Παραιτήσεις Αντεισαγγελέων Εφετών

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

Με έκπληξη και βαθιά λύπη πληροφορηθήκαμε τις παραιτήσεις των δύο άξιων και με λαμπρή μέχρι σήμερα σταδιοδρομία συναδέλφων μας, Ανεισαγγελέων Εφετών, Ηλία Κολιούση και Ελένης Σωτηροπούλου.
Οι παραιτήσεις αυτές και μάλιστα οι λόγοι τους οποίους επικαλούνται οι συνάδελφοι, δημιουργούν τεράστιο ηθικό και ουσιαστικό ζήτημα για την λειτουργία του θεσμού της Δικαιοσύνης αλλά και του Δημοκρατικού μας Πολιτεύματος.
Η προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των Εισαγγελέων αποτελεί κυρίαρχο στοιχείο για την ομαλή και εύρυθμη λειτουργία της Δικαιοσύνης και η διαφύλαξή της συνιστά καθήκον και υποχρέωση όλων.
Υπενθυμίζουμε ότι σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ.3 του Οργανισμού Δικαστηρίων, οποιαδήποτε οδηγία, σύσταση ή υπόδειξη σε δικαστικό λειτουργό για ουσιαστικό ή δικονομικό θέμα σε συγκεκριμένη υπόθεση ή κατηγορία υποθέσεων είναι ανεπίτρεπτη και απαγορεύεται.
Επισημαίνουμε ότι σύμφωνα με το Σύνταγμα και το Νόμο περί ευθύνης υπουργών (άρθρο 4 παράγραφοι 2 και 4) , μόνη αρμόδια αρχή να εξετάσει και να εκφράσει άποψη για ενδεχόμενες ποινικές ευθύνες υπουργών ή υφυπουργών είναι η Βουλή των Ελλήνων, στην οποία αυτός που ενεργεί την έρευνα είναι υποχρεωμένος να διαβιβάσει αμελλητί κάθε σχετικό στοιχείο χωρίς οποιαδήποτε αξιολόγηση .
Εκφράζουμε τη βαθιά μας λύπη, τον προβληματισμό και την έντονη ανησυχία μας για την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί καθώς και την αμέριστη αλληλεγγύη μας στους συναδέλφους .Ευχόμαστε και ελπίζουμε ότι θ’ ανακαλέσουν τις παραιτήσεις τους και θα συνεχίσουν να ασκούν με το ίδιο σθένος ,τόλμη και αποφασιστικότητα τα καθήκοντά τους.

Για το διοικητικό συμβούλιο της Ε.Ε.Ε.

Ο Πρόεδρος
Σωτήριος Μπάγιας
Αντεισαγγελέας Εφετών

Ο Γεν.Γραμματέας
Παναγιώτης Σ.Παναγιωτόπουλος
Εισαγγελέας Πρωτοδικών

Δημόσιες δηλώσεις κ. Κεφαλογιάννη σε βάρος Εισαγγελέα

Α Ν Α Κ Ο Ι Ν Ω Σ Η

Το Δ.Σ. της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος, αναφορικά με τις δημόσιες απαξιωτικές δηλώσεις του πρώην Υπουργού και Συμβούλου του Πρωθυπουργού κ. Ιωάννη Κεφαλογιάννη σε βάρος του Εισαγγελέα της έδρας και εν γένει του δικαστηρίου που εξέδωσε καταδικαστική σε βάρος του απόφαση, ανακοινώνει τ’ ακόλουθα:
Επισημαίνει , για μια ακόμη φορά, ότι η κριτική των δικαιοδοτικών ενεργειών των Δικαστικών Λειτουργών είναι αποδεκτή και αναγκαία, αρκεί να είναι καλόπιστη και να ασκείται εντός των ορίων της ευπρέπειας.
Είναι προφανές ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά υπερέβη πρόδηλα τα όρια αυτά. Είχε σαφώς εξυβριστικό χαρακτήρα και προσέβαλε όχι μόνο τους συναδέλφους δικαστικούς λειτουργούς, αλλά και τον ίδιο τον θεσμό της Δικαιοσύνης.
Εκφράζουμε την βαθιά μας λύπη και την έντονη αποδοκιμασία μας για την συμπεριφορά αυτή. Δηλώνουμε ότι οι Έλληνες Εισαγγελείς και εν γένει οι Δικαστικοί Λειτουργοί της χώρας δεν πτοούνται από τέτοιου είδους επιθέσεις και θα συνεχίσουν να επιτελούν τα καθήκοντα τους με μοναδικούς γνώμονες το νόμο και την συνείδησή τους.

Για το διοικητικό συμβούλιο της Ε.Ε.Ε.

Ο Πρόεδρος
Σωτήριος Μπάγιας
Αντεισαγγελέας Εφετών

Ο Γεν.Γραμματέας
Παναγιώτης Σ.Παναγιωτόπουλος
Εισαγγελέας Πρωτοδικών

Ανακοίνωση για την διαφάνεια στην Δικαιοσύνη και την πάταξη της διαφθοράς στην δημόσια ζωή

Α Ν Α Κ Ο Ι Ν Ω Σ Η

Το Δ.Σ. της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος, ανταποκρινόμενο – με αίσθημα ευθύνης – στα κοινωνικά μηνύματα που δείχνουν έλλειψη εμπιστοσύνης των πολιτών στους θεσμούς του κράτους, αλλά και γενικευμένη άποψη περί διαρκώς εντεινόμενης διαφθοράς στον δημόσιο τομέα, παρουσιάζει σήμερα δημοσίως μια δέσμη προτάσεων για λήψη νομοθετικών μέτρων, με στόχο αφενός την διαφάνεια στην Δικαιοσύνη και την ενίσχυση της εσωτερικής ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών και αφετέρου τον περιορισμό των φαινομένων διαφθοράς στην λειτουργία του Κράτους. Ειδικότερα τα μέτρα που προτείνουμε έχουν ως ακολούθως :
Α. Αναφορικά με τη διαφάνεια στη Δικαιοσύνη και την ενίσχυση της εσωτερικής ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών :
1. Η ανάθεση στους εισαγγελείς και ανακριτές των μείζονος κοινωνικής ή πολιτικής σημασίας υποθέσεων στις περιφέρειες των δικαστηρίων Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιά να γίνεται κατόπιν κληρώσεως. Ειδικότερα στις εισαγγελίες η κλήρωση να γίνεται μεταξύ των εισαγγελέων που θα προεπιλέγονται από τις ολομέλειες των εισαγγελιών αυτών κατά την έναρξη κάθε δικαστικού έτους. Ο αριθμός των προεπιλεγόμενων θ’ αντιστοιχεί με το 1/3 των εισαγγελέων που υπηρετούν στις Εισαγγελίες αυτές. Επισημαίνουμε ότι η πρότασή μας αυτή δεν ενέχει οποιαδήποτε αιχμή για τον έως τώρα τρόπο ανάθεσης τέτοιου είδους υποθέσεων σε εισαγγελείς και ανακριτές. Αποβλέπουμε όμως με το συγκεκριμένο μέτρο στην εξάλειψη κάθε αμφισβήτησης ή υπόνοιας μεροληψίας για τον τρόπο χειρισμού των υποθέσεων εκείνων που εύλογα προκαλούν μείζον κοινωνικό και πολιτικό ενδιαφέρον.
2. Καθιέρωση μόνιμων, σταθερών και αντικειμενικών κριτηρίων για κάθε υπηρεσιακή μεταβολή (προαγωγή, μετάθεση, απόσπαση) Δικαστών και Εισαγγελέων.
3. Ειδική αιτιολογία όλων των αποφάσεων του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου για κάθε υπηρεσιακή μεταβολή δικαστικού λειτουργού.
4. Δικαίωμα προσφυγής των δικαστικών λειτουργών σε ευρύτερο Δευτεροβάθμιο Δικαστικό Όργανο για κάθε δυσμενή σε βάρος τους υπηρεσιακή κρίση από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο.
Β. Αναφορικά με την διαφάνεια και την εξυγίανση των λειτουργιών του Κράτους :
1. Πλήρης διαφάνεια της περιουσιακής και εν γένει οικονομικής κατάστασης όλων των λειτουργών του Κράτους. Κατάργηση κάθε είδους οικονομικού απορρήτου γι’ αυτούς. Οποιαδήποτε ελεγκτική αρχή αλλά και κάθε πολίτης θα πρέπει να έχει την απρόσκοπτη δυνατότητα να λαμβάνει γνώση όλων των περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν σε κρατικούς λειτουργούς και στο στενό οικογενειακό τους περιβάλλον.
2. Θεσμοθέτηση ανεξάρτητης ελεγκτικής αρχής με δυνατότητα ουσιαστικού ελέγχου της περιουσιακής κατάστασης των κρατικών λειτουργών και κυρίως του τρόπου απόκτησης ( «πόθεν έσχες» ) όλων των περιουσιακών τους στοιχείων. Η αρχή αυτή θα πρέπει να είναι πλήρως στελεχωμένη από ειδικούς εμπειρογνώμονες και να έχει την δυνατότητα ουσιαστικού ελέγχου τουλάχιστον 200 κρατικών λειτουργών κατ’ έτος.
3. ¶μεση δέσμευση κάθε περιουσιακού στοιχείου που τελεί σε προφανή δυσαναλογία με τα εισοδήματα των κρατικών λειτουργών. Τα περιουσιακά στοιχεία κατά το μέρος που υπερβαίνουν τα δηλούμενα νόμιμα εισοδήματα, να δημεύονται κατόπιν δικαστικής αποφάσεως.
Θεωρούμε ότι η υλοποίηση των προτάσεών μας είναι εφικτή και η λήψη των αναγκαίων για το σκοπό αυτό νομοθετικών μέτρων θα συμβάλλει ουσιαστικά τόσο στην διαφάνεια και την ενίσχυση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, όσο και στην εξυγίανση της δημόσιας ζωής της Χώρας και των λειτουργιών του Κράτους.

