Πρόσφατη Νομολογία

Α.Π. 966/9-4-2008.Μη ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη η απόφαση του δικαστηρίου με την οποία απορρίπτεται αίτημα της κατηγορουμένης για εξέταση μάρτυρα υπεράσπισης διότι δεν μνημονεύει τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη και αξιολόγησε για να καταλήξει στη σχετική απορριπτική κρίση, ούτε αναφέρονται σ’ αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο στα οποία το δικαστήριο θεμελίωσε την ανωτέρω απορριπτική του αιτήματος κρίση του για την εξέταση της άνω μάρτυρα, περαιτέρω δε, από τη μη αιτιολογημένη αυτή απόρριψη του παραπάνω αιτήματος της κατηγορουμένης, υπήρξε έλλειψη ακρόασης αυτής και, συνακόλουθα επήλθε ακυρότητα από την αιτία αυτή. Παράλληλα από την απόρριψη του παραπάνω αιτήματος της κατηγορουμένης παραβιάστηκε το δικαίωμα αυτής από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.3 εδ.δ’της “Ε.Σ.Δ.Α.” (νδ.53/1974) και το άρθρο 14 παρ.3 στοιχ.ε’ του “Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα” (ν.2462/1997) να εξετάσει ή να ζητήσει να εξεταστούν οι μάρτυρες κατηγορίας και να επιτύχει την πρόσκληση και εξέταση των μαρτύρων υπερασπίσεως, εντεύθεν δε δημιουργήθηκε ακυρότητα από το άρθρο 171 παρ.1 περ.δ’ του ΚΠοινΔ.

Σύμφωνα με το άρθρο 502 παρ.1 εδ. δεύτερο του ΚΠοινΔ το Δικαστήριο στην κατ’ έφεση δίκη μπορεί, ύστερα από αίτηση του εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, εκτός από τους μάρτυρες που κλητεύθηκαν, να εξετάσει και άλλους μάρτυρες, αν είναι παρόντες στο ακροατήριο, και αν ακόμη τα ονόματά τους δεν γνωστοποιήθηκαν. Εξάλλου, η απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται σε όλες, χωρίς εξαίρεση, τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες, ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε. ΄Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση με την οποία το δικαστήριο απέρριψε αίτημα του κατηγορουμένου για την εξέταση μάρτυρα που ήταν παρών στο ακροατήριο πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα, έστω και αν η παραδοχή ή η απόρριψη τέτοιου αιτήματος έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Συνίσταται δε η κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογίας της παρεμπίπτουσας αυτής απόφασης στην αναφορά των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, των αποδείξεων που τα θεμελιώνουν, καθώς και των συλλογισμών με τους οποίους κατέληξε το δικαστήριο στην απορριπτική του αιτήματος κρίση του. Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 717-718/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο), η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης που διέπραξε την 21-9-2000 σε βάρος του εγκαλούντος πολιτικώς ενάγοντος Ψ1 με τους ψευδείς ισχυρισμούς που διέλαβε στην από 21-9-2000 αγωγή της κατά του πρώην συζύγου της …….., την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. ‘Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη υπέβαλε προς το Δικαστήριο αίτημα “να εξεταστεί ως μάρτυρας υπεράσπισης η κόρη της ….., η οποία και θα επιβεβαιώσει τα αναφερόμενα στην αγωγή γεγονότα”. Ο Εισαγγελέας και οι συνήγοροι πολιτικής αγωγής πρότειναν να απορριφθεί το αίτημα της κατηγορουμένης, οι δε συνήγοροι της υπεράσπισης “είπαν ότι επαφίεται στην κρίση του Δικαστηρίου”. Ακολούθως το πιο πάνω Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε το αίτημα της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης περί εξετάσεως της ως άνω μάρτυρα υπεράσπισης, η οποία προδήλως ήταν παρούσα (διαφορετικά σε περίπτωση απουσίας της θα ζητούνταν αναβολής της δίκης για την προσέλευσή της) με την εξής αιτιολογίας “Δεν κρίνεται λυσιτελής η εξέταση της δωδεκαετούς θυγατέρας της κατηγορουμένης περί του αποδεικτέου θέματος, προεχόντως, διότι βάση της κατηγορίας δεν είναι η εκ μέρους της κατηγορουμένης αναφορά (στην κατά του πρώην συζύγου της αγωγή) των οποίων αφηγήσεων των παιδιών για την διαμονή τους στην κατοικία του πατέρα τους, αλλά αν η κατηγορουμένη- με τα γραφόμενά της στην αγωγή-προσέδωσε στις αφηγήσεις αυτές την έννοια, ότι ο πρώην σύζυγός της και ο εγκαλών φίλος του είχαν μεταξύ τους ομοφυλοφιλικές σχέσεις, πράγμα που δεν φαίνεται- από την ημέρα τώρα διαδικασία- να υποστηρίζει ούτε η ίδια κατηγορουμένη. Επομένως το σχετικό αίτημα πρέπει να απορριφθεί”. Η παρεμπίπτουσα αυτή απόφαση δεν είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, διότι δεν μνημονεύει τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη και αξιολόγησε για να καταλήξει στη σχετική απορριπτική κρίση ούτε αναφέρονται σ’ αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο στα οποία το δικαστήριο θεμελίωσε την ανωτέρω απορριπτική του αιτήματος κρίση του για την εξέταση της άνω μάρτυρα, περαιτέρω δε, από τη μη αιτιολογημένη αυτή απόρριψη του παραπάνω αιτήματος της κατηγορουμένης, υπήρξε έλλειψη ακρόασης αυτής και, συνακόλουθα επήλθε ακυρότητα από την αιτία αυτή. Παράλληλα από την απόρριψη του παραπάνω αιτήματος της κατηγορουμένης παραβιάστηκε το δικαίωμα αυτής από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.3 εδ.δ’της “Ε.Σ.Δ.