Υπόμνημα με τις προτάσεις της Ε.Ε.Ε. σχετικά με το σχέδιο νόμου για τον εξορθολογισμό και βελτώση της Ποινικής Δικαιοσύνης κατατεθέν στην Διαρκή Κοινοβουλευτική Επιτροπή της Βουλής

Προς
Διεύθυνση Κοινοβουλευτικού Έργου
Για τον κ. Πρόεδρο
Της Διαρκούς Κοινοβουλευτικής Επιτροπής
Δημόσιας Διοίκησης,
Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης.

  1. Εισαγωγή. Το υπό συζήτηση νομοσχέδιο «Για τον Εξορθολογισμό και Βελτίωση της Ποινικής Δικαιοσύνης» έχει ως βασικές επιλογές σύμφωνα και με την αιτιολογική έκθεση που το συνοδεύει α) τη διεξαγωγή της ποινικής δίκης μέσα σε εύλογη προθεσμία και β) το δικαιοκρατικό χαρακτήρα της ποινικής διαδικασίας, γ) την ποιότητα της απονεμομένης δικαιοσύνης και δ) την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου.

Αναμφίβολα στο σχέδιο νόμου περιέχονται διατάξεις προς την ορθή κατεύθυνση τόσο ως προς την επιτάχυνση της ποινικής διαδικασίας, όσο και στον εξορθολογισμό της ποινικής δίκης.

Ειδικότερα η επέκταση του θεσμού της ποινικής συνδιαλλαγής   ( προπάντων στη προκαταρκτική εξέταση ) σε όλα τα εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας και της περιουσίας , ανεξαρτήτως διαβάθμισης, ο περιορισμός των ενδίκων μέσων κατά βουλευμάτων, η δυνατότητα διεξαγωγής της ποινικής δίκης με κατηγορούμενο γνωστής διαμονής, η ποινική αποκλιμάκωση κλπ είναι ενδεικτικά των επιδιώξεων του σχεδίου νόμου.

Ωστόσο περιέχονται και ρυθμίσεις τόσο στον Π.Κ. , όσο και την Ποινική δικονομία , αλλά και στον οργανισμό δικαστηρίων , που κατά την κρίση μας χρήζουν ή βελτίωση ή πλήρη απάλειψη.

Εν προκειμένω οι παρατηρήσεις μας θα περιορισθούν σε εκείνα τα σημεία , για τα οποία έχουμε διαφορετική άποψη.

  1. Διατάξεις του Ποινικού Κώδικα.

Α. Τα άρθρα 1,2,3,4 και 5 του Σχεδίου αποσκοπούν στην ελαστικοποίηση της στερητικής ελευθερία της ποινής και ειδικότερα της φυλάκισης και ενισχύονται οι εναλλακτικές μορφές έκτισης της ποινής. Ωστόσο μερικές από αυτές καθιστούν περίπλοκη τη διαδικασία της μετατροπής της ποινής, η οποία θα καταφανεί στη δικαστηριακή πρακτική, ενώ ορισμένες που αναφέρονται στη αναστολή της ποινής είναι ιδιαίτερα ανελαστικές για το δικαστήριο.

Ειδικότερα : 1) Στο άρθρο 1 παρ 2 ορίζεται ότι το ποσό της μετατροπής της ποινής καθορίζεται με κριτήρια που αναφέρονται στα καθαρά έσοδα του καταδικασθέντα. Το κριτήριο αυτό θα υποχρεώσει τα δικαστήρια ( λαμβανομένου υπόψη και του φόρτου των πινακίων ) να προβαίνουν σε προσδιορισμό των εσόδων δίκην «ΔΟΥ». Προτείνουμε το κριτήριο αυτό να απαλειφθεί.

2) Στην παρ 4 εδ β του ίδιου άρθρου προβλέπεται προθεσμία καταβολής του ποσού μετατροπής εντός διαστήματος 2-3 ετών, ενώ στην παρ 5 προβλέπεται η περαιτέρω μετατροπή της χρηματικής ποινής σε κοινωφελή εργασία, εφόσον συμφωνεί ο καταδικασθείς και δηλώσει αδυναμία καταβολής εντός της ανωτέρω προθεσμίας.