Για το διοικητικό συμβούλιο της Ε.Ε.Ε.

Ο Πρόεδρος

Σωτήριος Μπάγιας
Αντεισαγγελέας Εφετών

Ο Γεν.Γραμματέας
Παναγιώτης Σ.Παναγιωτόπουλος
Εισαγγελέας Πρωτοδικών

Ανακοίνωση σχετικά με την διενέργεια πειθαρχικής προκαταρκτικής εξέτασης σε βάρος του Προέδρου Πρωτοδικών κ. Σαλάτα

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

Το Δ.Σ. της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος, με αφορμή την διενέργεια πειθαρχικής προκαταρκτικής εξέτασης σε βάρος του Προέδρου Πρωτοδικών κ. Νικολάου Σαλάτα, για το λόγο ότι – ως Δικαστής κατά την έκδοση αποφάσεως – δεν ακολούθησε απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου :

Εκφράζει την συμπαράσταση και την αλληλεγγύη του στον ελεγχόμενο συνάδελφο.

Θεωρεί ότι η όποια επιλογή νομολογιακής θέσης από τον Δικαστή, πρέπει να είναι ανεκτή εφόσον είναι δεόντως αιτιολογημένη.

Επισημαίνει ότι η λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία των Δικαστικών Λειτουργών κατά την διαμόρφωση της δικαιοδοτικής τους κρίσης – που αποτελεί θεμέλιο για την ορθή απονομή της Δικαιοσύνης – πρέπει να διαφυλάσσεται και διασφαλίζεται απολύτως .

Για το διοικητικό συμβούλιο της Ε.Ε.Ε.

Ο Πρόεδρος
Σωτήριος Μπάγιας
Αντεισαγγελέας Εφετών

Ο Γεν.Γραμματέας
Παναγιώτης Σ. Παναγιωτόπουλος
Εισαγγελέας Πρωτοδικών

Ανακοίνωση αναφορικά με τις νομοθετικές μεταβολές του τρόπου ανάδειξης των διοικήσεων των μεγαλων δικαστηρίων και εισαγγελιών της χώρας

Αθήνα, 23/06/2008

Αναφορικά με τις μελετώμενες από το Υπουργείο Δικαιοσύνης νομοθετικές μεταβολές του τρόπου ανάδειξης των διοικήσεων των μεγάλων δικαστηρίων και εισαγγελιών της χώρας, το διοικητικό συμβούλιο της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος ανακοινώνει τ’ ακόλουθα:

Η Ένωσή μας είναι απολύτως αντίθετη σε κάθε ενδεχόμενο κατάργησης ή αλλοίωσης των εκλογών για την ανάδειξη των διοικήσεων των μεγάλων εισαγγελιών και δικαστηρίων και στον διορισμό αυτών από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο.

Θεωρούμε ότι ο θεσμός του αυτοδιοίκητου και ειδικά η εκλογή των διοικήσεων των μεγάλων δικαστηρίων και εισαγγελιών από τους υπηρετούντες δικαστικούς λειτουργούς είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την αυτοτέλεια και τη λειτουργική τους ανεξαρτησία. Κατά συνέπεια κάθε προσπάθεια κατάργησης του θεσμού προσβάλλει αυτήν ακριβώς την αυτοτέλεια και λειτουργική ανεξαρτησία. Για τους λόγους αυτούς, θεωρούμε υποχρέωσή μας να ενημερώσουμε κάθε αρμόδιο ότι η Ένωσή μας θα αντιδράσει με κάθε νόμιμο τρόπο σε οποιαδήποτε απόπειρα κατάργησης του θεσμού.

Για ανάλογους λόγους, εξάλλου, είμαστε απολύτως αντίθετοι στην παράταση της θητείας των ήδη υφιστάμενων (εκλεγμένων) διοικήσεων των μεγάλων δικαστηρίων και εισαγγελιών. Μια τέτοια ρύθμιση θα αλλοίωνε τον δημοκρατικό χαρακτήρα του θεσμού, θα παραβίαζε την εκπεφρασμένη βούληση των εκλογέων δικαστικών λειτουργών (οι οποίοι εξέλεξαν τους διευθύνοντες για θητεία δύο ετών) και θα προσέβαλε και τους ίδιους τους εκλεγμένους διευθύνοντες, αφού θα τους στερούσε τον δημοκρατικά νομιμοποιημένο λόγο ανάδειξης τους στις θέσεις που κατέχουν.

Αντίθετα θεωρούμε αναγκαία την άρση των περιορισμών του αυτοδιοίκητου με την κατάργηση όλων των κωλυμάτων εκλογής που τέθηκαν με το νόμο 3388/2005, και ιδίως την κατάργηση της αντισυνταγματικής διάταξης που απαγορεύει στα τακτικά ή τα αναπληρωματικά μέλη διοικητικών συμβουλίων δικαστικών ενώσεων να εκλεγούν στα όργανα διοίκησης των δικαστηρίων και εισαγγελιών, ώστε να αποκατασταθεί πλήρως η δημοκρατική λειτουργία του θεσμού και η εναρμόνισή του με το Σύνταγμα.

Για το διοικητικό συμβούλιο της Ε.Ε.Ε.

Ο Πρόεδρος
Σωτήριος Μπάγιας
Αντεισαγγελέας Εφετών

O Γεν. Γραμματέας
Παναγιώτης Σ. Παναγιωτόπουλος
Εισαγγελέας Πρωτοδικών

Ομιλία Προέδρου στην Γενική Συνέλευση

Ομιλία του Προέδρου της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος Σωτηρίου Μπάγια, Αντεισαγγελέα Εφετών, στην 24η Γενική Συνέλευση της Ενώσεως Εισαγγελέων Ελλάδος.