Α.” (νδ.53/1974) και το άρθρο 14 παρ.3 στοιχ.ε’ του “Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα” (ν.2462/1997) να εξετάσει ή να ζητήσει να εξεταστούν οι μάρτυρες κατηγορίας και να επιτύχει την πρόσκληση και εξέταση των μαρτύρων υπερασπίσεως, εντεύθεν δε δημιουργήθηκε ακυρότητα από το άρθρο 171 παρ.1 περ.δ’ του ΚΠοινΔ. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Β’ του ΚΠοινΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης του δικαιώματος ακροάσεως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί αυτή (προσβαλλομένη) ως προς την απόρριψη του ανωτέρω αιτήματος της κατηγορουμένης περί εξετάσεως ως μάρτυρα υπεράσπισης της αναφερόμενης θυγατέρας της. Μετά την αναίρεση κατά τούτο της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να αναιρεθεί αυτή και κατά τις περαιτέρω διατάξεις της, με τις οποίες καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα και της επιβλήθηκε ποινή δέκα (10) μηνών, αφού με την απόφασή του αυτή, το δικαστήριο, ενώ δεν είχε απορρίψει αιτιολογημένα το αίτημα εξετάσεως μάρτυρα και εντεύθεν υπήρξε αφενός μεν έλλειψη ακρόασης της κατηγορουμένης και αφετέρου παραβίαση του προαναφερομένου δικαιώματος αυτής από την ΕΣΔΑ και το Δ.Σ.Α.Π.Δ., υπερέβη την εξουσία του και υπέπεσε στον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η’ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, ο οποίος κατά το άρθρο 511 του ίδιου Κώδικα εξετάζεται αυτεπαγγέλτως. Ακολούθως, πρέπει, αναιρουμένης της προσβαλλόμενης απόφασης, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, είναι δυνατή.

Α.Π.814/27-3-2008. Φορολογική νομοθεσία. Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 του ν. 2954/2001 ”περί φορολογικών ρυθμίσεων κ.λ.π.”, στην παρ. 10 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, προστέθηκε διάταξη (δεύτερο εδάφιο) κατά την οποία, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, από τον προϊστάμενο της Αρχής που ενήργησε τον έλεγχο. Η τελευταία όμως αυτή μεταγενέστερη ρύθμιση, που δεν ήρθε να καλύψει νομικό κενό, είναι ευμενέστερη εκείνης του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε σχετικά και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής.

Ι.Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ του Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο β) Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξάλλου περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ του Κ.Π.Δ., συντρέχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

ΙΙ. Στις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 έως 4 του ν. 2523/1997 ”περί διοικητικών και ποινικών κυρώσεων στη φορολογική νομοθεσία”, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση αυτού με το άρθρο 40 παρ. 1 του ν. 3220/2004, ορίζονται τα επόμενα. “Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών”. Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 του ίδιου νόμου, ορίζεται ότι η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου, αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της. Η διάταξη αυτή του άρθρου 21 παρ. 10 για το χρόνο έναρξης της παραγραφής, ισχύει, εφόσον ο νόμος δεν κάνει διάκριση και επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 του νόμου έστω και αν για τα εγκλήματα αυτά, η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. 3 του ν. 2523/1997, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν είχε προϋπόθεση, όπως ισχύει για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18, την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (άρθρο 21 παρ. 2 εδ. 1 ν. 2523/1997). Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 εδαφ. α’ ο νόμος θέτει ως αφετηρία της παραγραφής την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσης προσφυγής κ.λ.π. και κατά τούτο εναρμονίζεται με τη τιθέμενη στο άρθρο 21 παρ.2 εδαφ.α’ δικονομική προϋπόθεση της άσκησης ποινικής διώξεως για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του νόμου, δεν προκύπτει ότι για το αδίκημα του άρθρου 19 για το οποίο τίθεται διάφορη προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής δίωξης, ο νόμος με ηθελημένο κενό αφήκε αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του τελευταίου αυτού αδικήματος, ώστε επί αυτού, αναφορικά με τον χρόνο τέλεσης, να ισχύουν οι γενικές περί παραγραφής διατάξεις του ΠΚ. Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 του ν. 2954/2001 ”περί φορολογικών ρυθμίσεων κ.λ.π.”, στην παρ. 10 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, προστέθηκε διάταξη (δεύτερο εδάφιο) κατά την οποία, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, από τον προϊστάμενο της Αρχής που ενήργησε τον έλεγχο. Η τελευταία όμως αυτή μεταγενέστερη ρύθμιση, που δεν ήρθε να καλύψει, κατά τα προεκτεθέντα, νομικό κενό, είναι ευμενέστερη εκείνης του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε σχετικά και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και επομένως θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ. και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν προ της ισχύος της την 2α Νοεμβρίου 2001. Εξάλλου η παραγραφή της πράξεως, η οποία είναι όπως αναφέρθηκε θεσμός ουσιαστικού ποινικού δικαίου και η χρονική διάρκεια της οποίας ορίζεται για τα πλημμελήματα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 111 του Π.