Διοικητικό Συμβούλιο της Ε.Ε.Ε.

 

            Ο Πρόεδρος                                                       Ο Γεν. Γραμματέας

 

Κωνσταντίνος Τζαβέλλας                                Δημήτριος Ζημιανίτης  

  Αντεισαγγελέας Εφετών                               Εισαγγελέας Πρωτοδικών

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ-ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

Το Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος, με αφορμή πρόσφατη εξαγγελία του Αναπληρωτή Υπουργού Δημόσιας Τάξης, σχετικά με τη δρομολόγηση δραστικής μείωσης του αριθμού των αστυνομικών, στους οποίους έχει ανατεθεί η φρούρηση προσώπων– στόχων, επισημαίνει την ανάγκη η δρομολογούμενη ρύθμιση αυτή να μην καταλάβει δικαστικούς λειτουργούς (δικαστές και εισαγγελείς).

Λόγω της ειδικής φύσης των καθηκόντων (χειρισμός υποθέσεων με μεγάλη βαρύτητα, με εμπλεκόμενα πρόσωπα με επικινδυνότητα κ.λπ.) και της δημόσιας θέσης των δικαστικών λειτουργών, η Πολιτεία επιβάλλεται να λάβει ιδιαίτερη μέριμνα για την προστασία τους, διακρίνοντάς τους από άλλα υπό φρούρηση πρόσωπα-στόχους του δημόσιου βίου που –πιθανώς- έχουν τη δυνατότητα διατήρησης προστασίας και με ίδια μέσα.

Το ΔΣ της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος εκτιμά ότι η Πολιτεία θα συμμεριστεί ως προφανείς τους λόγους που υπαγορεύουν τη διατήρηση της φύλαξης των δικαστικών λειτουργών ως έχει.


Για το Διοικητικό Συμβούλιο της Ε.Ε.Ε.

 

            Ο Πρόεδρος                                            Ο Γεν. Γραμματέας

 

Κωνσταντίνος Τζαβέλλας                                Δημήτριος Ζημιανίτης  

  Αντεισαγγελέας Εφετών                               Εισαγγελέας Πρωτοδικών

Δελτίο Τύπου-Ανακοίνωση για το χειρισμό της εκκρεμούς ποινικής υπόθεσης της «Χρυσής Αυγής»

Το Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος με αφορμή τη δημοσιοποίηση διαλόγου μεταξύ πολιτικών προσώπων, με αναφορές στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και στη λειτουργία της Δικαιοσύνης, όσον αφορά στο χειρισμό της εκκρεμούς ποινικής υπόθεσης της «Χρυσής Αυγής», υπογραμμίζει τα ακόλουθα :
(α) Η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου προήχθη στο βαθμό που κατέχει σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 90 § 5 του Συντάγματος,  ως η αρχαιότερη και διαθέτουσα κάθε απαιτούμενο προσόν εισαγγελέας, μετά από μακρά θητεία στον Εισαγγελικό Κλάδο, κατά την οποία επέδειξε υψηλότατο φρόνημα δικαστικού λειτουργού, πολιτευόμενη με αποκλειστικό γνώμονα το νόμο και τη συνείδησή της. Τη σύμφωνα με το Σύνταγμα προαγωγή της ουδεμία νύξη δύναται να συνοδεύσει.
(β) Δημοσιοποιούμενες δηλώσεις ή υπαινιγμοί σχετικά με την ανεξαρτησία των δικαστών και εισαγγελέων που σε διάφορα στάδια χειρίστηκαν ή χειρίζονται την προαναφερθείσα ποινική υπόθεση και, εν γένει, αναφερόμενοι στη Δικαιοσύνη και στο κύρος των λειτουργών της, αποκρούονται ως αστήρικτοι και υπηρετούντες άλλους σκοπούς από την ορθή απονομή του Δικαίου και την καλή λειτουργία του Πολιτεύματος.

                          Για το Διοικητικό Συμβούλιο της Ε.Ε.Ε.

               Ο Πρόεδρος                                    O Γεν. Γραμματέας

       Κωνσταντίνος Τζαβέλλας                     Δημήτριος Ζημιανίτης
Αντεισαγγελέας Εφετών                     Εισαγγελέας Πρωτοδικών

Δελτίο Τύπου σχετικά με σημερινές δηλώσεις του εκπροσώπου Τύπου της Χρυσής Αυγής

Με αφορμή δήλωση του εκπροσώπου Τύπου της «Χρυσής Αυγής» που ακολούθησε την ενέργεια των ανακριτικών αρχών να ζητήσουν την άρση της ασυλίας μελών της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της «Χρυσής Αυγής» που δεν είχαν καταστεί κατηγορούμενοι στην εκκρεμή ποινική υπόθεση, αλλά και την εκ νέου άρση της ασυλίας άλλων μελών της ίδιας ΚΟ –μεταξύ των οποίων και του εκπροσώπου Τύπου αυτής-, στην οποία εκτός άλλων γίνεται λόγος για «αλήτες που λυμαίνονται το δικαστικό σώμα και έλαβαν εντολή να κλείσουν στη φυλακή τους βουλευτές τους…» και για «προδότες που διαπράττουν εσχάτη προδοσία και θα τιμωρηθούν σκληρά» (www.efsyn.gr, 20-2-2014), το Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος περιορίζεται στην εξής επισήμανση :
Πρόκειται ασφαλώς για λυπηρή απόδειξη καινοφανούς αντίληψης της λειτουργίας των Πολιτειακών θεσμών -μεταξύ των οποίων και της Δικαιοσύνης- από εν ενεργεία βουλευτές. Τα συμπεράσματα ανήκουν στους πολίτες.