Αθήνα, 6-12-2008

Προσφωνήσεις – Χαιρετισμοί επισήμων

Στις τρεις και πλέον δεκαετίες που διέδραμαν από το 1975 (αφότου δηλαδή ο εισαγγελέας αναγορεύθηκε σε ισόβιο δικαστικό λειτουργό κα εξοπλίσθηκε με όλα τα εχέγγυα δικαστικής αμεροληψίας), οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντά μας διευρύνθηκαν και εκσυγχρονίσθηκαν υπό το κράτος νέων βελτιωτικών νομοθετικών ρυθμίσεων και υπό το φως των σύγχρονων αντιλήψεων για τη λειτουργία του κράτους δικαίου. Έτσι σήμερα η Εισαγγελία είναι θεσμικά κατοχυρωμένη δικαστική αρχή απολύτως ανεξάρτητη από την εκτελεστική εξουσία. Συγχρόνως ο εισαγγελέας κατέστη όχι μόνον απλός εφαρμοστής των νόμων αλλά και ελεγκτής της συμβατότητάς τους με το Σύνταγμα, τις διεθνείς συμβάσεις και ασφαλώς τις αρχές για την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών.
Θεμέλιο άλλωστε της νομιμότητας και επομένως του έργου και της αποστολής του Εισαγγελέα, αποτελούν τα ανθρώπινα δικαιώματα και οι ατομικές ελευθερίες. Κατά συνέπεια, ο Εισαγγελέας δεν έχει μόνον καθήκον να επιβλέπει και να μεριμνά για την τήρηση της έννομης τάξης και την εμπέδωση της κοινωνικής ειρήνης, αλλά αποτελεί συγχρόνως τον θεματοφύλακα και εγγυητή των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών των πολιτών.
Στο πλαίσιο της αντίληψης αυτής η Ένωσή μας επανειλημμένα με δημόσιες παρεμβάσεις έχει εκφράσει προβληματισμό και ανησυχία για την διαρκώς εντεινόμενη τάση περιορισμού των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών υπό το βάρος της πάταξης της οργανωμένης εγκληματικότητας και μάλιστα της τρομοκρατίας. Επισημαίνoυμε ειδικότερα ότι το απαραβίαστο της ιδιωτικής ζωής των πολιτών αποτελεί ύψιστο ατομικό δικαίωμα και η φύλαξή του συνιστά θεμελιώδη υποχρέωση για κάθε σύγχρονο δημοκρατικό κράτος. Κατά συνέπεια, η όποια περιστολή του δικαιώματος αυτού θα πρέπει να γίνεται όλως εξαιρετικά, σε απολύτως συγκεκριμένες περιπτώσεις και πάντοτε με τις εγγυήσεις της αρμόδιας δικαστικής αρχής.
Πέρυσι τέτοια εποχή κεντρικό και επίκαιρο ζήτημα αποτελούσε η μόνιμη χρήση των καμερών παρακολούθησης πολιτών σε δημόσιους χώρους. Μάλιστα το θέμα αυτό είχε τεθεί μετ’ επιτάσεως και συζητηθεί στην περυσινή μας Γενική Συνέλευση. Ήδη το συγκεκριμένο αυτό ζήτημα ρυθμίσθηκε με τον Ν. 3625/2007 (που ψηφίσθηκε 22 ημέρες μετά την περυσινή μας Γ.Σ), με τον οποίο θεσπίσθηκαν συγκεκριμένοι όροι και συνθήκες λειτουργίας των καμερών, αλλά και καταστροφής του συλλεγόμενου οπτικοακουστικού υλικού, υπό την εγγύηση του αρμόδιου εισαγγελέα. Θεωρούμε θετική την εξέλιξη αυτή, οφείλουμε όμως να επισημάνουμε το γεγονός ότι οι εισαγγελείς δεν διαθέτουν τις ειδικές εκείνες τεχνολογικές γνώσεις που απαιτούνται για την ολοκληρωμένη και ουσιαστική ενάσκηση των συγκεκριμένων καθηκόντων και θα έπρεπε για τον λόγο αυτό να συνοδεύονται από ειδικούς – ανεξάρτητους – εμπειρογνώμονες.
Μάλιστα ο νομοθέτης στο συγκεκριμένο κεφαλαιώδες ζήτημα προχώρησε ένα βήμα παραπάνω και με τις διατάξεις του Ν. 3674/2008 ανήγαγε σε κακούργημα την παράνομη μαγνητοφώνηση και βιντεοσκόπηση, αλλά και τη χρήση του συλλεγόμενου οπτικοακουστικού υλικού. Παρά ταύτα, πρόσφατα – προς γενική κατάπληξη όλων μας – η Ελληνική Βουλή έγινε αποδέκτης τέτοιου παράνομου οπτικοακουστικού υλικού και οι βουλευτές μας θεατές δημοσίως του υλικού αυτού. Είναι ένα τεράστιο ζήτημα νομικής, αλλά και ηθικής τάξεως, που απαξίωσε με τον πιο επίσημο τρόπο την εφαρμογή των νόμων στη χώρα μας.
Συναφές ασφαλώς ζήτημα με τα ανθρώπινα δικαιώματα αποτελεί και το θέμα των συνθηκών κράτησης στις φυλακές της χώρας. Ζήτημα το οποίο εμπίπτει στις αρμοδιότητες του εισαγγελέα ως εποπτεύουσας δικαστικής αρχής. Είναι γνωστό σε όλους ότι οι συνθήκες αυτές κάθε άλλο παρά ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις ενός σύγχρονου, πολιτισμένου και δημοκρατικού κράτους. Τα νομοθετικά μέτρα τα οποία πριν από λίγες ημέρες έλαβε το Υπουργείο Δικαιοσύνης πρόδηλα θα συμβάλλουν θεαματικά στην αποσυμφόρηση των φυλακών και θα βελτιώσουν τις συνθήκες διαβίωσης των κρατουμένων. Έχουν όμως ένα βασικό ελάττωμα: Είναι ευκαιριακά και πρόσκαιρης διάρκειας και για τον λόγο αυτό είναι βέβαιο ότι σε λιγότερο από δύο χρόνια το πρόβλημα θα επανέλθει και μάλιστα μετ’ επιτάσεως.
Κατά την γνώμη μας για την επίλυση του όλου ζητήματος απαιτείται η ριζική αλλαγή φιλοσοφίας και προσανατολισμού στο σύστημα λειτουργίας των φυλακών. Σήμερα οι φυλακές είναι ουσιαστικά απλοί χώροι φύλαξης των κρατουμένων και όχι πεδία σωφρονισμού και προετοιμασίας για την ομαλή κοινωνική τους επανένταξη, όπως θα έπρεπε να είναι. Παρεμπιπτόντως, πρέπει να αναφέρουμε και να τονίσουμε, ότι κατά τη γνώμη μας, όλοι οι κρατούμενοι – ανεξάρτητα από τη βαρύτητα της πράξης που τέλεσαν και την ποινή που εκτίουν – επιδέχονται σωφρονισμού και έχουν δικαίωμα σε μια δεύτερη ευκαιρία ζωής.
Δύο είναι τα στοιχεία που πρέπει να κυριαρχούν στη λειτουργία των φυλακών: Η διασφάλιση αξιοπρεπών υγιεινής διαβίωσης των κρατουμένων και η δημιουργική απασχόλησή τους με την υποχρεωτική εφαρμογή προγραμμάτων μόρφωσης, επαγγελματικής κατάρτισης και άθλησης για όλους. Εξαιρετική σημασία έχει επίσης η ουσιαστική και ευρεία καθιέρωση στην πράξη των εναλλακτικών μορφών έκτισης της ποινής και ιδιαίτερα αυτής της παροχής κοινωφελούς εργασίας. Είναι βέβαιο ότι η ευρεία χρήση της μορφής αυτής έκτισης της ποινής θα αποσυμφορήσει τις φυλακές και θα εκσυγχρονίσει το σωφρονιστικό μας σύστημα. Θα πρέπει ακόμη να επισημανθεί το απαράδεκτο για ένα σύγχρονο κράτος δικαίου φαινόμενο να κρατούνται στις φυλακές άνθρωποι των οποίων οι ποινές φυλάκισης έχουν μετατραπεί σε χρηματικές. Οι άνθρωποι αυτοί δεν κρατούνται για το αδίκημα που τέλεσαν, αλλά γιατί δεν έχουν χρήματα να πληρώσουν τις ποινές που τους επιβλήθηκαν. Γενικά θεωρούμε ότι ο θεσμός της μετατροπής των ποινών θα πρέπει να καταργηθεί ως άδικος και άνισος για τις φτωχότερες εισοδηματικά τάξεις. Ο νομοθέτης θα πρέπει να επιλέξει πέντε ή δέκα (για παράδειγμα) πλημμελήματα, που να τιμωρούνται με ποινές πραγματικής φυλάκισης και όλα τα άλλα να τιμωρούνται με χρηματικές ποινές που θα εισπράττονται σύμφωνα με τους όρους του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων.
Αναφορικά τέλος με το μέτρο της χορήγησης αδειών σε κρατούμενους, θεωρούμε ότι το μέτρο αυτό αποτελεί ένα εξαιρετικά χρήσιμο και αναγκαίο μέσο σωφρονισμού και ομαλής κοινωνικής επανένταξης. Κατά συνέπεια το συγκεκριμένο μέτρο πρέπει να διατηρηθεί και να ενισχυθεί . Ωστόσο, για ορισμένες κατηγορίες κρατουμένων, όπως αυτών των οποίων η εγκληματικότητα ανάγεται προδήλως σε ψυχοπαθολογικά αίτια, το μέτρο αυτό θα πρέπει να επανεξετασθεί και ενδεχομένως να αναθεωρηθεί. Για τις κατηγορίες αυτές θα πρέπει να χορηγούνται άδειες, αφού πρώτα οι κρατούμενοι έχουν υποβληθεί σε ειδικό πρόγραμμα ψυχικής αποκατάστασης και πάντοτε με τη σύμφωνη γνώμη των θεραπόντων ιατρών.
Κυρίες και κύριοι
Παραδοσιακά, η ετήσια τακτική Γενική συνέλευση της Ενώσεώς μας – και μάλιστα το εισαγωγικό μέρος της – αποτελεί πεδίο απολογισμού της χρονιάς που πέρασε για όλα όσα συνέβησαν στο χώρο της Δικαιοσύνης. Συγχρόνως αποτελεί χώρο καταγραφής και ανάλυσης των προβλημάτων της δικαιοσύνης , αλλά και κατάθεσης προτάσεων για την επίλυσή τους και ανάδειξης των προοπτικών που υπάρχουν για το μέλλον.
Ανατρέχοντας, λοιπόν, στη χρονιά που πέρασε διαπιστώνουμε αρκετά θετικά στοιχεία αναφορικά με το θεσμό της δικαιοσύνης, αλλά και αρκετά αρνητικά περιστατικά που προκάλεσαν και προκαλούν ποικίλες αντιδράσεις.
Σε νομοθετικό – θεσμικό επίπεδο, στις θετικές παρεμβάσεις ασφαλώς συγκαταλέγονται η αναβάθμιση της εθνικής σχολής δικαστικών λειτουργών, η εφαρμογή του θεσμού της εθελούσιας εξόδου δικαστών και εισαγγελέων από την υπηρεσία, η ίδρυση του Εθνικού Συμβουλίου Δικαιοσύνης (που όμως δεν έχει ακόμη αρχίσει η λειτουργία του) και η καθιέρωση νέου μισθολογίου για τους δικαστικούς λειτουργούς, σύμφωνα με τη συνταγματική επιταγή για αποδοχές ανάλογες με το λειτούργημα που ασκούν. Στα αρνητικά ασφαλώς συγκαταλέγεται η κατάργηση του θεσμού του αυτοδιοίκητου των μεγάλων εισαγγελιών και δικαστηρίων της χώρας. ενός θεσμού που είχε συνδεθεί με την υπηρεσιακή ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών και την εμπέδωση της δημοκρατίας στην εσωτερική λειτουργία της δικαιοσύνης. Πέρα από αυτή την ίδια την αρνητική μεταβολή ιδιαίτερα αρνητική αίσθηση προκάλεσαν οι αιτιολογίες που προβλήθηκαν για την κατάργηση του θεσμού. Υποστηρίχθηκε ότι αναπτύχθηκαν στους κόλπους των δικαστικών λειτουργών «φαινόμενα πελατειακών σχέσεων, δημιουργίες φατριών, αλλά και προβλήματα κομματισμού». Όλοι οι εισαγγελείς που βρισκόμαστε σε αυτήν την αίθουσα γνωρίζουμε καλά ότι τέτοια φαινόμενα δεν υπήρξαν τουλάχιστον αναφορικά με τη μεγάλη πλειονότητα των δικαστικών λειτουργών. Αντίθετα, στα έντεκα χρόνια που λειτούργησε ο θεσμός στον χώρο μας προσήλθαμε στις εκλογές για την ανάδειξη των προϊσταμένων των εισαγγελιών με αίσθημα ευθύνης, αλληλεγγύης και με μόνο γνώμονα την επιλογή των διοικητικά ικανότερων συναδέλφων μας.
Εάν όμως ήθελαν υποτεθεί βάσιμοι οι λόγοι για τους οποίους καταργήθηκε το αυτοδιοίκητο, εάν δηλαδή οι δικαστικοί λειτουργοί της χώρας ήταν τέτοιας ποιότητας – «φατριάζοντες, εξαρτώμενοι από πελατειακές σχέσεις, κομματιζόμενοι κλπ» – ώστε να κρίνονται ανίκανοι και ανώριμοι να εκλέγουν οι ίδιοι τους διοικητικούς τους προϊσταμένους, τότε θα έπρεπε όλοι να ανησυχούμε πάρα πολύ και για τη δικαιοσύνη αλλά και για τη λειτουργία της δημοκρατίας μας. Θα μπορούσαμε αλήθεια, εάν αυτή η κατάσταση επικρατούσε, να ζητούμε συγχρόνως από τους πολίτες να εμπιστεύονται τη Δικαιοσύνη; Τι είδους εμπιστοσύνη θα μπορούσαν να έχουν οι πολίτες σε τέτοιους δικαστικούς λειτουργούς και στη δικαιοσύνη που αυτοί απονέμουν;
Όμως τα πράγματα ασφαλώς δεν είναι έτσι και, πάντως, τα αρνητικά φαινόμενα που προβλήθηκαν είναι ξένα για τη μεγάλη πλειονότητα των δικαστικών λειτουργών. Γι’ αυτό και όλοι επιμένουμε ότι οι πολίτες μπορούν και πρέπει να εμπιστεύονται την Ελληνική Δικαιοσύνη και τους λειτουργούς της.
Κατά συνέπεια, τα ερωτήματα για την κατάργηση του θεσμού του αυτοδιοίκητου παραμένουν αναπάντητα, ενώ παράλληλα υπήρξε απαξίωση των δικαστικών λειτουργών και επιτάθηκε το έλλειμμα αξιοπιστίας της δικαιοσύνης έναντι των πολιτών.