Κ., πενταετής, αρχίζει κατά τη διάταξη του άρθρου 112 του ίδιου Κώδικα, από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως (όπως στα εγκλήματα του άρθρου 19 του ν. 2523/1997) και αναστέλλεται κατά τη διάταξη του άρθρου 113 του Κώδικα, κατά τη διάρκεια της κύριας διαδικασίας, που αρχίζει με την επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος, λαμβάνεται υποχρεωτικά υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 337/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ο αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος, σε δεύτερο βαθμό, για την πράξη της κατ’ εξακολούθηση παράβασης του άρθρου 19 του ν. 2523/1997 που φέρεται ότι τελέσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 5-1-1999 έως 24-2-1999 και καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών. Από τα πρακτικά της απόφασης αυτής προκύπτει, ότι κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, ο κατηγορούμενος πρότεινε την ένσταση τις παραγραφής των αξιοποίνων πράξεων και ζήτησε να παύσει οριστικά η κατ’ αυτού ποινική δίωξη δεδομένου ότι παρήλθε πενταετία από τον χρόνο τέλεσης κάθε μερικότερης πράξης και μέχρι την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος. Επί του ζητήματος αυτού η προσβαλλόμενη, ενώ ορθώς δέχθηκε στην παρεμπίπτουσα για το ζήτημα της παραγραφής απόφασή της ότι χρονική αφετηρία της παραγραφής είναι η 27-6-2003 που θεωρήθηκαν τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου, στην συνέχεια, όμως, τόσο στο κύριο σκεπτικό αλλά και στο διατακτικό της αποφάσεως, ως χρόνο τελέσεως του κατ’ εξακολούθηση εγκλήματος για το οποίο δίκασε τελικώς τον κατηγορούμενο, αντιφατικώς δέχεται το χρονικό διάστημα από 5-1-1999 έως 24-1-1999. Με αυτά, όμως, που δέχθηκε, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία στην προκείμενη περίπτωση είναι αντιφατική και καθιστά έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή του νόμου επί ζητήματος που σχετίζεται με την εξάλειψη του αξιοποίνου λόγω παραγραφής. Τούτο δε διότι εάν, ως δέχεται στην παρεμπίπτουσα απόφασή του, ο χρόνος έναρξης της παραγραφής είναι η 27-6-2003, κατά τον χρόνο κατά τον οποίο δίκασε (12-1-2007), δεν είχε παρέλθει πενταετία, πολύ περισσότερο δε οκταετία, εάν όμως ο χρόνος τέλεσης της πράξης αρχίζει από την 5-1-1999, ως δέχεται στο κύριο σκεπτικό και το διατακτικό, τότε κατά τον άνω χρόνο εκδικάσεως της υποθέσεως (12-1-2007), συνυπολογιζομένου και του χρόνου της τριετούς αναστολής, είχαν υποπέσει σε παραγραφή οι μερικότερες πράξεις του εξακολουθούντος εγκλήματος από 5-1-1999 έως 12-1-1997 Μετά από αυτά, κατά παραδοχή ως βασίμου του από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε’του Κ.Π.Δ λόγου αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας [παρέλκει μετά ταύτα η έρευνα των λοιπών λόγων] πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα έρευνα στο δικαστήριο που την εξέδωσε το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 519 Κ.Π.Δ ).

Α.Π. 810/27-3-3008. Φορολογική νομοθεσία. Έννοια πλαστού και εικονικού φορολογικού στοιχείου. Η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι δεν διευκρινίζεται εάν ο κατηγορούμενος επεδίωξε την απόκρυψη φορολογητέας ύλης και δεν αποσαφηνίζεται ο τρόπος απόκρυψης αυτής, είναι αβάσιμη, αφού για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως το δικαστήριο δεν όφειλε για το ζήτημα αυτό να διαλάβει ειδική σκέψη και αιτιολογία, δεδομένου ότι ο σκοπός απόκρυψης φορολογητέας ύλης δεν συνιστά στοιχείο του από το άρθρο 19 παρ.1 του Ν. 2523/1997 εγκλήματος. Σύμφωνα με το άρθρο 174 του Ν. 2960/2001 “Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας”, οποιοσδήποτε οικονομικός υπάλληλος (Οικονομικός Επιθεωρητής, υπάλληλος Τελωνείου, Δημοσίων Οικονομικών Υπηρεσιών, Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος) όταν ενεργεί ανακριτικές πράξεις για λαθρεμπορία ή συμμετέχει σ’ αυτές, δεν αποκλείεται να εξετασθεί ως μάρτυρας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο). Με το άρθρο 30 παρ. 23 του Ν. 3296/14.12.2004 “Φορολογία εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων, φορολογικοί έλεγχοι και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ 254/14.12.2004) ορίσθηκε ότι οι διατάξεις του άρθρου 174 του ν. 2960/2001, όπως ισχύουν, εφαρμόζονται ανάλογα κατά περίπτωση και στο σύνολο των υποθέσεων του προσωπικού της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων (πρώην ΣΔΟΕ), ανεξάρτητα από τον κλάδο που ανήκουν. Εκείνος που έχει συλληφθεί ως δράστης ή σε βάρος του οποίου υπάρχουν υπόνοιες ότι ενέχεται στην πράξη για την οποία διεξάγεται προανάκριση χωρίς προηγούμενη Εισαγγελική παραγγελία, πρέπει να εξετάζεται σύμφωνα με ό,τι ισχύει για την εξέταση κάθε κατηγορουμένου, ώστε να αποκλείεται το τέχνασμα της “μαρτυροποίησης” και να διασφαλίζεται το υπερασπιστικό του δικαίωμα.