Για το Διοικητικό Συμβούλιο της Ε.Ε.Ε.

Ο Πρόεδρος                                    O Γενικός Γραμματέας

Κωνσταντίνος Τζαβέλλας                     Δημήτριος Ζημιανίτης
Αντεισαγγελέας Εφετών                     Εισαγγελέας Πρωτοδικών

Δελτίο Τύπου σχετικά με την έκρηξη που σημειώθηκε την 27-1-2014 στο Πρωτοδικείο Κορίνθου

Το Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος, λαμβάνοντας αφορμή από την τοποθέτηση μηχανισμού που εξερράγη εντός του γραφείου του Ανακριτή του Πρωτοδικείου Κορίνθου, την 27-1-2014, ελάχιστη ώρα πριν την έναρξη των εργασιών του Καταστήματος :
(α) Διαπιστώνει ότι το εν λόγω περιστατικό –προστιθέμενο σε παρεμφερή άλλα του πρόσφατου χρονικού διαστήματος- αναδεικνύει  την εγκατάλειψη από την Πολιτεία των δικαστικών λειτουργών, των υποδομών απονομής της Δικαιοσύνης, αλλά και των συμμετεχόντων με διάφορες ιδιότητες στο έργο τούτο (νομικών παραστατών, δικαστικών γραμματέων κ.λπ.), καθώς και των διαδίκων-πολιτών, στο έλεος του εγκλήματος, χωρίς να λαμβάνεται μέριμνα για τη στοιχειώδη ασφάλεια και την προστασία τους.
(β) Επισημαίνει ότι περιστατικά τέτοια πλήττουν τη δυνατότητα απονομής της Δικαιοσύνης υπό συνθήκες νηφαλιότητας, γεννούν και συντηρούν ανασφάλεια στους δικαστικούς λειτουργούς, τους εργαζόμενους στο χώρο των Δικαστηρίων, τους δικηγόρους, τους διαδίκους κ.λπ. και δημιουργούν την εντύπωση ότι η εγκληματική δράση είναι πρακτική ανεκτή και υλοποιήσιμη ακόμη και μέσα στο χώρο των Δικαστηρίων.
(γ) Εκφράζει τη συμπάθειά του στους συναδέλφους δικαστικούς λειτουργούς του Πρωτοδικείου Κορίνθου και τους ενθαρρύνει να εξακολουθήσουν το έργο τους με παρρησία, χωρίς να κάμπτονται από το δυσάρεστο σημερινό περιστατικό.
(δ) Τέλος, Το Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος καλεί τις αρμόδιες υπηρεσίες των Υπουργείων Δικαιοσύνης, Διαφάνειας & Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Δημόσιας Τάξης & Προστασίας του Πολίτη,  να μεριμνήσουν για την άμεση λήψη των αναγκαίων μέτρων ασφάλειας, επισείοντας  τον κίνδυνο να αποτελέσει τυχόν αβελτηρία τους την αιτία να καταστεί ανέφικτη  η απονομή της Δικαιοσύνης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Σύνταγμα και όσα προσήκουν σε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

                          Για το Διοικητικό Συμβούλιο της Ε.Ε.Ε.

               Ο Πρόεδρος                             O Γεν. Γραμματέας

       Κωνσταντίνος Τζαβέλλας                 Δημήτριος Ζημιανίτης
Αντεισαγγελέας Εφετών                   Εισαγγελέας Πρωτοδικών

Ανακοίνωση-Δελτίο Τύπου σχετικά με δηλώσεις Υπουργού Δημόσιας Τάξης όσον αφορά στο χειρισμό υποθέσεων τρομοκρατίας από τη Δικαιοσύνη.