Το τελευταίο αυτό ζήτημα, το έλλειμμα αξιοπιστίας, δηλαδή, που παρατηρείται στο θεσμό της δικαιοσύνης αποτελεί κατά τη γνώμη μου κεφαλαιώδες όσο και επίκαιρο ζήτημα που πρέπει να μας απασχολήσει όλους. Σύμφωνα με τα δημοσκοπικά στοιχεία που μας απέστειλε το Υπουργείο Δικαιοσύνης το ποσοστό των πολιτών που εμπιστεύονται τη δικαιοσύνη στη χώρα μας ανέρχεται σε 48,7%. Ασφαλώς θα πρέπει να μας ανησυχεί ιδιαίτερα το γεγονός ότι μόνο ένας στους δύο πολίτες εμπιστεύεται τη δικαιοσύνη και ίσως ακόμη περισσότερο θα πρέπει να μας ανησυχεί το γεγονός ότι ποσοστό μόνο 13,1% απαντά «σίγουρα εμπιστεύομαι», ενώ το υπόλοιπο 35,6% απαντά «μάλλον εμπιστεύομαι».
Ανεξάρτητα, όμως, από τα πιο πάνω δημοσκοπικά στοιχεία και οι ίδιοι εμείς – από την κοινωνική μας ζωή και τις συναναστροφές μας – γνωρίζουμε ή τουλάχιστον νιώθουμε αυτό το έλλειμμα αξιοπιστίας και αισθανόμαστε βαθιά πικραμένοι, γιατί γνωρίζουμε ότι η εικόνα που έχει δημιουργηθεί στην κοινή γνώμη μας αδικεί υπέρμετρα.
Ποιοι είναι όμως οι λόγοι στους οποίους οφείλεται το έλλειμμα αξιοπιστίας στον θεσμό της Δικαιοσύνης και τους δικαστικούς λειτουργούς; Κατά τη γνώμη μας, τρεις είναι οι βασικές αιτίες της δυσάρεστης για όλους μας κατάστασης: 1. Ο απόηχος από το λεγόμενο «παραδικαστικό κύκλωμα» και τις απαράδεκτες γενικεύσεις περί εκτεταμένης διαφθοράς στο δικαστικό σώμα που επακολούθησαν. Οι γενικεύσεις αυτές ήταν εντελώς αδικαιολόγητες, συνέτειναν όμως στη δημιουργία τους και οι διαρροές που υπήρξαν από το ανακριτικό υλικό της όλης διαδικασίας. Αντί, λοιπόν, η γενναία προσπάθεια αυτοεξυγίανσης που αναλήφθηκε και προχώρησε αποφασιστικά να αποτελέσει παράδειγμα προς μίμηση και για άλλους χώρους της δημόσιας και πολιτικής ζωής, δημιούργησε – με τον τρόπο που εμφανίστηκε – κλονισμό της εμπιστοσύνης των πολιτών απέναντι στο σύνολο των δικαστικών λειτουργών.
2. Δεύτερη αιτία αποτελούν ασφαλώς ορισμένα ζητήματα εσωτερικής λειτουργίας της δικαιοσύνης, που αναδεικνύουν διαφορετικότητα αντιλήψεων σε ζητήματα αρχών λειτουργίας του θεσμού και που δεν επιλύονται πάντοτε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι αυτό των παραιτήσεων των δύο συναδέλφων μας αντεισαγγελέων εφετών. Έχουν λεχθεί και έχουν γραφεί πάρα πολλά για το ζήτημα αυτό, ώστε το θέμα να θεωρείται ότι έχει εξαντληθεί και καθένας έχει διαμορφώσει τις απόψεις του πάνω στο συγκεκριμένο ζήτημα. Οι απόψεις αυτές και τα συμπεράσματα που τη συνοδεύουν προφανώς δεν συμπίπτουν. Κοινή παραδοχή, ωστόσο, πρέπει να αποτελεί το γεγονός ότι οι συγκεκριμένοι συνάδελφοί μας δεν ενήργησαν ορμώμενοι από ιδιοτελή ή άλλα «ύποπτα» κίνητρα. Ενήργησαν με γνώμονα την προάσπιση της ανεξαρτησίας και της αξιοπρέπειάς τους ως δικαστικών λειτουργών. Όλοι νομίζω θα συμφωνήσουμε ότι ανεξάρτητη δικαιοσύνη χωρίς ανεξάρτητους δικαστικούς λειτουργούς δεν μπορεί να υπάρξει. Θα συμφωνήσουμε επίσης ότι – πέρα από τα όποια συνταγματικά και εν γένει θεσμικά εχέγγυα – η ανεξαρτησία του δικαστικού λειτουργού υπάρχει, πρέπει να υπάρχει μέσα του. Στον νου και την ψυχή του. Και αυτό πρέπει να είναι έτοιμος να το αποδείξει σε κάθε κρίσιμη περίσταση.
3. Η τρίτη – και σημαντικότερη – αιτία του ελλείμματος της εμπιστοσύνης των πολιτών είναι το γεγονός ότι η δικαιοσύνη στη χώρα μας δεν είναι αποτελεσματική ή για την ακρίβεια δεν είναι όσο θα έπρεπε αποτελεσματική. Το κοινότυπο ερώτημα που όλοι μας συχνά ακούμε «θα τιμωρηθεί επιτέλους και κάποιος μεγαλόσχημος ή οικονομικά ισχυρός;» αποτελεί συγχρόνως και κοινωνικό αίτημα. Αίτημα για περισσότερη δικαιοσύνη, ποιοτικότερη δικαιοσύνη και – κυρίως – πιο αποτελεσματική δικαιοσύνη. Δικαιοσύνη για όλους και έναντι όλων. Και βέβαια η επιδίωξη αυτή συνδέεται άμεσα με τα επιτακτικά κοινωνικά αιτήματα για απόλυτη διαφάνεια στη δημόσια ζωή και πάταξη της διαφθοράς σε όλα τα επίπεδα των κρατικών εξουσιών, εκκινώντας από τις κορυφές τους.
Γιατί όμως παρατηρείται το φαινόμενο αυτό της μειωμένης αποτελεσματικότητας; Ποιοι ευθύνονται; Θα φανεί ενδεχομένως οξύμωρο, αλλά εκείνοι οι οποίοι ευθύνονται λιγότερο για την αναποτελεσματικότητα αυτή, είναι οι δικαστικοί λειτουργοί. Και εξηγούμαστε. Οι λόγοι για τους οποίους υπάρχει αναποτελεσματικότητα στην εφαρμογή των νόμων σε όλες τις περιπτώσεις και έναντι όλων, θεωρούμε ότι συνοψίζονται στα ακόλουθα: Πρώτον στα σοβαρά ελλείμματα που παρουσιάζουν οι ελεγκτικοί – αστυνομικοί μηχανισμοί του κράτους, ώστε οι υπεύθυνοι για οικονομικά ιδίως αδικήματα να παραπέμπονται στη δικαιοσύνη με αδιάσειστα αποδεικτικά στοιχεία. Για παράδειγμα οι έλεγχοι που γίνονται από την Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων (πρώην ΣΔΟΕ) και οι δικογραφίες που μας αποστέλλονται αφορούν κατά κύριο λόγο μικρομεσαίες επιχειρήσεις και επιτηδευματίες. Σπάνια (σχεδόν ποτέ) εντοπίζονται αδικήματα από ελέγχους σε οικονομικά πανίσχυρες και μάλιστα πολυεθνικές εταιρείες. Τα σοβαρά αυτά ελλείμματα των ελεγκτικών μηχανισμών αποτελούν έναν από τους βασικούς λόγους για τους οποίους εδώ και πολλά χρόνια ζητούμε επίμονα την ίδρυση δικαστικής αστυνομίας, όπως συμβαίνει σε όλα σχεδόν τα σύγχρονα ευρωπαϊκά κράτη.
Δεύτερη αιτία αποτελεί η τεράστια σε έκταση και εξαιρετικά γραφειοκρατική δικονομία που διέπει το ποινικό μας δίκαιο ιδίως κατά την προδικαστική έρευνα για την εξιχνίαση εγκληματικών πράξεων. Για παράδειγμα δεν είναι επιτρεπτό δύο και πλέον μήνες μετά την έναρξη της έρευνας στη γνωστή υπόθεση του Βατοπεδίου – εξαιτίας νομικών κωλυμάτων – να μην έχει ανοίξει το σύνολο των σχετικών με την υπόθεση ύποπτων τραπεζικών λογαριασμών, αλλά και να μην έχουν εντοπισθεί όλα τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα από και προς τα οποία διακινήθηκαν ύποπτης προέλευσης χρηματικά ποσά. Δεν είναι δυνατό επίσης μια υπόθεση με κακουργηματικού χαρακτήρα αντικείμενο να αναβάλλεται πάνω από δέκα φορές και οι δικονομικοί λόγοι αναβολής της να είναι βάσιμοι. Είναι το μόνο ίσως σημείο για το οποίο η ευθύνη μπορεί να επιμερισθεί και στους δικαστικούς λειτουργούς. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά σοβαρό θέμα υπέρμετρης καθυστέρησης των υποθέσεων στην κύρια διαδικασία, δεδομένου ότι τα δύο τρίτα των υποθέσεων των πινακίων των Εφετείων Κακουργημάτων, αλλά και των Πλημμελειοδικείων προέρχονται από αναβολές. Ειδικά για το ζήτημα αυτό η Ένωσή μας είναι έτοιμη να καταθέσει στο Υπουργείου Δικαιοσύνης συγκεκριμένη πρόταση νομοθετικής ρύθμισης, με κεντρική ιδέα την κλήρωση των προεδρευόντων στα δικαστήρια αυτά για ολόκληρο το έτος και την υποχρεωτικότητα ορισμού της αναβολής σε δικάσιμο που θα προεδρεύει ο ίδιος δικαστής. Διάφορα επιμέρους ζητήματα ενδεχόμενων μεταβολών κ.λ.π των προεδρευόντων αντιμετωπίζονται αιτιολογημένα στην υπό κατάθεση πρότασή μας.
Τρίτη αιτία για την αναποτελεσματικότητα αποτελεί η έλλειψη προληπτικών ελεγκτικών μηχανισμών για τον εντοπισμό της διαφθοράς στον δημόσιο τομέα, ώστε τα κρούσματα αυτά (που όλοι παραδέχονται ότι δεν είναι λίγα) να καταλήξουν στη δικαιοσύνη. Είναι γνωστό ότι η Ένωσή μας από το 2004 έχει καταθέσει δημόσια και επαναλαμβάνει με κάθε ευκαιρία μια ολοκληρωμένη πρόταση για το τεράστιο αυτό θέμα. Η πρότασή μας αυτή έχει τρεις κατά βάση άξονες: α) Πλήρης διαφάνεια της περιουσιακής και εν γένει οικονομικής κατάστασης όλων των λειτουργών του Κράτους. Κατάργηση κάθε είδους οικονομικού απορρήτου γι’ αυτούς. Οποιαδήποτε ελεγκτική αρχή αλλά και κάθε πολίτης θα πρέπει να έχει την απρόσκοπτη δυνατότητα να λαμβάνει γνώση όλων των περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν σε κρατικούς λειτουργούς και στο στενό οικογενειακό τους περιβάλλον. β) Θεσμοθέτηση ανεξάρτητης ελεγκτικής αρχής με δυνατότητα ουσιαστικού ελέγχου της περιουσιακής κατάστασης των κρατικών λειτουργών και κυρίως του τρόπου απόκτησης («πόθεν έσχες») όλων των περιουσιακών τους στοιχείων. Η αρχή αυτή θα πρέπει να είναι πλήρως στελεχωμένη από ειδικούς εμπειρογνώμονες και να έχει την δυνατότητα ουσιαστικού ελέγχου τουλάχιστον 200 κρατικών λειτουργών κατ’ έτος. γ) ¶μεση δέσμευση κάθε περιουσιακού στοιχείου που τελεί σε προφανή δυσαναλογία με τα εισοδήματα των κρατικών λειτουργών. Τα περιουσιακά στοιχεία κατά το μέρος που υπερβαίνουν τα δηλούμενα νόμιμα εισοδήματα, να δημεύονται κατόπιν δικαστικής αποφάσεως.
Κορυφαίο, ωστόσο αίτιο για τη μη επαρκή αποτελεσματικότητα της δικαιοσύνης – πρωταρχική αδυναμία θα λέγαμε – ήταν και παραμένει η βραδύτητα στη διαδικασία απονομής της. Αυτό το αναμφισβήτητο γεγονός, αποτελεί όχι μόνον αιτία κλονισμού της εμπιστοσύνης των πολιτών στο θεσμό της δικαιοσύνης, αλλά και κεφαλαιώδη παράγοντα ανάσχεσης της προόδου και της ανάπτυξης του κράτους στο σύνολό του. Ακόμη και από στενά οικονομική άποψη να θεωρήσει κάποιος το ζήτημα θα καταλήξει στη διαπίστωση αυτή. Η κατάσταση που επικρατεί στο χώρο της δικαιοσύνης αποτελεί – σύμφωνα και με δημοσιεύματα έγκυρων διεθνών οικονομικών εντύπων – ουσιώδη αποτρεπτικό παράγοντα επενδύσεων στη χώρα. Πράγματι, πώς μπορεί να επενδύσει ένας ξένος επενδυτής στη χώρα μας όταν γνωρίζει ότι ενδεχομένως η όποια δικαστική εμπλοκή μπορεί να τον καταστρέψει κυριολεκτικά. Όχι βεβαίως διότι τελικά δεν θα βρει το δίκιο του. Θα το βρει και με τρόπο ορθότερο απ’ ότι σε πολλές άλλες ανεπτυγμένες χώρες. Θα έχει όμως μεσολαβήσει ενδεχομένως τόσο μακρύ χρονικό διάστημα, ώστε το δίκιο αυτό να έχει ατονήσει μέχρι σημείου εξάλειψης.