Ι. Στις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 έως 4 του ν. 2523/1997 ”περί διοικητικών και ποινικών κυρώσεων στη φορολογική νομοθεσία ”, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση αυτού με το άρθρο 40 παρ. 1 του ν. 3220/2004, ορίζονται τα επόμενα. ” Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών. (παρ.1). Το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου (παρ.2). Θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιοδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετική πράξη θεώρησής του και εφόσον η μη καταχώρηση τελεί σε γνώση του υποχρέου για τη θεώρηση του φορολογικού στοιχείου. Θεωρείται πλαστό, επίσης, το φορολογικό στοιχείο και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτοτύπου ή αντιτύπου αυτού, είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου (παρ.3). Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει δηλώσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό ή νομικό πρόσωπο, για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς άσχετο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται, κατά του πραγματικού υπευθύνου, που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής, θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής, θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας (παρ.4). ΙΙ. Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ του Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο β) Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τί προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξάλλου περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ του Κ.Π.Δ., συντρέχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Πλημ/κείο Καβάλας που δίκασε κατ’ έφεση, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ’ είδος αναφερομένων σ’ αυτήν αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: “…ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη που αποδίδεται σ’ αυτόν με το κατηγορητήριο. Ειδικότερα από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι στη ……. Καβάλας, υπό την ιδιότητα του Πολιτικού Μηχανικού-εργολάβου δημοσίων και ιδιωτικών έργων, αποδέχθηκε τιμολόγια παροχής υπηρεσιών και πώλησης αγαθών, καθώς και ένα δελτίο αποστολής, που εξέδωσε η Γ1, η οποία διατηρεί επιχείρηση εμπορίας οικοδομικών υλικών στην περιοχή ……. Καβάλας και συγκεκριμένα 1) τα υπ’ αριθμ. ……, ……., ……….., ………., ………, ……. ΤΠΥ καθώς και το υπ’ αριθμ. ……. ΔΑ, ποσού 590.000, 401.200, 153.400, 826.000, 708.000, 2.124.000 δραχμών αντιστοίχως για καθένα εκ των τιμολογίων 2) το υπ’ αριθμ. …… ποσού 335.112 δραχμών 3) τα υπ’ αριθμ. …. και …….., ποσού 885.000 και 1.475.000 δραχμών αντιστοίχως, το περιεχόμενο των οποίων δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, καθόσον ουδέποτε αναπτύχθηκε επαγγελματική συνεργασία μεταξύ αυτού (κατηγορουμένου) και της εκδοσάσης τα ανωτέρω φορολογικά στοιχεία και ουδέποτε αυτός (κατηγορούμενος) συνεβλήθη με την ανωτέρω επιτηδευματία για την εκ μέρους της παροχή αγαθών και υπηρεσιών προς εκτέλεση χωματουργικών εργασιών για τις ανάγκες της εργολαβικής του δραστηριότητας στην περιοχή …… Καβάλας, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί το Δημόσιο κατά το ποσό των 1.143.712 δραχμών ή 3.356,45 ευρώ, που συνιστά το ποσό που εισέπραξε ως επιστροφή του Φ.Π.Α. Το γεγονός ότι τα ανωτέρω τιμολόγια αφορούσαν ανύπαρκτες συναλλαγές μεταξύ του κατηγορουμένου και της Γ1 αποδεικνύεται από την από ……. έκθεση ελέγχου του ΣΔΟΕ Ανατολικής Μακεδονίας Θράκης αλλά και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Πρέπει επομένως να κηρυχθεί ένοχος…” . Με τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο στο διατακτικό του, που αποτελεί ενιαίο σύνολο με το σκεπτικό και αλληλοσυμπληρώνονται, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την πράξη της κατ’ εξακολούθηση αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων και επέβαλε σ’ αυτόν ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών την οποία ανέστειλε. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με πληρότητα, σαφήνεια χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία σχετικά με την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά, ενώ εκτίθενται περαιτέρω και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 19 παρ 1-4 του Ν.2523/1997 την οποία δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, προσδιορίζονται εξ υποκειμένου και εξ αντικειμένου τα στοιχεία του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, περαιτέρω δε εκτίθενται στην απόφαση πραγματικά περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε την ουσιαστική κρίση του ότι ο αναιρεσείων γνώριζε την εικονικότητα των παραπάνω φορολογικών στοιχείων. Η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν διευκρινίζεται εάν αυτός επεδίωξε την απόκρυψη φορολογητέας ύλης και δεν αποσαφηνίζεται ο τρόπος απόκρυψης αυτής, είναι αβάσιμη. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως, το δικαστήριο δεν όφειλε για το ζήτημα αυτό να διαλάβει ειδική σκέψη και αιτιολογία, αφού ο σκοπός απόκρυψης φορολογητέας ύλης δεν συνιστά στοιχείο του από το άρθρο 19 παρ.1 του Ν. 2523/1997 εγκλήματος. Ρητώς στην παραπάνω διάταξη καθιδρύεται το αξιόποινο της έκδοσης ή αποδοχής φορολογικών στοιχείων, ανεξάρτητα από το αν ο σκοπός του δράστη κατατείνει στην αποφυγή πληρωμής φόρου. Εξάλλου, η στο σκεπτικό της αποφάσεως ιδιαίτερη αναφορά και ειδική μνεία στην έκθεση ελέγχου του ΣΔΟΕ και στις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, γίνεται από την ανάγκη πληρέστερης αιτιολόγησης της αποφάσεως, χωρίς από το γεγονός αυτό να προκύπτει ότι αγνοήθηκαν και δεν συνεκτιμήθηκαν τα λοιπά αναφερόμενο στο προοίμιο του σκεπτικού αποδεικτικά μέσα, μεταξύ δε αυτών και οι μάρτυρες υπερασπίσεως και τα από τον κατηγορούμενο προσκομισθέντα και αναγνωσθέντα έγγραφα. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ’του Κ.Π.Δ συναφείς τέταρτος και έβδομος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. ΙΙ. Στη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 του ίδιου νόμου 2523/1997 ορίζεται ότι η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου, αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της. Η διάταξη αυτή του άρθρου 21 παρ. 10 για το χρόνο έναρξης της παραγραφής, ισχύει, εφόσον ο νόμος δεν κάνει διάκριση και επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 του νόμου έστω και αν για τα εγκλήματα αυτά, η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. 