Το Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος με αφορμή  : (α) συνέντευξη του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη στην Εφημερίδα «Καθημερινή» της  4/5-1-2014 («Δεν βαδίζει στα τυφλά η ΕΛ.ΑΣ»), στην οποία –εκτός άλλων- κάνει λόγο «για μη ύπαρξη οιασδήποτε συνέπειας σε δικαστικούς λειτουργούς που ευθύνονται για την άφεση ελευθέρου επικίνδυνου τρομοκράτη λόγω παρέλευσης 18μηνου, κατά παραβίαση κάθε έννοιας σοβαρότητας και δικαίου», (β) δηλώσεις του ίδιου Υπουργού την 7-1-2014, μετά συνάντησή του με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, με τις οποίες υπέλαβε ως δεδομένη την πλημμελή άσκηση καθηκόντων δικαστικού λειτουργού που μετείχε στο Πειθαρχικό Συμβούλιο Καταστήματος Κράτησης, από το οποίο χορηγήθηκε άδεια σε κρατούμενο καταδικασθέντα για υπόθεση τρομοκρατίας, που δεν επέστρεψε μετά το πέρας της, καθώς και (γ) δημοσιεύματα Εφημερίδων (Εφημερίδες «Τύπος της Κυριακής» της 4/5-2014, «Ελεύθεροι και με το νόμο 29 κατηγορούμενοι για την τρομοκρατία», «Καθημερινή» της 8-1-2014, «Κύριο ¶ρθρο-ολιγωρία έναντι της τρομοκρατίας»), εκφράζει τη δυσαρέσκειά του για την απλότητα με την οποία όργανα της Πολιτείας και φορείς της ενημέρωσης προσεγγίζουν ζητήματα απονομής της Δικαιοσύνης, ευρισκόμενα πέραν της αρμοδιότητάς τους και των οποίων την ουσία μάλλον αγνοούν, αισθάνεται δε την ανάγκη να γνωστοποιήσει τα εξής :
(i) Ο –διατελέσας και Υπουργός Δικαιοσύνης- Υπουργός Δημόσιας Τάξης & Προστασίας του Πολίτη, θα μπορούσε ευχερώς να πληροφορηθεί, πριν προβεί στις δηλώσεις του περί μη απόδοσης ευθυνών σε δικαστικούς λειτουργούς, ότι για τη συγκεκριμένη υπόθεση διαφυγής δύο κατηγορουμένων σε υπόθεση τρομοκρατίας, ενόσω είχε αρθεί η προσωρινή τους κράτηση λόγω παρέλευσης του ανώτατου ορίου αυτής και εκκρεμούσης της δίκης τους, παραγγέλθηκε η διενέργεια πειθαρχικής προκαταρκτικής εξέτασης από τον τότε Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, την οποία διενήργησε Αντεισαγγελέας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η σχετική υπόθεση τέθηκε στο αρχείο, λαμβανομένης υπόψη «(α) της πραγματικής επιβάρυνσης των δικαστικών λειτουργών, που χειρίστηκαν την υπόθεση της τρομοκρατικής οργάνωσης (…) από το πέρας της κυρίας ανάκρισης  μέχρι και την έκδοση του παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, (β) της πολυπλοκότητας της υπόθεσης αυτής, για την οποία σχηματίσθηκε ογκωδέστατη δικογραφία, με πολλές επιμέρους υποθέσεις, πολλές αξιόποινες πράξεις και πολλούς κατηγορουμένους, η μελέτη της οποίας απαιτούσε πολύ χρόνο και (γ) της δυσχέρειας διερεύνησης των θεμάτων (πραγματικών και νομικών) που ανέκυπταν, κατά το χρόνο μελέτης των αποδεικτικών στοιχείων της υπόθεσης, όπως, άλλωστε, προέκυψε και από τη διαδικασία στο ακροατήριο που διήρκεσε από την 5-10-2011 έως την 3-4-2013».  Επομένως, το αίτημα ταχείας περαίωσης μιας προφανώς δυσχερούς και απαιτητικής σε διαδικαστικές ενέργειες υπόθεσης, ούτε στη λογική ευρίσκει έρεισμα –σε πείσμα της τυχόν επιθυμίας της κοινής γνώμης και του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη-,  ούτε όμως στις εγγυήσεις της δίκαιης δίκης που υποχρεούνται να τηρούν οι δικαστικοί λειτουργοί στην Ελλάδα. Το σχετικό νομικό πλαίσιο (απώτατα όρια προσωρινής κράτησης, ταχεία περαίωση της ανάκρισης με περιστολή της άσκησης δικονομικών δικαιωμάτων των κατηγορουμένων κ.λπ.) είχε πλήρη την ευχέρεια ο καταγγέλλων νυν Υπουργός Προστασίας του Πολίτη να μεταρρυθμίσει επί το ταχύτερον, ενώ διατελούσε Υπουργός της Δικαιοσύνης, πλην όμως δεν το έπραξε.