Όμως, ενώ όλοι συμφωνούμε ότι η βραδύτητα στην απονομή της δικαιοσύνης αποτελεί τη μεγάλη αδυναμία όχι μόνο για τον θεσμό της δικαιοσύνης, αλλά και για την καθόλη λειτουργία του κράτους, τι κάνουμε για να θεραπεύσουμε την αδυναμία αυτή;
Οι βασικές παράμετροι που συνθέτουν το κεφαλαιώδες αυτό ζήτημα ήταν και παραμένουν σταθερές: Με τον υπάρχοντα αριθμό δικαστικών λειτουργών οι οποίοι, λειτουργούν υπό τις υπάρχουσες συνθήκες, απαιτείται για τη διεκπεραίωση των ποινικών υποθέσεων, χρόνος που – κατά γενική ομολογία – είναι ανεπίτρεπτα μεγάλος και σχεδόν αγγίζει τα όρια της αρνησιδικίας. Και βεβαίως για τον λόγο αυτό, σχεδόν κάθε προσφυγή των πολιτών στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο γίνεται δεκτή και έχει ως αποτέλεσμα την καταδίκη της χώρας μας. Κατά συνέπεια, με βάση τις παραμέτρους που προαναφέρθηκαν, οι λύσεις που υπάρχουν για το κεφαλαιώδες αυτό ζήτημα, είναι σαφείς και συγκεκριμένες. Απαιτείται θεαματική μείωση της ποινικής ύλης, ουσιαστική αύξηση του αριθμού των δικαστικών λειτουργών και πλήρης αναβάθμιση των συνθηκών λειτουργίας τους. Κάθε άλλη μέθοδος έχει δοκιμαστεί και έχει αποδειχθεί αλυσιτελής.
Θα μπορούσε βεβαίως κάποιος να υποστηρίξει ότι ο χρόνος απονομής της δικαιοσύνης είναι δυνατόν να μειωθεί εάν οι δικαστικοί λειτουργοί εργασθούν περισσότερο. Όμως, τουλάχιστον καθόσον αφορά τη μεγάλη πλειονότητα των εισαγγελέων , αυτό έχει προ πολλού καταστεί αδύνατον. Οι συνάδελφοί μας και μάλιστα οι εισαγγελείς του πρώτου βαθμού, έχουν πλέον φθάσει – και σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν υπερβεί – τα όρια των αντοχών τους.
Επιτακτικά, επομένως προβάλλει το αίτημα για ευρεία αποποινικοποίηση των ήσσονος απαξίας αδικημάτων και αντικατάσταση, στις περιπτώσεις αυτές, των ποινών από διοικητικές κυρώσεις. Είναι γνωστό ότι στον αριθμό των ποινικών αδικημάτων η χώρα μας διεκδικεί παγκόσμια πρωτιά. Το γεγονός αυτό – που αποτελεί βασική αιτία για τη βραδύτητα απονομής της ποινικής δικαιοσύνης – έχει την εξήγησή του. Είναι η αδυναμία λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης της χώρας μας. Δεν έχει τη δυνατότητα η διοίκηση αλλά και οι επιμέρους δημόσιοι φορείς να ικανοποιήσουν τις νόμιμες αξιώσεις τους έναντι των παραβατών και για τον λόγο αυτό ανάγουν τις διοικητικές παραβάσεις ή αστικές οφειλές σε ποινικά αδικήματα, ώστε με το φόβο του ποινικού δικαστή και του εισαγγελέα οι πολίτες να συμμορφώνονται. Το φαινόμενο αυτό της πληθώρας των ποινικών αδικημάτων, δεν έχει μόνο ως αποτέλεσμα την εξαιρετική επιβράδυνση των ρυθμών απονομής της ποινικής δικαιοσύνης. Επιφέρει και κάτι άλλο επίσης σημαντικό. Μέσα από την πληθώρα των ήσσονος σημασίας αδικημάτων και των αντίστοιχων δικογραφιών, αποδυναμώνεται η δυνατότητα για αποτελεσματική παρέμβαση του εισαγγελέα στα πραγματικά σοβαρά εγκλήματα και έγκαιρη εκδίκασή τους από τα ποινικά δικαστήρια.
Εξίσου επιτακτικά προβάλλει και το αίτημα για ουσιαστική αύξηση του αριθμού των εισαγγελέων και εν γένει δικαστικών λειτουργών. Μια αύξηση που μπορεί και πρέπει να γίνει σταδιακά και με προοπτική πενταετίας τουλάχιστον. Ήδη όμως έχει ανακύψει κατά τα τελευταία έτη ένα άλλο συναφές ζήτημα: Η κάλυψη των κενών οργανικών θέσεων. Το απόλυτα σωστό μέτρο της παροχής γονικών αδειών στις μητέρες συναδέλφους δεν συνοδεύτηκε από ανάλογη αύξηση του αριθμού των δικαστικών λειτουργών, με συνέπεια να έχουν δημιουργηθεί μεγάλα κενά που επιτείνουν τις δυσμενείς συνθήκες λειτουργίας των εισαγγελιών και των δικαστηρίων. Κενά τα οποία το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο προσπαθεί να καλύψει με αποσπάσεις δικαστικών λειτουργών από εισαγγελία σε εισαγγελία ή από δικαστήριο σε δικαστήριο. Εύλογα το πρόβλημα δεν λύνεται με τον τρόπο αυτό αλλά μάλλον ανακυκλώνεται, ενώ παράλληλα επέρχονται δυσμενή αποτελέσματα στην προσωπική κατάσταση των δικαστικών λειτουργών από τις αιφνιδιαστικές αποσπάσεις. Κατά συνέπεια, τουλάχιστον μια λελογισμένη αύξηση των θέσεων ειδικά των εισαγγελέων του πρώτου βαθμού – ανάλογη με τον αριθμό των συναδέλφων που τελούν σε μακροχρόνιες άδειες – είναι επιβεβλημένη και πρέπει να γίνει άμεσα.
Εξαιρετικά σημαντικό ζήτημα επίσης για την εύρυθμη λειτουργία της δικαιοσύνης, αλλά και την ταχεία και αποτελεσματική απονομή της αποτελεί η κτιριακή υποδομή καθώς και η εφαρμογή των σύγχρονων τεχνολογιών στην καθημερινή λειτουργία των εισαγγελιών και των δικαστηρίων. Η κτιριακή κατάσταση που επικρατεί σε πολλά από τα δικαστικά καταστήματα της περιφέρειας είναι τριτοκοσμική. Υπάρχουν εισαγγελίες της περιφέρειας που στεγάζονται σε διαμερίσματα πολυκατοικιών, δίπλα από οικογένειες , πάνω από καταστήματα, ακόμα και σε κτίρια στην οροφή των οποίων λειτουργούν καφετέριες. Αλλά και στις κεντρικές εισαγγελίες της χώρας η κατάσταση δεν είναι καλύτερη. Για παράδειγμα, το δικαστικό «μέγαρο» Πειραιά παρουσιάζει προβλήματα υγιεινής, αλλά και στατικής αντοχής. Και παρά τον συνωστισμό εκατοντάδων ανθρώπων καθημερινά στους πολύ στενούς χώρους του κτιρίου, δεν υπάρχει ούτε μια έξοδος κινδύνου. Παράλληλα, στις περισσότερες εισαγγελίες της χώρας, δεν έχουν αξιοποιηθεί στο βαθμό που θα έπρεπε οι δυνατότητες που παρέχουν τα σύγχρονα τεχνολογικά μέσα και ο τομέας της πληροφορικής. Για παράδειγμα , είναι αδιανόητο στις μέρες μας να καταρτίζονται κατηγορητήρια χειρόγραφα και να ενσωματώνονται στο βούλευμα επίσης χειρόγραφες οι εισαγγελικές προτάσεις. Αδικαιολόγητο ακόμη είναι να μην υφίσταται ηλεκτρονική διασύνδεση όλων των εισαγγελιών της χώρας για παροχή πληροφοριών και ανταλλαγή στοιχείων, με συνέπεια να απαιτείται για το σκοπό αυτό η χρονοβόρα διαδικασία της κατάρτισης και αποστολής εγγράφων ταχυδρομικώς.
Ωστόσο η παρούσα ομιλία δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι μόνο διαπιστωτική – ή και καταγγελτική αν θέλετε – των προβλημάτων της δικαιοσύνης, χωρίς να συνοδεύεται από ανάλογης βαρύτητας συγκεκριμένες προτάσεις πέραν των όσων προαναφέρθηκαν για ευρεία αποποινικοποίηση, λειτουργία δικαστικής αστυνομίας, κάλυψη των οργανικών κενών και αύξηση των θέσεων των δικαστικών λειτουργών και υπαλλήλων, καθώς και για αναβάθμιση της κτιριακής και εν γένει υλικοτεχνικής υποδομής των εισαγγελιών και των δικαστηρίων. Για την υλοποίηση όλων αυτών απαιτούνται πρωταρχικά τρία βασικά στοιχεία:
1. Διάθεση για ριζικές τομές και ρήξεις με τη λήψη ριζοσπαστικών μέτρων καθώς και για αποδοχή του όποιου κόστους υπάρξει από τα μέτρα αυτά. Γνωρίζουμε για παράδειγμα, ότι η ευρεία αποποινικοποίηση θα περιορίσει σημαντικά τη δικηγορική ύλη. Στην κατάσταση όμως που βρίσκεται σήμερα η δικαιοσύνη απαιτείται ένα είδος επανάστασης, με θάρρος, τόλμη , υπέρβαση των όποιων σκοπιμοτήτων και με ανάληψη του όποιου πολιτικού κόστους. Μέχρι τώρα άλλωστε εμείς αναλαμβάνουμε το κόστος για την κατάσταση που επικρατεί. Σε μας απευθύνει τα ερωτήματά του ο απλός πολίτης αναφορικά με την καθυστέρηση της εκδίκασης της υπόθεσής του, αλλά και με τη μη έγκαιρη και αποτελεσματική παρέμβασή μας στο πρόβλημά του.
2. Μακροπρόθεσμος σχεδιασμός και πρόγραμμα. Μέχρι τώρα όλες οι λύσεις αναζητούνται με χρονικό ορίζοντα ενός ή δύο ετών. Η κατάσταση όμως έχει φθάσει σε τέτοιο σημείο, ώστε πράγματι δεν μπορεί να αλλάξει από τη μία μέρα στην άλλη. Απαιτείται μακροπρόθεσμος σχεδιασμός με τελικό χρονικό ορίζοντα πολλών ετών. Απαιτείται η κατάρτιση εμπεριστατωμένου προγράμματος τουλάχιστον πενταετούς διάρκειας. Εάν τα μέτρα που προτείνουμε σήμερα είχαν ληφθεί δέκα χρόνια πριν, είναι βέβαιο ότι ο χρόνος εκδίκασης των υποθέσεων θα είχε μειωθεί στο 1/3 και συγχρόνως το κόστος θα ήταν πολύ μικρότερο. Το ίδιο θα συμβαίνει και μετά από δέκα χρόνια αν δεν ληφθούν σήμερα τα μέτρα αυτά που έπρεπε να είχαν ληφθεί χθες.
3. Είναι προφανές ότι για την υλοποίηση όλων των ενδεδειγμένων μέτρων για την αναβάθμιση της δικαιοσύνης απαιτούνται γενναίες δημοσιονομικές δαπάνες. Δαπάνες που θα αποτελέσουν αληθείς και προσοδοφόρες επενδύσεις για την πρόοδο και την ανάπτυξη του κράτους στο σύνολό του. Δαπάνες που όχι μόνον δεν θα είναι αντιπαραγωγικές – όπως προείπαμε – αλλά θα επιφέρουν μακροπρόθεσμα πολλαπλάσια οφέλη για την κοινωνική ειρήνη και τον πολιτισμό της χώρας, αλλά και γι’ αυτή καθ’ αυτή την οικονομική της ανάπτυξη.