3 του ν. 2523/1997, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν έχει προϋπόθεση, όπως ισχύει για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18, την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (άρθρο 21 παρ. 2 εδ. 1 ν. 2523/1997). Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 εδαφ. α’ ο νόμος θέτει ως αφετηρία της παραγραφής την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσης προσφυγής κ.λ.π. και κατά τούτο εναρμονίζεται με τη τιθέμενη στο άρθρο 21 παρ.2 εδαφ.α’ δικονομική προϋπόθεση της άσκησης ποινικής διώξεως για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του νόμου, δεν προκύπτει ότι για το αδίκημα του άρθρου 19 για το οποίο τίθεται διάφορη προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής δίωξης, ο νόμος με ηθελημένο κενό αφήκε αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του τελευταίου αυτού αδικήματος, ώστε επί αυτού, αναφορικά με τον χρόνο τέλεσης, να ισχύουν οι γενικές περί παραγραφής διατάξεις του ΠΚ. Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 του ν. 2954/2001 ”περί φορολογικών ρυθμίσεων κ.λ.π.”, στην παρ. 10 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, προστέθηκε διάταξη (δεύτερο εδάφιο) κατά την οποία, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, από τον προϊστάμενο της Αρχής που ενήργησε τον έλεγχο. Η τελευταία όμως αυτή μεταγενέστερη ρύθμιση, που δεν ήρθε να καλύψει, κατά τα προεκτεθέντα, νομικό κενό, είναι ευμενέστερη εκείνης του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε σχετικά και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και επομένως θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ. και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν προ της ισχύος της την 2α Νοεμβρίου 2001. Εξάλλου η παραγραφή της πράξεως, η οποία είναι θεσμός ουσιαστικού ποινικού δικαίου και η χρονική διάρκεια της οποίας ορίζεται για τα πλημμελήματα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 111 του Π.Κ., πενταετής, αρχίζει κατά τη διάταξη του άρθρου 112 του ίδιου Κώδικα, από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως (όπως στα εγκλήματα του άρθρου 19 του ν. 2523/1997) και αναστέλλεται κατά τη διάταξη του άρθρου 113 του Κώδικα, κατά τη διάρκεια της κύριας διαδικασίας, που αρχίζει με την επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος, λαμβάνεται δε υποχρεωτικά υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, ο κατηγορούμενος πρότεινε την ένσταση τις παραγραφής της αξιόποινης πράξεως για την οποία κατηγορείται και ζήτησε να παύσει οριστικά η κατ’ αυτού ποινική δίωξη δεδομένου ότι για μερικές πράξεις του εξακολουθούντος εγκλήματος και συγκεκριμένα για εκείνες που φέρονται ότι έχουν τελεσθεί κατά το χρονικό διάστημα από 21-6-1998 έως 31-12-1998 και μέχρι την 23η Φεβρουαρίου 2007, ημερομηνία συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, παρήλθε χρονικό διάστημα το οποίο υπερβαίνει την οκταετία.. Επί του ζητήματος αυτού, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η θεώρηση των υπηρεσιακών σημειωμάτων ελέγχου από τον προϊστάμενο του ΣΔΟΕ Καβάλας έλαβε χώρα την ……., με χρονική δε αφετηρία την ημερομηνία αυτή για την έναρξη της παραγραφής και μέχρι τη συζήτηση της υποθέσεως στο δικαστήριο (23-2-2007)δεν παρήλθε οκταετία για την κατά το άρθρο 111 του ΠΚ παραγραφή της πράξεως. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με τη χρονική αφετηρία της παραγραφής για την αξιόποινη πράξη της αποδοχής από τον κατηγορούμενο εικονικών φορολογικών στοιχείων, που είναι εκείνη της ημερομηνίας θεώρησης του πορίσματος φορολογικού ελέγχου και με την παραδοχή της ότι κατά την συζήτηση της υποθέσεως δεν είχε παρέλθει οκταετία, σωστά τις προαναφερόμενες διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε εκ πλαγίου τις παραβίασε με ασαφή και αντιφατική αιτιολογία και περαιτέρω, με το να χωρήσει στην κήρυξη ενόχου του κατηγορουμένου και στην καταδίκη αυτού, δεν υπερέβη την εξουσία του. Η ειδικότερη αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνει τον χρόνο επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος ώστε να δικαιολογείται η κρίση της για επιμήκυνση του χρόνου παραγραφής, με συνυπολογισμό της κατά το άρθρο 113 του Π.Κ τριετούς αναστολής, είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Τούτο δε διότι, με την παραδοχή ως χρονικής αφετηρίας για την έναρξη της παραγραφής της ημερομηνίας θεώρησης του πορίσματος φορολογικού ελέγχου ( ……. ), η για την εξάλειψη του αξιοποίνου πενταετία δεν είχε συμπληρωθεί κατά την ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση της υποθέσεως (23-2-2007), πλεοναστικώς δε το δικαστήριο αναφέρεται στην οκταετία, την οποία ο ίδιος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος επικαλέσθηκε. Επομένως, οι συναφείς πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’, Ε’ και Η’του Κ.Π.Δ με τους οποίους, εν σχέσει με την απόρριψη της ενστάσεως της παραγραφής, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, για έλλειψη αιτιολογίας και υπέρβαση εξουσίας, είναι αβάσιμοι

ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333, 364 και 365 του Κ.Π.Δ προκύπτει, ότι όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του έγγραφα, τα οποία εκτιμά προς θεμελίωση της κρίσης του για την ενοχή του κατηγορουμένου, χωρίς να αναγνωσθούν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, παραβιάζει το δικαίωμα του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, κατ’ άρθρο 358 του ΚΠΔ, σχετικώς με το αποδεικτικό αυτό μέσο και έτσι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατ’ άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ’ του ΚΠΔ, από την οποία δημιουργείται ο κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης της απόφασης.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας, την περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του, στήριξε στα κατ’ είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα μεταξύ των οποίων και στα αναγνωστέα και αναφερόμενα στα πρακτικά έγγραφα. Από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι μεταξύ των άλλων εγγράφων αναγνώσθηκαν “… τα από ……., ……., ……… Υπηρεσιακά Σημειώματα Ελέγχου (Υ.Σ.Ε) …”. Στο σκεπτικό της ίδιας αποφάσεως γίνεται μνεία ότι το δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου έλαβε υπόψη του την από ….. έκθεση ελέγχου του ΣΔΟΕ Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης. Η αναγραφή στο σκεπτικό της αποφάσεως της από …… εκθέσεως ελέγχου που πράγματι δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων, έγινε από προφανή παραδρομή και πρόδηλο είναι ότι το δικαστήριο αναφέρεται στο υπό την ίδια ημερομηνία (…….) υπηρεσιακό σημείωμα ελέγχου.