Τέλος, θα ήταν ενδιαφέρον ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης & Προστασίας του Πολίτη που μέμφεται σήμερα γενικά το σύστημα απονομής της Δικαιοσύνης, υποστηρίζοντας ότι υπέπεσε σε κολοσσιαίας σημασίας παράλειψη, να αφήσει ελεύθερο επικίνδυνο τρομοκράτη, λόγω παρέλευσης 18μήνου και κάνοντας λόγο, για μη ύπαρξη οποιασδήποτε συνέπειας, σε βάρος των δικαστικών λειτουργών, που τυχόν ευθύνονται, για το γεγονός αυτό, να ενημέρωνε με την ίδια παρρησία την κοινή γνώμη  για το αθωωτικό αποτέλεσμα της Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης που ο ίδιος διέταξε, μετά την αποφυλάκιση δύο εκ των κατηγορουμένων της υπόθεσης αυτής, λόγω παρέλευσης του 18μήνου, όσον αφορά σε τυχόν πειθαρχικές ευθύνες αστυνομικών του αρμόδιου Τμήματος  Ασφαλείας, οι οποίοι μετά πάροδο εννέα (9) ημερών από την ημερομηνία που οι εν λόγω κατηγορούμενοι όφειλαν να εμφανιστούν ενώπιόν τους αντελήφθησαν το γεγονός, ανήγγειλαν δε τούτο στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών και στην προϊσταμένη υπηρεσία τους μετά πάροδο πέντε (5) ακόμη ημερών.
(ii) Ομοίως δημοσιεύματα που από προφανή άγνοια του εθνικού ποινικού δικονομικού πλαισίου που διέπει κάθε δίκη –για να μπορεί αυτή να θεωρείται δίκαιη, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου- κάνουν λόγο για «ολιγωρία της Δικαιοσύνης όταν συλληφθέντες για εγχώριες τρομοκρατικές οργανώσεις …επισήμως και νομίμως κυκλοφορούν ελεύθεροι με απαλλακτικά βουλεύματα, διατάξεις ανακριτών και αθωωτικές αποφάσεις», δεν συμβάλλουν στην ορθή πληροφόρηση του κοινού, αλλά και στην καλή λειτουργία της Δημοκρατίας, κλονίζοντας την εμπιστοσύνη των πολιτών στον τρόπο με τον οποίο απονέμεται η Δικαιοσύνη, ως μία από τις τρεις ανεξάρτητες λειτουργίες του Πολιτεύματος, αφού θέτουν σε αμφισβήτηση με τρόπο πρόχειρο και εντυπωσιοθηρικό το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαιοδοτικό έργο της.
(iii) Όσον αφορά, τέλος, στο θεσμό των σωφρονιστικών αδειών, θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο αρμόδιος δικαστικός λειτουργός (εισαγγελέας) μετέχει στο σχετικό Πειθαρχικό Συμβούλιο που δεν αποτελεί δικαστικό όργανο, με μία (1) ψήφο μεταξύ τριών (οι λοιπές ανήκουν, σύμφωνα με το άρθρο 70 § 1 Ν 2776/1999 στο διευθυντή του σωφρονιστικού καταστήματος και στον αρχαιότερο κοινωνικό λειτουργό αυτού), κάθε δε αίτηση χορήγησης άδειας κρίνεται εξατομικευμένα, χωρίς σύνδεση με εξωνομικά ή με μη συναρτώμενα με τη συμπεριφορά του αιτούντος  άδειας κρατουμένου κριτήρια. Επί του παρόντος, ο νόμος ουδεμία διάκριση κάνει όσον αφορά σε συγκεκριμένες κατηγορίες εγκληματιών ως δικαιουμένων ή μη σωφρονιστικής άδειας (άρθρο 55 Ν 2776/1999 όπως έχει τροποποιηθεί), ο δε θεσμός –από πολλών δεκαετιών γνωστός στο Δυτικό νομικό κόσμο- (a) αποτελεί εγγενές τμήμα έκτισης της στερητικής της ελευθερίας ποινής, (b) συμβάλλει ουσιωδώς στην επάνοδο του καταδίκου στην ανοικτή κοινωνία και στην άμβλυνση των δυσμενών συνεπειών του εγκλεισμού, ενώ (c) επιστημονικά και δεοντολογικά δεν πρέπει να καθίσταται αντικείμενο κριτικής και συλλήβδην απόρριψης, με αφορμή μεμονωμένες μόνον περιπτώσεις της επικαιρότητας, χωρίς να συνεκτιμάται η γενικότερη σημασία του. Εάν, τέλος, ο νομοθέτης κρίνει ότι ο θεσμός χρήζει αναθεώρησης, έχει τη συνταγματική ευχέρεια να το πράξει, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι οι τυχόν τροποποιήσεις που θα επιφέρει δεν θα υπαγορεύονται από την πίεση της επικαιρότητας, αλλά θα αντικρύζουν τεκμηριωμένες δικαιοπολιτικές και εγκληματοπροληπτικές ανάγκες.
Κατόπιν αυτών, το Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος καλεί τους εκπροσώπους της Πολιτείας και των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας να αντιδρούν με σώφρονα τρόπο όσον αφορά στα ζητήματα λειτουργίας και απονομής της Ποινικής Δικαιοσύνης, να ασκούν δε τη συναφή κριτική τους στο πλαίσιο που διαγράφει το Σύνταγμα, ο νόμος και τα πέραν αμφισβήτησης γνωστά δεδομένα της εκάστοτε υπόθεσης.