Κυρίες και κύριοι,
Καθημερινά σχεδόν ακούγονται φράσεις όπως «χρειάζεται να παρέμβει ο εισαγγελέας», «ο εισαγγελέας πρέπει να βρει τι συμβαίνει» ή «ο εισαγγελέας θα δώσει τη δέουσα λύση στο ζήτημα». Όμως, για ποιόν εισαγγελέα μιλάμε; Φαντάζει μέσα από τις φράσεις αυτές ως να πρόκειται για κάποιο υπεράνθρωπο, ο οποίος έχει όλες τις δυνατότητες και τα μέσα να φωτίσει αντικειμενικά, δίκαια και αποτελεσματικά κάθε υπόθεση. Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Έχει πράγματι ο έλληνας εισαγγελέας τις αντικειμενικές δυνατότητες και τα σύγχρονα μέσα που απαιτούνται για την ουσιαστική εκπλήρωση των καθηκόντων του και μάλιστα στον απόλυτο βαθμό, όπως απαιτεί η κοινωνία; Έχει, στοιχειωδώς έστω, τα μέσα και τις δυνατότητες που διαθέτει ο συνάδελφός του στη Γερμανία ή τη Γαλλία; Όλοι γνωρίζουμε πως όχι. Έτσι το βασικό όπλο που του απομένει είναι το μεράκι, η ευσυνειδησία και η σκληρή δουλειά. Αρκούν όμως αυτά; Πόσοι όμως από αυτούς που έχουν θεσμικές αρμοδιότητες – και επικαλούνται συχνά μετ’ επιτάσεως τον εισαγγελέα – έχουν ασχοληθεί με αποφασιστικότητα και πραγματική διάθεση επίλυσης των χρόνιων προβλημάτων που έχουν σωρευθεί και ταλανίζουν το θεσμό και τη δικαιοσύνη γενικότερα;
Κυρίες και κύριοι, έχω την αίσθηση ότι αυτό το μεράκι του εισαγγελέα, αυτή η φλόγα για προσφορά και δημιουργία πολλές φορές τρεμοσβήνει υπό το βάρος των αντίξοων συνθηκών λειτουργίας του και ο εισαγγελέας κινδυνεύει να μεταβληθεί σε απλό γραφειοκράτη – διεκπεραιωτή των υποθέσεων που του ανατίθενται. Αυτό δεν πρέπει να το επιτρέψουμε. Θα ήταν ολέθριο και για τη δικαιοσύνη και για την κοινωνία και για την ίδια την δημοκρατία μας.