Συνεπώς, ο περί απολύτου ακυρότητας τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί..

IV. Kατά το άρθρο 105 Κ.Π.Δ, όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 2 του ν. 2408/1996, όταν ενεργείται προανάκριση σύμφωνα με το άρθρο 243 παρ. 2 Κ.Π.Δ, η εξέταση γίνεται όπως ορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 273 και 274 κι εκείνος που εξετάζεται έχει τα δικαιώματα που αναφέρονται στα άρθρα 103 και 104. Η κατά παράβαση του παρόντος άρθρου εξέταση είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη. Κατά τα άλλα εφαρμόζεται το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31. Στο τελευταίο αυτό εδάφιο, που αναφέρεται στην προκαταρκτική εξέταση (όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί από το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3160/2003), ορίζεται ότι “αν όμως έγινε έγγραφη εξέταση του υπόπτου, η εξέταση αυτή δε μπορεί να αποτελέσει μέρος της δικογραφίας, αλλά παραμένει στο αρχείο της Εισαγγελίας”. Με την αντικατάσταση αυτή του άρθρου 105 Κ.Π.Δ. με τον παραπάνω Ν. 2408/1996 σκοπήθηκε, όπως από την εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού προκύπτει, να τερματισθεί το απαράδεκτο καθεστώς της παραβιάσεως των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου στη διάρκεια της αυτεπάγγελτης (αστυνομικής) προανακρίσεως, που συνίσταται κυρίως στην απαγόρευση της επικοινωνίας του με συνήγορο πριν από την εξέτασή του ως “μάρτυρα”, γεγονός που θάλπει, κατά την κοινή πείρα, την πρακτική αυθαιρέτων προσβολών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και δημιουργεί αρνητική προδιάθεση σε βάρος των αστυνομικών οργάνων. Έτσι με την πρώτη παράγραφο του άρθρου αυτού καθίσταται πλέον υποχρεωτικό εκείνος που έχει συλληφθεί ως δράστης ή σε βάρος του οποίου υπάρχουν υπόνοιες ότι ενέχεται στην πράξη για την οποία διεξάγεται προανάκριση χωρίς προηγούμενη Εισαγγελική παραγγελία, να εξετάζεται σύμφωνα με ό,τι ισχύει για την εξέταση κάθε κατηγορουμένου, ώστε να αποκλείεται το τέχνασμα της “μαρτυροποίησης” και να διασφαλίζεται το υπερασπιστικό του δικαίωμα, ενώ με τη δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου ορίζεται ρητά ότι η κατά παράβαση του πρώτου εδαφίου εξέταση του δράστη που έχει συλληφθεί ή του υπόπτου, είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη, εφαρμοζομένης κατά τα άλλα της παραπάνω διατάξεως του δευτέρου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 31 Κ.Π.Δ. Η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2 β’ του Κ.Π.Δ. ναι μεν δεν απαγγέλλει ακυρότητα της κατά παράβαση αυτής αναγνώσεως και αξιολογήσεως μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες λήφθηκαν, είτε κατά τη διάρκεια αρμοδίως διαταχθείσης διοικητικής εξέτασης, η οποία μετά την ισχύ του ν. 3160/2003 εξομοιώνεται με την προκαταρκτική εξέταση. Δεν συνιστά, όμως, μαρτυρική κατάθεση υπό την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια, ούτε εξομοιώνεται προς μαρτυρική κατάθεση η υπογραφή παντός εγγράφου, επομένως δε η υπογραφή και υποβολή σε αρμόδια αρχή και υπευθύνου δηλώσεως κατά τον τύπο του Ν.1599/1986, υπό προσώπου κατά του οποίου μετά ταύτα ασκείται ποινική δίωξη και προσλαμβάνει αυτός την ιδιότητα του κατηγορουμένου, ώστε να αποκλείεται από το δικαστήριο η εις βάρος του αποδεικτική αξιοποίηση του περιεχομένου του εγγράφου αυτού, δημιουργουμένης, άλλως, απολύτου ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο κατά τα άρθρα 171 παρ. 1 περιπτ. δ’ και 510 παρ.1 στοιχ. Α’ του Κ.Π.Δ λόγω παραβιάσεως των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του και ειδικότερα του δικαιώματος σιωπής και μη αυτενοχοποίησης.. Στη προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας, προκειμένου να μορφώσει την κρίση του για το ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε το αναφερόμενο έγκλημα της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, έλαβε υπόψη του και προέβη σε αποδεικτική αξιολόγηση, ανάμεσα στα άλλα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασής του, και της από 19-3-2002 υπεύθυνης δήλωσης του κατηγορουμένου. Σύμφωνα με όλα τα’ ανωτέρω, από την ανάγνωση στο ακροατήριο του δικαστηρίου της άνω υπεύθυνης δήλωσης, ουδεμία προκλήθηκε ακυρότητα και ο περί του αντιθέτου όγδοος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. V. Σύμφωνα με το άρθρο 174 του Ν. 2960/2001 “Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας”, οποιοσδήποτε οικονομικός υπάλληλος (Οικονομικός Επιθεωρητής, υπάλληλος