Πρόσφατη Νομολογία

1. Συγχώνευση ποινών απολυθέντος υπό όρο.

Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 105, 108 και 109 του Π.Κ. η υπό τον όρο της ανακλήσεως χορηγούμενη απόλυση του καταδίκου σε στερητική της ελευθερίας ποινή δεν αποτελεί απαλλαγή από την ποινή, αλλά στάδιο εκτελέσεώς της πού επιδιώκει την αποτροπή της υποτροπής με τη βελτίωση του καταδίκου και την κοινωνική αποκατάσταση (Ολ. Α.Π. 106/1991). Επομένως μπορεί η ποινή στην οποία αυτή αναφέρεται, να συγχωνευθεί με άλλες ποινές αν συναντάται με αυτές κατά την εκτέλεση και εφόσον οι εν λόγω ποινές δεν αναφέρονται σε εγκλήματα που τελέσθηκαν κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας, διότι τότε επέρχεται άρση της αναστολής και οι ποινές εκτίονται αθροιστικώς (Α.Π. 1830/2007).

2. Μη εμφάνιση του πολιτικώς ενάγοντος στην κατ’ έφεση δίκη.

Από τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδάφ. τελευταίο του Κ.Π.Δ., πού ορίζει ότι:«το κεφάλαιο της απόφασης για τις πολιτικές απαιτήσεις πού προσβάλλεται από τον κατηγορούμενο ή από τον εισαγγελέα εξετάζεται από το εφετείο, και αν ακόμη δεν είναι παρών ο πολιτικώς ενάγων», προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επιλαμβανόμενο της ουσιαστικής έρευνας της υποθέσεως, εξετάζει και το προσβαλλόμενο κεφάλαιο της απόφασης πού αφορά στις απαιτήσεις του πολιτικώς ενάγοντος, στις οποίες περιλαμβάνεται και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης πού επιδικάστηκε πρωτοδίκως και αν ακόμη δεν είναι παρών ο πολιτικώς ενάγων. Το εφετείο, στην περίπτωση αυτή, ερευνώντας το κεφάλαιο αυτό, αποφαίνεται για τη βασιμότητά του, χωρίς να δικαιούται μόνο να αυξήσει το ποσό πού επιδικάσθηκε πρωτοδίκως. ( Α.Π. 1771/2007).

3. Όριο του εκκλητού σε απόφαση Μονομελούς Πλημμελειοδικείου.

Από τη διάταξη του άρθρου 489 παρ. 1 στοιχ. β΄ του Κ.Π.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 45 του Ν. 3160/2003, προκύπτει ότι ο καταδικασθείς δικαιούται σε άσκηση εφέσεως κατ’ αποφάσεως του μονομελούς πλημμελειοδικείου, εκτός άλλων, εάν με αυτήν καταδικάσθηκε σε φυλάκιση υπερβαίνουσα τις εξήντα ημέρες. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 51 παρ. 2 Π.Κ., επί των προσκαίρων ποινών της ελευθερίας , η ημέρα υπολογίζεται σε 24 ώρες, η εβδομάδα σε επτά ημέρες, ο μήνας και το έτος κατά το ημερολόγιο πού ισχύει. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ένα κάποιος καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως ενός μηνός και άρχισε η εκτέλεση αυτής την 1η Φεβρουαρίου, αυτός θα εκτίσει ποινή φυλακίσεως είκοσι οκτώ ή είκοσι εννέα ημερών, εάν το έτος είναι δίσεκτο. Εάν η εκτέλεση την ανωτέρω ποινής φυλακίσεως έγινε την 1η Μαρτίου, αυτός θα εκτίσει ποινή φυλακίσεως τριάκοντα και μίας ημερών. Κατ’ ακολουθίαν, ποινή φυλακίσεως δύο μηνών, είναι ποινή φυλακίσεως 30+31=61 ημερών και συνεπώς, απόφαση μονομελούς πλημμελειοδικείου πού επιβάλλει τέτοια ποινή, υπόκειται σε έφεση. Εάν η έναρξη ποινής φυλακίσεως δύο μηνών συμπέσει την 1η Ιουλίου ή την 1η Δεκεμβρίου, τότε αυτή είναι ποινή φυλακίσεως 31+31=62 ημερών. Μόνο εάν στο διάστημα των δύο μηνών περιλαμβάνεται ο Φεβρουάριος, τότε η ποινή φυλακίσεως δύο μηνών είναι μικρότερη των 61 ημερών. Αλλά και στην περίπτωση αυτή, χάριν της ασφάλειας του δικαίου, για να μην εξαρτάται το εκκλητό της αποφάσεως από την τύχη, συμφώνως δε προς το αξίωμα in dubio pro mitiore, πού κατά την ορθότερη άποψη διατρέχει και το ποινικό δικονομικό δίκαιο, απόφαση πού επιβάλλει ποινή φυλακίσεως δύο μηνών, υπόκειται, συμφώνως προς τη διάταξη του άρθρου 489 παρ. 1 στοιχ. β΄ Κ.Π.Δ, σε έφεση (Α.Π. 1707/2007)