Για τον λόγο αυτό κλείνοντας, επιτρέψτε μου να καλέσω όλους όσοι παρευρίσκονται στην αίθουσα αυτή – ιδιαίτερα τους εκπροσώπους των δύο άλλων λειτουργιών του κράτους – να στρέψουν τη σκέψη τους και να επικεντρώσουν την προσοχή τους «στο μέσο έλληνα εισαγγελέα», ανεξάρτητα από τον βαθμό που κατέχει και τις αρμοδιότητες που του έχουν ανατεθεί. Στον εισαγγελέα που αθόρυβα αλλά ουσιαστικά εκπληρώνει τα καθήκοντά του. Με κόπο, με αυταπάρνηση , με προσωπικές θυσίες. Στον σκληρά εργαζόμενο και υπό αντίξοες αντικειμενικές συνθήκες εισαγγελέα. Σ’ αυτόν που εισήλθε στον κλάδο με μεράκι, με όνειρα, με φλογερή διάθεση προσφοράς για ένα κόσμο καλύτερο και μια κοινωνία πιο δίκαιη, πιο ανθρώπινη.
Όλοι μαζί, ας ενισχύσουμε πρωταρχικά το αίσθημα ασφάλειας, ηρεμίας και σιγουριάς που πρέπει να τον διέπει. Ας διασφαλίσουμε στην πράξη την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία του. Ας ενισχύσουμε το φρόνημα και το σθένος του. Ας προσπαθήσουμε να βελτιώσουμε ουσιαστικά την καθημερινή λειτουργία του.
Γιατί αυτός – ο μέσος έλληνας εισαγγελέας που εμφορείται από φλογερή διάθεση προσφοράς – είναι το παρόν και ιδίως το μέλλον της δικαιοσύνης.
Γιατί αυτόν τον εισαγγελέα τον έχουν ανάγκη κυρίως οι απλοί πολίτες, οι εργαζόμενοι, οι κοινωνικά αδικημένοι, οι ευπαθείς εν γένει ομάδες πληθυσμού.
Τον εισαγγελέα αυτόν τον έχει ανάγκη και η κοινωνία στο σύνολό της. Για την εξυγίανση, την πρόοδο και την ανάπτυξή της. Τον έχει ανάγκη η ίδια η δημοκρατία μας και η μελλοντική προοπτική της.