Τελωνείου, Δημοσίων Οικονομικών Υπηρεσιών, Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος) όταν ενεργεί ανακριτικές πράξεις για λαθρεμπορία ή συμμετέχει σ’ αυτές, δεν αποκλείεται να εξετασθεί ως μάρτυρας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο). Με το άρθρο 30 παρ. 23 του Ν. 3296/14.12.2004 “Φορολογία εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων, φορολογικοί έλεγχοι και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ 254/14.12.2004) ορίσθηκε ότι οι διατάξεις του άρθρου 174 του ν. 2960/2001, όπως ισχύουν, εφαρμόζονται ανάλογα κατά περίπτωση και στο σύνολο των υποθέσεων του προσωπικού της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων (πρώην ΣΔΟΕ), ανεξάρτητα από τον κλάδο που ανήκουν. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκδίκαση της υποθέσεως στο ακροατήριο εξετάσθηκαν ως μάρτυρες κατηγορίας, μεταξύ άλλων, οι 1) …… 2) ……. 3) …….. και 4) ……., υπάλληλοι του ΣΔΟΕ, οι οποίος άσκησαν προανακριτικά καθήκοντα κατά τη διενεργηθείσα προανάκριση, παρά την εναντίωση που προέβαλε ο κατηγορούμενος, επικαλούμενος τη διάταξη του άρθρου 211 ΚΠΔ, η οποία (εναντίωση) και απορρίφθηκε ενόψει της διατάξεως του άρθρου 174 του ν. 2960/2001. Η διάταξη αυτή κατά το χρόνο εξετάσεως των μαρτύρων αυτών ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου (23-2-2007) ετύγχανε αναλόγου εφαρμογής και για την προκειμένη (φορολογικής φύσεως) υπόθεση, σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 30 παρ. 23 του ν. 3296/14.12.2004. Επομένως δεν έλαβε χώρα ακυρότητα από την εξέταση των εν λόγω μαρτύρων, ο δε πέμπτος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος. VI. Κατά το άρθρο 510 παρ. 2 του ΚΠΔ, εκτός από τους αναφερόμενους στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου λόγους μπορούν να προταθούν σε ό,τι αφορά το πολιτικό μέρος της απόφασης και οι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι καθιερώνονται από την πολιτική δικονομία, μεταξύ των οποίων είναι και ο από το άρθρο 559 αριθμ. 9 του Κ.Πολ.Δ. λόγος κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, επιδίκασε στο πολιτικώς ενάγον Ελληνικό Δημόσιο ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 1.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την ημέρα συζητήσεως της υποθέσεως και μέχρι την εξόφληση χωρίς να έχει υποβληθεί ούτε πρωτοδίκως ούτε στην κατ’ έφεση δίκη, από το Δημόσιο αντίστοιχο αίτημα για την επιδίκαση τόκων. Επομένως είναι ουσιαστικά βάσιμος ο σχετικός από τα άρθρα 510 παρ. 2 του ΚΠΔ και 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ έκτος λόγος αναιρέσεως και πρέπει κατά τούτο να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και να απαλειφθεί η σχετική διάταξή της με την παρούσα απόφαση, αφού δεν συντρέχει λόγος να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό για νέα συζήτηση (άρθρ. 519 ΚΠΔ).

Α.Π. 837/27-3-2008.Τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.),χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα.

Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ’ του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη 45-50/2007 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης και από τα πρακτικά της δίκης, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο δεν αναφέρεται καθόλου στα αποδεικτικά μέσα από τα οποία οδηγήθηκε στην καταδικαστική κρίση, ούτε γενικά ούτε κατά το είδος τους, δηλαδή λείπει παντελώς η αναφορά των αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κ.λ.π.). Επομένως, η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως αναφορικά με την έκθεση των αποδεικτικών μέσων δεν είναι η εκ των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη κατά τα προαναφερόμενα. Ενόψει αυτών πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ’ ουσίαν ο σχετικός περί ελλείψεως αιτιολογίας τρίτος, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, ακολούθως δε να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.

Α.Π. 783/24-3-3008.Δεν αποτελεί σημαντικό αίτιο για αναβολή της δίκης η απουσία του κατηγορουμένου για επαγγελματικούς λόγους. Χειροτερεύει η θέση του κατηγορουμένου και όταν το Δικαστήριο, που κρίνει επί ενδίκου μέσου που άσκησε ο ίδιος, ή ασκήθηκε υπέρ αυτού, τον κηρύξει αθώο, λόγω του ανεγκλήτου, για ορισμένες από τις επί μέρους πράξεις εξακολουθούντος εγκλήματος, για το οποίο είχε καταδικασθεί πρωτοδίκως, διατηρήσει όμως την ίδια ποινή για τις λοιπές πράξεις χωρίς να προβεί σε νέα επιμέτρηση αυτής.