Για το Διοικητικό Συμβούλιο της Ε.Ε.Ε.

Ο Πρόεδρος                                    Ο Γεν. Γραμματέας

Κωνσταντίνος Τζαβέλλας                       Δημήτριος Ζημιανίτης
Αντεισαγγελέας Εφετών                       Εισαγγελέας Πρωτοδικών

Τραυματισμός δικαστικής υπαλλήλου εντός του γραφείου της στο Πρωτοδικείο Αθηνών την 8-11-2013

Το Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος, με αφορμή το περιστατικό του τραυματισμού την 8-11-2013, γραμματέως Ανακρίτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών, από άτομο που εισήλθε στο ανακριτικό γραφείο κατά τις εργάσιμες ώρες, φέροντας μαχαίρι το οποίο και χρησιμοποίησε για να επιτεθεί στη δικαστική υπάλληλο, ευρίσκεται στην εξαιρετικά δυσάρεστη θέση να επανέλθει σε όσα –δυστυχώς προφητικά- είχε διαλάβει στις επιστολές που είχε αποστείλει την 16-10-2012 : (α) στον Υπουργό Δημόσιας Τάξης και προστασίας του πολίτη, (β) στον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας & Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, (γ) στην Προϊσταμένη του Πρωτοδικείου Αθηνών και (δ) στη Διευθύνουσα την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, με αφορμή τότε τη θανάτωση με πυροβολισμό κατηγορουμένου από αντίδικό του, έξω από άλλο ανακριτικό γραφείο του ίδιου Δικαστηρίου την 15-10-2012.
Η Ένωση Εισαγγελέων Ελλάδος υπογραμμίζει ότι περιστατικά σαν το σημερινό, το δεύτερο σε διάστημα ενός (1) έτους, αναδεικνύουν την εγκατάλειψη από την Πολιτεία των δικαστικών λειτουργών, των υποδομών απονομής της Δικαιοσύνης, αλλά και των συμμετεχόντων με διάφορες ιδιότητες στο έργο τούτο (νομικών παραστατών, δικαστικών γραμματέων κ.λπ.), καθώς και των διαδίκων-πολιτών, στο έλεος του κοινού εγκλήματος, χωρίς οιαδήποτε αξιόλογη μέριμνα να λαμβάνεται, για τη στοιχειώδη ασφάλεια και την προστασία τους, όπως δυστυχώς προκύπτει εκ του αποτελέσματος.
Περιστατικά τέτοια αναιρούν ουσιωδώς τη δυνατότητα απονομής της Δικαιοσύνης υπό συνθήκες νηφαλιότητας, γεννούν και συντηρούν ανασφάλεια στους δικαστικούς λειτουργούς, τους εργαζόμενους στο χώρο των Δικαστηρίων, τους δικηγόρους, τους διαδίκους κ.λπ., δημιουργούν την εντύπωση ότι η εγκληματική δράση, η αυθαιρεσία και η αυτοδικία είναι πρακτική ανεκτή και υλοποιήσιμη ακόμη και μέσα στο χώρο των Δικαστηρίων και αναδεικνύουν σε πλημμελή και εντελώς ακατάλληλα τα όποια μέτρα ασφαλείας υποτίθεται ότι έχουν ληφθεί από τα αρμόδια Υπουργεία που έχουν την ευθύνη της διάθεσης φυλακτικού προσωπικού για τις εγκαταστάσεις των Δικαστηρίων και της εξασφάλισης του στοιχειωδώς αναγκαίου εξοπλισμού για τον αποτελεσματικό έλεγχο των εισερχομένων προσώπων σε αυτά.
Αξίζει να σημειωθεί ότι με αφορμή  το περιστατικό της 15-10-2012, μετά από διαβήματα, (i) από μεν το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης διατέθηκε απλώς μέσω του κατά τόπον αρμοδίου Αστυνομικού Τμήματος ένας (1) αστυνομικός ανά κτίριο των Δικαστηρίων της πρώην Σχολής Ευελπίδων, ο οποίος –συνήθως χωρίς ειδική εκπαίδευση ή επαρκή εμπειρία- αδυνατεί να ασκήσει αποτελεσματικό έλεγχο στους εισερχομένους στο κτίριο της εποπτείας του, ενώ (ii) από το Υπουργείο Δικαιοσύνης ουδεμία υποδομή εξασφαλίστηκε, που θα επέτρεπε τον υποτυπώδη –έστω- έλεγχο των προτιθέμενων να εισέλθουν στα κτίρια των εν λόγω Δικαστηρίων προσώπων (λ.χ. φορητά μηχανήματα ελέγχου μεταλλικών αντικειμένων ή όπλων, τοποθέτηση μπάρας ελέγχου των εισερχομένων στα κτίρια και διαπίστωση ότι όντως έχουν κάποια εργασία εκεί ή ιδιότητα σχετική με την υπηρεσία κ.λπ.).
Το Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος διαμαρτύρεται έντονα για την παρατεταμένη αβελτηρία των αρμοδίων υπηρεσιών να λάβουν καίρια μέτρα για τη δέουσα προστασία των δικαστικών λειτουργών και λοιπών εμπλεκομένων με το έργο της απονομής της Δικαιοσύνης και την ασφάλεια των συναφών εγκαταστάσεων, παρά τα επανειλημμένα ήδη αιματηρά περιστατικά στο ίδιο, μάλιστα, Δικαστήριο, καλεί τις υπηρεσίες αυτές άμεσα να λάβουν τα αναγκαία μέτρα και επισείει τον κίνδυνο να αποτελέσει η στάση αυτή των αρμοδίων την αιτία να καταστεί ανέφικτη  η απονομή της Δικαιοσύνης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Σύνταγμα και όσα προσήκουν σε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Για το Διοικητικό Συμβούλιο της Ε.Ε.Ε.