Εν προκειμένω προτείνουμε την τροποποίηση της διάταξης της παρ 5 Ως εξής : «Αν εκείνος που καταδικάσθηκε δηλώσει ότι δεν θα μπορέσει να καταβάλει το ποσό της μετατροπής μέσα…Το δικαστήριο δύναται να μετατρέπει τη χρηματική ποινή σε παροχή κοινωφελούς διαδικασίας» .Τούτο διότι η διαπίστωση της αδυναμίας πρέπει να γίνεται από το δικαστήριο και όχι τον τελευταίο να δεσμεύεται από μια απλή δήλωση.

3) Στην παρ 7 προβλέπονται οι δυνατότητες του εισαγγελέα εκτέλεσης της ποινής στις περιπτώσεις που ο καταδικασθείς παρέχει ελλιπώς με δική του υπαιτιότητα την εργασία. Εν προκειμένω πρέπει να παραμείνουν οι περιπτώσεις α) προειδοποίηση και β) διαταγή εκτέλεσης ποινής. Οι λοιπές καθιστούν περίπλοκη της περαιτέρω αναπροσαρμογή της κοινωφελούς εργασίας σε σημείο που θα καταστούν ανεφάρμοστες , ενώ επιμηκύνεται μάλλον αδικαιολόγητα ο χρόνος της, έστω και εναλλακτικά, εκτιόμενης ποινής.

4) Στην παρ 8 προβλέπεται δυνατότητα διεύρυνσης της προθεσμίας καταβολής της ποινής σε περίπτωση ουσιωδών αλλαγών στην οικονομική κατάσταση του. Φρονούμε , ότι η περαιτέρω διεύρυνση της προθεσμίας   εξουδετερώνει την ποινή.

Β.   Αναστολή της ποινής.

1) ¨Αρθρο 3. Εν προκειμένω προβλέπεται η αναστολή σε ποινές φυλάκισης άνω των τριών ετών. Η ρύθμιση αυτή είναι ορθή , πλην όμως πρέπει το δικαστήριο να έχει τη δυνατότητα αναστολής. Τούτο διότι πρόκειται περί μεγάλων ποινών φυλάκισης και προέχει η αναστολή ή μη της ποινής να ανατίθεται στη κρίση του δικαστηρίου.

2) ¨Αρθρο 4 παρ 1. Με τη ρύθμιση αυτή επεκτείνεται το μέτρο της μερικής έκτισης σε ποινές φυλάκισης που δεν έχουν μετατραπεί   και δεν απαιτείται πλέον η έκτιση του ½ της ποινής, αλλά αρκεί η έκτιση του 1/5 καθ οιονδήποτε τρόπο. Δηλ στις περιπτώσεις που εκτίθηκε   με οποιοδήποτε τρόπο το 1/5 το δικαστήριο μετατρέπει το υπόλοιπο 1/5. Εν προκειμένω πρέπει η μετατροπή να ανήκει στην κρίση του δικαστηρίου λόγω της σοβαρότητα των ποινών και να μην είναι κατ αρχή υποχρεωτική αυτή.

3) 4 παρ 2. Ο προβλεπόμενος ευεργετικός υπολογισμός 1ημέρα έκτισης ίσον με δύο για μητέρες κρατούμενες που έχουν μαζί τους τα παιδιά τους περικλείει το κίνδυνο δημιουργίας κινήτρου παραμονής ανηλίκων εντός των καταστημάτων κράτησης.

  1. Διατάξεις του ΚΠΔ.

1) ¨Αρθρο 16. Περάτωση της κυρίας ανάκρισης κατ εξαίρεση.

Κατά το υφιστάμενο δικονομικό καθεστώς υπάρχουν πολλές εξαιρέσεις περαίωσης της κυρίας ανάκρισης και με το σχέδιο νόμου επιχειρείται ο περιορισμός των εξαιρέσεων. Η ρύθμιση είναι στην ορθή κατεύθυνση πλην όμως σε ορισμένα κακουργήματα, εκτός των προβλεπομένων στο σχέδιο, πρέπει να παραμείνει το δικονομικό καθεστώς του Ν 663/77. Ειδικότερα στα κακουργήματα του άρθρου 21 ν 2523/97( φοροδιαφυγή), άρθρου 114 παρ 1 1892/1990 ( ανοικοδόμηση σε δασικές εκτάσεις) η απ ευθείας παραπομπή του κατ/νου δι απ’ ευθείας κλήσεως κατόπιν συμφώνου γνώμης του προέδρου Εφετών έχει λειτουργικότητα και συμβάλλει στην επιτάχυνση της ποινικής διαδικασίας .