Σας ευχαριστώ πολύ

Ανακοίνωση Ένωσης Εισαγγελέων

Αθήνα, 23/06/2008

Αναφορικά με τις μελετώμενες από το Υπουργείο Δικαιοσύνης νομοθετικές μεταβολές του τρόπου ανάδειξης των διοικήσεων των μεγάλων δικαστηρίων και εισαγγελιών της χώρας, το διοικητικό συμβούλιο της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος ανακοινώνει τ’ ακόλουθα:

Η Ένωσή μας είναι απολύτως αντίθετη σε κάθε ενδεχόμενο κατάργησης ή αλλοίωσης των εκλογών για την ανάδειξη των διοικήσεων των μεγάλων εισαγγελιών και δικαστηρίων και στον διορισμό αυτών από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο.

Θεωρούμε ότι ο θεσμός του αυτοδιοίκητου και ειδικά η εκλογή των διοικήσεων των μεγάλων δικαστηρίων και εισαγγελιών από τους υπηρετούντες δικαστικούς λειτουργούς είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την αυτοτέλεια και τη λειτουργική τους ανεξαρτησία. Κατά συνέπεια κάθε προσπάθεια κατάργησης του θεσμού προσβάλλει αυτήν ακριβώς την αυτοτέλεια και λειτουργική ανεξαρτησία. Για τους λόγους αυτούς, θεωρούμε υποχρέωσή μας να ενημερώσουμε κάθε αρμόδιο ότι η Ένωσή μας θα αντιδράσει με κάθε νόμιμο τρόπο σε οποιαδήποτε απόπειρα κατάργησης του θεσμού.

Για ανάλογους λόγους, εξάλλου, είμαστε απολύτως αντίθετοι στην παράταση της θητείας των ήδη υφιστάμενων (εκλεγμένων) διοικήσεων των μεγάλων δικαστηρίων και εισαγγελιών. Μια τέτοια ρύθμιση θα αλλοίωνε τον δημοκρατικό χαρακτήρα του θεσμού, θα παραβίαζε την εκπεφρασμένη βούληση των εκλογέων δικαστικών λειτουργών (οι οποίοι εξέλεξαν τους διευθύνοντες για θητεία δύο ετών) και θα προσέβαλε και τους ίδιους τους εκλεγμένους διευθύνοντες, αφού θα τους στερούσε τον δημοκρατικά νομιμοποιημένο λόγο ανάδειξης τους στις θέσεις που κατέχουν.

Αντίθετα θεωρούμε αναγκαία την άρση των περιορισμών του αυτοδιοίκητου με την κατάργηση όλων των κωλυμάτων εκλογής που τέθηκαν με το νόμο 3388/2005, και ιδίως την κατάργηση της αντισυνταγματικής διάταξης που απαγορεύει στα τακτικά ή τα αναπληρωματικά μέλη διοικητικών συμβουλίων δικαστικών ενώσεων να εκλεγούν στα όργανα διοίκησης των δικαστηρίων και εισαγγελιών, ώστε να αποκατασταθεί πλήρως η δημοκρατική λειτουργία του θεσμού και η εναρμόνισή του με το Σύνταγμα.

Για το διοικητικό συμβούλιο της Ε.Ε.Ε.

Ο Πρόεδρος
Σωτήριος Μπάγιας
Αντεισαγγελέας Εφετών

O Γεν. Γραμματέας
Παναγιώτης Σ. Παναγιωτόπουλος
Εισαγγελέας Πρωτοδικών

Ανακοίνωση Ένωσης Εισαγγελέων

Αθήνα, 11/06/2008

Μας ανακοινώθηκε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση χρηματοδοτεί πρόγραμμα για την εκπαίδευση Παλαιστινίων Εισαγγελέων στην Ραμάλα. Το πρόγραμμα θα ξεκινήσει 14-7-2008 και θα διαρκέσει μέχρι τέλη Αυγούστου ε.ε.

Όποιος εκ των συναδέλφων, γνωρίζων την Αγγλική γλώσσα, επιθυμεί να λάβει μέρος ως εκπαιδευτής – βοηθός εκπαιδευτή στο άνω πρόγραμμα , πρέπει να το δηλώσει αμέσως, επειδή οι προθεσμίες είναι άκρως πιεστικές, στο γραφείο της Ένωσης (ΦΑΞ 210 8254211) συντάσσων σχετικό βιογραφικό, με βάση το επισυναπτόμενο υπόδειγμα.

Για το διοικητικό συμβούλιο της Ε.Ε.Ε.

Ο Πρόεδρος
Σωτήριος Μπάγιας
Αντεισαγγελέας Εφετών

O Γεν. Γραμματέας
Παναγιώτης Σ. Παναγιωτόπουλος
Εισαγγελέας Πρωτοδικών

Ανακοίνωση Ένωσης Εισαγγελέων

Αθήνα, 09/06/2008

Ο πρόεδρος της Διεθνούς Ένωσης Εισαγγελέων – Δ.Ε.Ε. (International Association of Procecutors – I.A.P.) κ. Φρανσουά Φαλλέτι, με επιστολή του ( υπό ημερομηνία 3-6-2008 ) τοποθετείται – και εκ μέρους της Εκτελεστικής Επιτροπής της Δ.Ε.Ε. – στο θέμα της πειθαρχικής δίωξης του προέδρου της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος Σωτηρίου Μπάγια.

Ειδικότερα με την επιστολή αυτή:

Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με την Παγκόσμια διακήρυξη Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Γενικής Συνελεύσεως της 10ης Δεκεμβρίου 1948 του Ο.Η.Ε. (άρθρο 19): «Καθένας έχει το δικαίωμα ελευθερίας της γνώμης και της έκφρασης. Αυτό το δικαίωμα περιλαμβάνει την ελευθερία να υποστηρίζει κανείς τις απόψεις του, χωρίς παρεμβάσεις και να προσλαμβάνει και να διαδίδει ιδέες και πληροφορίες δια των Μ.Μ.Ε. χωρίς συνοριακούς περιορισμούς». Αυτή η παγκόσμια αρχή (όπως τονίζεται στην επιστολή) αποτελεί ένα από τους πλέον σημαντικούς σκοπούς της Διεθνούς Ένωσης Εισαγγελέων.

Επισημαίνεται ότι σύμφωνα με το άρθρο 6 της Οδηγίας 2000/19 του Συμβουλίου της Ευρώπης (του οποίου η Ελλάδα είναι ιδρυτικό μέλος, όπως επισημαίνεται στην επιστολή): «Τα κράτη πρέπει να λαμβάνουν μέτρα προκειμένου να διασφαλίζουν ότι οι Εισαγγελείς έχουν ουσιαστικό δικαίωμα ελευθερίας έκφρασης, ιδεών, συνδικαλισμού και συνάθροισης. Ειδικότερα θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα να λαμβάνουν μέρος σε δημόσιες συζητήσεις αναφορικά με την νομοθεσία, τη διοίκηση της δικαιοσύνης και την προαγωγή και προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και να ιδρύουν και να συμμετέχουν σε τοπικές, εθνικές ή διεθνείς ενώσεις, χωρίς να υφίστανται λειτουργικές βλάβες λόγω της νόμιμης δραστηριότητάς τους ή της συμμετοχής τους σε νόμιμη ένωση».

Τονίζεται ότι η Διεθνής Ένωση Εισαγγελέων υποστηρίζει σταθερά κάθε μέλος της, του οποίου τα δικαιώματα και οι θεμελιώδεις ελευθερίες φαίνεται ότι απειλούνται.

Ζητείται όπως οι απόψεις και αρχές, που περιλαμβάνονται στην επιστολή, να μεταφερθούν – με κάθε σεβασμό – στα μέλη του συμβουλίου που είναι αρμόδιο για την πειθαρχική αγωγή σε βάρος του (Προέδρου της Ε.Ε.Ε.) Σωτηρίου Μπάγια.
Από το διοικητικό συμβούλιο της ΄Ενωσης Εισαγγελέων Ελλάδος

Προς Όλους τους Εισαγγελείς-Μέλη της Ενώσεώς μας

Αθήνα, 13/05/2008

Αγαπητοί συνάδελφοι,

Όπως γνωρίζετε δημοσιεύτηκε ο ν.3660/08 (ΦΕΚ 78 Α΄/7-5-2008) που ρυθμίζει τα συνταξιοδοτικά ζητήματα των δικαστικών λειτουργών που αποχωρούν από την υπηρεσία, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.3630/08.

Κατά συνέπεια η αποκλειστική προθεσμία των δύο (2) μηνών (άρθρο 1 παρ.2 ν.3630/08) για την υποβολή αιτήσεων εθελούσιας εξόδου από την υπηρεσία λήγει στις 7-7-2008.

Ολόκληρο το κείμενο του νέου νόμου υπάρχει στα γραφεία της Ενώσεώς μας απ’ όπου μπορείτε να το προμηθευτείτε μετά από σχετική τηλεφωνική επικοινωνία.

Για οποιεσδήποτε πρόσθετες πληροφορίες ή διευκρινήσεις, μπορείτε ν’ απευθύνεστε στο γραφείο της Ενώσεως.

Με συναδελφικούς χαιρετισμούς

Για το διοικητικό συμβούλιο της Ε.Ε.Ε.

Ο Πρόεδρος
Σωτήριος Μπάγιας
Αντεισαγγελέας Εφετών

O Γεν. Γραμματέας
Παναγιώτης Σ. Παναγιωτόπουλος
Εισαγγελέας Πρωτοδικών