Ο Πρόεδρος                         O Γεν. Γραμματέας

Κωνσταντίνος Τζαβέλλας             Δημήτριος Ζημιανίτης
Αντεισαγγελέας Εφετών              Εισαγγελέας Πρωτοδικών

Ανακοίνωση-Δελτίο Τύπου

Με αφορμή τις δηλώσεις του βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ κ. Παπαδημούλη περι «εξακολουθητικής ανοχής προς τη ΧΑ από θύλακες στην Αστυνομία και τη Δικαιοσύνη» και τις αιχμές του βουλευτή της Χρυσής Αυγής κ. Κασιδιάρη για επιλογή της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, με κριτήριο τον τόπο καταγωγής της, εκφράζουμε την έντονη αποδοκιμασία μας για τις αβασάνιστες και δημαγωγικές επιθέσεις που δέχονται κατά καιρούς λειτουργοί της Δικαιοσύνης και επισημαίνουμε τα παρακάτω.
Τονίζουμε για μια ακόμη φορά ότι οι δικαστικοί λειτουργοί στην Χώρα μας, ενεργούν στα καθήκοντά τους με γνώμονα αποκλειστικά και μόνο τον νόμο και την συνείδησή τους, χωρίς να επηρεάζονται από εξωθεσμικούς παράγοντες.
Καλούμε τον βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, να κατονομάσει τους θύλακες της Δικαιοσύνης που δείχνουν ανοχή στην Χρυσή Αυγή, αναφέροντας και συγκεκριμένες ενέργειες δικαστικών λειτουργών που συνιστούν τέτοια ανοχή, αλλως πρόκειται για ανεύθυνη και επικίνδυνη επίθεση κατά του θεσμού της Δικαιοσύνης, που ενδεχόμενα συνιστά και το έγκλημα της διασποράς ψευδών ειδήσεων, αφού διασπείρει φήμες, ικανές να προκαλέσουν ανησυχία στος πολίτες για τον τρόπο απονομής δικαιοσύνης στην Χώρα μας.
Επισημαίνουμε στον βουλευτή της Χρυσής Αυγής ότι, για την επιλογή του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, τηρήθηκαν από τον Υπουργό της Δικαιοσύνης και την Κυβέρνηση, αποκλειστικα κριτήρια αξιοκρατίας και επετηρίδας, επιλέγοντας για το ανώτατο αξίωμα την νυν Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κ. Ε. Γκουτζαμάνη.
Καλούμε τον Υπουργό της Δικαιοσύνης να επαναφέρει το αδίκημα της περιύβρισης της Δικαστικής Αρχής για να σταματήσουν οι ανεύθυνες και δημαγωγικές επιθέσεις κατά των δικαστικών λειτουργών, οι οποίοι αγωνίζονται για την αποκάλυψη και την τιμωρία, αυτών (όσο «ψηλά» κι αν βρίσκονται) που έχουν οδηγήσει την Ελληνική κοινωνία στην σημερινή κρίση.
Τονιζουμε δε οτι είναι πάγια τακτική ορισμένων πολιτικών,  όταν αισθάνονται ότι απειλούνται από το σύστημα που οι ίδιοι δημιούργησαν, να αναζητούν ή να μετατοπίζουν ευθύνες σε άλλους.

Για το Διοικητικό Συμβούλιο της Ε.Ε.Ε.

                Ο Πρόεδρος                                   Ο Γεν. Γραμματέας

Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης                      Δημήτριος Ζημιανίτης
Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου                       Εισαγγελέας Πρωτοδικών