Επίσης η περάτωση της κυρίας ανάκρισης επί των εγκλημάτων που προβλέπονται από το άρθρο 1 Ν 1608/1950( περί καταχραστών του Δημοσίου) με αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών ήταν και είναι ορθή, καθόσον επί σοβαρών και δύσκολων στην ουσιαστική και νομική προσέγγιση εγκλημάτων η κρίση του συμβουλίου εφετών περιέχει τα εχέγγυα ορθής κρίσης. Η προβλεπόμενη περάτωση από το συμβούλιο πλημ/κών εκτός του ότι θα επιβαρύνει υπέρμετρα το πρώτο βαθμό , δεν θα έχει τις εγγυήσεις που παρέχει η μέχρι τούδε ισχύουσα ρύθμιση.

2) Αρθρο 27 παρ 4-8

Εν προκειμένω προβλέπεται η δυνατότητα στο δικαστήριο να χορηγήσει ανασταλτικό αποτέλεσμα σε ποινές πρόσκαιρης κάθειρξης ( και τώρα υφίσταται) με τα κριτήρια της παρ 8 δηλ αυτά που ισχύουν και στην προσωρινή κράτηση. ΄Εχουμε την άποψη , ότι η διάταξη αυτή δεν είναι ορθή και θα προκαλέσει δικαιολογημένες αντιδράσεις , καθώς σε περιπτώσεις καταδικασθέντων σε ποινές κάθειρξης για σοβαρά κακουργήματα το δικαστήριο θα είναι υποχρεωμένο να χορηγήσει ανασταλτικό αποτέλεσμα , αν δεν συντρέχουν τα κριτήρια της παρ 8. Η ταύτιση των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την προσωρινή κράτηση με αυτές για την αναστολή της ποινής είναι λανθασμένη , καθόσον η προσωρινή κράτηση είναι μέτρο δικονομικού καταναγκασμού και πρέπει να επιβάλλεται κατ εξαίρεση , ενώ η καταδικαστική απόφαση καταφάσκει την ενοχή του κατηγορουμένου .

3) Τροποποιήσεις Ειδικών ποινικών Νόμων.

Η μετατροπή ορισμένων πλημμελημάτων ( ΚΟΚ, υγειονομικές παραβάσεις κλπ ) είναι ορθή και είναι ένα μέτρο μερικής αποποινικοποίησης. Η ανωτέρω μετατροπή συνεπάγεται και μικρότερο χρόνο παραγραφής ( 111 παρ 4 ΠΚ) και θα πρέπει να προστεθεί διάταξη σύμφωνα με την οποία για όσες υποθέσεις , οι οποίες εκκρεμούν και έχει επέλθει παραγραφή να τίθενται στο αρχείο με πράξη του εισαγγελέα πρωτοδικών .

4) τροποποιήσεις του Κώδικα Οργανισμού δικαστηρίων.

Με το άρθρο 33 προστίθεται εδάφιο στο τέλος της παρ 7 του άρθρου 84 Ν 1756/88 , σύμφωνα με το οποίο οι επιθεωρητές ελέγχουν τις αποφάσεις περί αναβολών και κρίνουν αν συντρέχει εξ αυτού περίπτωση πειθαρχικού ελέγχου τους.

Οι Δικαστικοί Λειτουργοί δεν ελέγχονται πειθαρχικά για την επί της ουσίας κρίση του που είναι και το μείζον. Εδώ κατ’ εξαίρεση παρεισάγεται πειθαρχικός έλεγχος για ήσσονος σημασία κρίση τους . Η διάταξη αυτή αντιβαίνει με την ελευθερία κρίσης του δικαστικού λειτουργού , η οποία και είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της ποινικής δίκης και κατά την άποψή μας πρέπει να απαλειφθεί.