Ανακοίνωση-Δελτίο Τύπου

Το Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος εκφράζει την έντονη  δυσαρέσκειά του για το γεγονός ότι με τροπολογία του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων με τίτλο «Αναδιάρθρωση δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης κ.λπ διατάξεις του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων», που ψηφίστηκε την 10-9-2013, προβλέφθηκε αύξηση από την 1-7-2015 των οργανικών θέσεων των μεν Εισαγγελέων Εφετών κατά μία (1) και των Αντεισαγγελέων Εφετών κατά επτά (7), συνολικά δε κατά οκτώ (8), προκειμένου –υποτίθεται- να εξασφαλιστεί ικανός αριθμός εισαγγελέων για την εύρυθμη λειτουργία των Μονομελών Εφετείων Κακουργημάτων.
Εν τούτοις : (α) παρά τις παραστάσεις μας στους εκάστοτε αρμόδιους Υπουργούς, ήδη από του έτους 2010 οπότε ιδρύθηκαν τα Μονομελή Εφετεία Κακουργημάτων, τα οποία εκδικάζουν την πλειονότητα σχεδόν των κακουργημάτων, συμπεριλαμβανομένων των φορολογικών και την αποστολή υπομνημάτων, με τα οποία υπογραμμίζαμε την ανάγκη θαρραλέας αύξησης των θέσεων των Αντεισαγγελέων Εφετών, ώστε τα δικαστήρια αυτά να είναι όντως σε θέση να εκκαθαρίσουν τη λιμνάζουσα ποινική ύλη και τις υποθέσεις οικονομικού εγκλήματος και φοροδιαφυγής, (β) παρά τη διαβεβαίωση του Υπουργού Δικαιοσύνης τον Ιούλιο τ.έ., ότι σε προωθούμενο προς ψήφιση σχέδιο νόμου του Υπουργείου του προέβλεπε την αύξηση των θέσεων αυτών κατά είκοσι τέσσερις (24) συνολικά (ήτοι 12 το έτος 2014 και 12 για το έτος 2015) και (γ) παρά την παράσταση της Ένωσής μας και την αποστολή στον Υπουργό Δικαιοσύνης της υπΆ αριθμ. πρωτ. 86/9-9-2013 συναφούς επιστολής μας την ημέρα ψήφισης του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Παιδείας, με την οποία διαμαρτυρόμαστε για την αιφνιδιαστική –μέσω τροπολογίας σε άσχετο σχέδιο νόμου-  μείωση στο ένα τρίτο (1/3) των θέσεων των Αντεισαγγελέων Εφετών που αρχικά σχεδιάζονταν και για τις οποίες είχαμε λάβει διαβεβαίωση, το σχέδιο νόμου ψηφίστηκε τελικά αυξάνοντας μόνο κατά οκτώ (8) τις θέσεις των εισαγγελέων του δεύτερου βαθμού και μάλιστα με ορίζοντα υλοποίησής τους μετά από δύο (2) σχεδόν χρόνια.
Για αυτή την απρόσμενη και δυσάρεστη εξέλιξη, μας δόθηκε η δικαιολογία ότι το «οικονομικό επιτελείο» της κυβέρνησης δεν επέτρεψε τη σχετική δαπάνη, παρά την όποια αντίθετη, ειλικρινή βούληση του Υπουργού Δικαιοσύνης.
Κατόπιν αυτών, διερωτώμεθα :
(i)  γιατί δεν κρίθηκε αναγκαία από το «οικονομικό επιτελείο» της κυβέρνησης η δαπάνη αύξησης στο απολύτως αναγκαίο μέτρο των θέσεων των Αντεισαγγελέων Εφετών, από τους οποίους –μέσω των Μονομελών Εφετείων Κακουργημάτων- η κυβέρνηση προσδοκά υποτίθεται την ταχεία εκκαθάριση των εκκρεμών ποινικών υποθέσεων και την καίρια πάταξη των φορολογικών αδικημάτων ;
(ii) προεκτίμησε άραγε το «οικονομικό επιτελείο» της κυβέρνησης ποιο είναι το προσδοκώμενο όφελος από την εύρυθμη λειτουργία των Μονομελών Εφετείων Κακουργημάτων όφελος για το Δημόσιο Ταμείο, με την εκδίκαση των κακουργημάτων φοροδιαφυγής και έκρινε αυτό ως αμελητέο, σε σχέση με το εξαγόμενο από τους πολυάριθμους συμβούλους που διορίζονται τήδε κακείσαι προς στελέχωση κυβερνητικών θέσεων, με κριτήρια και προσόντα άδηλα; Αξιολόγησε, άραγε, το «οικονομικό επιτελείο» της κυβέρνησης ως ασύμφορο το κόστος της ίδρυσης των αναγκαίων για τη λειτουργία της Δικαιοσύνης των νέων θέσεων Αντεισαγγελέων Εφετών, σε σχέση με τη δαπάνη στελέχωσης των κάθε είδους κυβερνητικών θέσεων με τους πιο πάνω ειδικούς συνεργάτες και συμβούλους;
(iii) Η υποστελέχωση με εισαγγελείς των Μονομελών Εφετείων Κακουργημάτων και η «καθήλωση» με αυτό τον τρόπο των δικαστηρίων αυτών, που αδυνατούν ασφαλώς (λόγω μη ικανού αριθμού δικασίμων) να εκδικάσουν σε εύλογο χρόνο τις εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις, μεταξύ των οποίων εκείνων της φοροδιαφυγής, συνάδει, άραγε, με τον παντίοις τρόποις διαδηλούμενο στόχο της κυβέρνησης να πατάξει τη φοροδιαφυγή καίρια και αποτελεσματικά και να εκκαθαρίσει τη διαφθορά, συμπεριλαμβανομένης εκείνης των κρατικών λειτουργών κ.λπ. αξιωματούχων;
Ή μήπως επιθυμεί εν τέλει η κυβέρνηση, με την ανεπέρειστη επίκληση δημοσιονομικών λόγων, μια Δικαιοσύνη που καλείται να αποκαθάρει μεν την κόπρο του Αυγεία με στελέχωση, δυναμικό και ρυθμούς, όμως, εποχών του απώτερου παρελθόντος; Μια Δικαιοσύνη, επομένως, εξαρθρωμένη και ανίκανη να ελέγξει ;
Πάντως, ακόμη και εάν δεν το επιθυμεί, αυτό το μήνυμα δίδει η κυβέρνηση δια του «οικονομικού επιτελείου» της στους πολίτες με την επιλογή της να μειώσει αιφνιδιαστικά στον ελάχιστο αριθμό (8 αντί 24) τις νέες οργανικές θέσεις Αντεισαγγελέων Εφετών που προωθούσε, ώστε εύλογα κανείς διερωτάται εάν οι εξαγγελίες της αποδίδουν τελικά τις πραγματικές προτεραιότητές της ή και άλλα, ως μη έδει, εξυπηρετούν. Επιπλέον, θα πρέπει να σημειωθεί ότι πρόσφατα, εντός των τριών προηγουμένων ετών, η κυβέρνηση αποφάσισε και υλοποίησε τη μείωση κατά είκοσι (20) συνολικά των οργανικών θέσεων των Αντεισαγγελέων Πρωτοδικών, δηλαδή των δικαστικών λειτουργών εκείνων που έχουν αυθεντικά επωμισθεί το έργο της άσκησης ποινικής δίωξης, αποδυναμώνοντας αδικαιολόγητα και το έργο αυτό.
Το Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος, κατόπιν των ανωτέρω, υπογραμμίζει ότι η Δικαιοσύνη δεν είναι κενό κέλυφος, αλλά εγγενής άξονας της ίδιας της Πολιτείας, αντιστρατεύεται δε την καλή λειτουργία της τελευταίας η διαρκής επιβάρυνση της Δικαιοσύνης με το έργο της κάθαρσης κάθε πλημμέλειας που η κυβέρνηση δεν θέλησε έως τώρα και, δυστυχώς, συνεχίζει να δίδει την εντύπωση ότι δεν επιθυμεί όντως να επιτύχει, αποδυναμώνοντας ταυτόχρονα τη Δικαιοσύνη από το απολύτως αναγκαίο για να ανταποκριθεί στο έργο τούτο δυναμικό, συνθήκες, εξοπλισμό, μέσα και θεσμικό πλαίσιο, θίγοντας ουσιαστικά την ανεξαρτησία της.

Για το Διοικητικό Συμβούλιο της Ε.Ε.Ε.

                Ο Πρόεδρος                              Ο Γεν. Γραμματέας

Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης                Δημήτριος Ζημιανίτης
Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου                 Εισαγγελέας Πρωτοδικών

Τρομοκρατική ενέργεια εναντίον Εισαγγελέως

Το Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης  Εισαγγελέων Ελλάδος, με αφορμή την τοποθέτηση εκρηκτικού μηχανισμού που εξερράγη την 20-7-2013, στην οικία εισαγγελέως στη Λάρισα.
Εκφράζει τη συμπαράστασή του στην εισαγγελέα, στην οικογένειά της, καθώς και πολίτες που διέτρεξαν κίνδυνο από την έκρηξη.
Ενόψει του ότι πρόκειται για ένα ακόμη από τα παρεμφερή πρόσφατα περιστατικά, κατευθυνόμενο εις βάρος δικαστικού λειτουργού ο χειρισμός υποθέσεων εκ μέρους του οποίου δεν ευαρέστησε τους δράστες, υπογραμμίζει ότι οι δικαστές και οι εισαγγελείς ασκούν και θα εξακολουθήσουν να ασκούν με σθένος, υπευθυνότητα και αντικειμενικότητα τα καθήκοντά τους, όποιες δε προερχόμενες από το χώρο της ανομίας προσπάθειες εκφοβισμού τους θα μείνουν χωρίς αποτέλεσμα.
Καλεί, τέλος, την Εκτελεστική και Νομοθετική Εξουσία να κατανοήσουν ότι το λειτούργημα του δικαστή και του εισαγγελέα, ενέχει  ιδιαίτερη επικινδυνότητα  και ότι παρίσταται άμεση η ανάγκη λήψης όλων των αναγκαίων μέτρων δημιουργίας και διατήρησης συνθηκών ασφάλειας, εντός των οποίων θα εξασφαλίζεται αποτελεσματικά η απονομή της Δικαιοσύνης με ανεξαρτησία, σθένος και παρρησία, ακώλυτα από πράξεις εγκληματικής βίας και κάθε είδους παρεμβάσεων.

Για το Διοικητικό Συμβούλιο της Ε.Ε.Ε.

                Ο Πρόεδρος                                   Ο Γεν. Γραμματέας

Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης                     Δημήτριος Ζημιανίτης
Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου                   Εισαγγελέας Πρωτοδικών