Κατά το άρθρο 501 παρ.1 του Κ.Ποιν.Δ “αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου του, αν συντρέχει η περίπτωση της παραγράφου 2 του άρθρου 340, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη…..Η διάταξη του άρθρου 349 για αναβολή της συζήτησης εφαρμόζεται και υπέρ του εκκαλούντος που δεν μπόρεσε να εμφανισθεί για λόγους ανώτερης βίας κλπ”. Η απόφαση που απορρίπτει την έφεση μπορεί να προσβληθεί μόνο με αναίρεση, με την οποία συμπροσβάλλεται και η προπαρασκευαστικής απόφαση που απέρριψε αίτημα αναβολής. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία δεν αφορά μόνο την κυρία απόφαση, αλλά και την παρεμπίπτουσα απόφαση, με την οποία το Δικαστήριο απέρριψε αίτημα αναβολής της δίκης, η έλλειψη της οποίας (αιτιολογίας) ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ. Συνίσταται δε η κατά 219 προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της παρεμπίπτουσας αυτής αποφάσεως στην αναφορά των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, των αποδείξεων που τα θεμελιώνουν, καθώς και των συλλογισμών με τους οποίους κατέληξε το Δικαστήριο στην απορριπτική του αιτήματος κρίση του. Η απόρριψη της εφέσεως ως ανυποστήρικτης, μετά τη μη σύννομη απόρριψη του αιτήματος αναβολής, ιδρύει για την νομοτύπως και εμπροθέσμως κλητευθείσα κατηγορουμένη το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ Κ.Ποιν.Δ με τη μορφή της αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 1414/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας, που δίκασε ως Εφετείο, απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη κατά ένα μέρος η έφεση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ1 κατά της 1248/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας, με την οποία αυτή καταδικάσθηκε για παράβαση του Α.Ν. 86/1967 κατ’ εξακολούθηση σε συνολική ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών, της οποίας η εκτέλεση ανεστάλη για τρία έτη, μετά την απόρριψη αιτήματός της για αναβολή της δίκης λόγω ανυπερβλήτων αιτίων αδυναμίας εμφανίσεώς της στο ακροατήριο του Δικαστηρίου. Από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της αποδεικνύεται ότι κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο δεν εμφανίσθηκε η εκκαλούσα-κατηγορουμένη, αλλά αντ’ αυτής εμφανίσθηκε, ως άγγελος, η δικηγόρος Καβάλας Ευαγγελία Παλιούδη, η οποία ανήγγειλε ότι η κατηγορουμένη από τις 19-6-2006 βρίσκεται στην …., όπου θα χρειασθεί να έχει επαφές με Υπουργεία για θέματα καπνών, και αδυνατεί να εμφανισθεί στο ακροατήριο και ζήτησε την αναβολή της δίκης για λογαριασμό της. Προς απόδειξη δε του εν λόγω ισχυρισμού της ούτε μάρτυρα εξήτασε, ούτε προσκόμισε κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Το Δικαστήριο, ακολούθως, απέρριψε το αίτημα αναβολής ως ουσιαστικά αβάσιμο και την έφεση κατά ένα μέρος ως ανυποστήρικτη, με την εξής αιτιολογία αναφορικά με την παρεμπίπτουσα απόφασή του: “….Στην προκείμενη περίπτωση, το αίτημα για την εκ νέου αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης, η οποία ομοίως είχε αναβληθεί λόγω κωλύματος στο πρόσωπο της εκκαλούσας, ερείδεται σε λόγο που δεν αποτελεί σημαντικό αίτιο κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως (του άρθρου 349 Κ.Ποιν.Δ), ήτοι στην ύπαρξη ανειλημμένων υποχρεώσεων της εκκαλούσας στην Αθήνα. Επομένως, το σχετικό αίτημα πρέπει να απορριφθεί”. Η αιτιολογία αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, καθόσον περιέχει την παραδοχή ότι τα πραγματικά περιστατικά, που επικαλέσθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία η αναιρεσείουσα για να επιτύχει την αναβολή της δίκης, δηλαδή, η απουσία της στην Αθήνα για επαγγελματικούς λόγους, δεν συνιστούν σημαντικό αίτιο, καθώς και τις σκέψεις ότι δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση αναβολής. Επομένως, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ σχετικός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, που στρέφεται κατά της παρεμπίπτουσας αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου που απέρριψε το αίτημα αναβολής της δίκης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 470 εδ. α’ του Κ.Ποιν.Δ., στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως από εκείνον που καταδικάσθηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του, ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται. Από τη διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας συνιστά υπέρβαση εξουσίας και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ του Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως, προκύπτει ότι χειροτερεύει η θέση του κατηγορουμένου και όταν το Δικαστήριο, που κρίνει επί ενδίκου μέσου που άσκησε ο ίδιος, ή ασκήθηκε υπέρ αυτού, τον κηρύξει αθώο, λόγω του ανεγκλήτου, για ορισμένες από τις επί μέρους πράξεις εξακολουθούντος εγκλήματος, για το οποίο είχε καταδικασθεί πρωτοδίκως, διατηρήσει όμως την ίδια ποινή για τις λοιπές πράξεις χωρίς να προβεί σε νέα επιμέτρηση αυτής. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, με την υπ’ αριθ. 1248/2004 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας η αναιρεσείουσα είχε καταδικασθεί σε συνολική ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών, της οποίας η εκτέλεση ανεστάλη για τρία έτη, για παράβαση του ΑΝ 86/1967 “περί μη καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών”, πράξεις που έλαβαν χώρα εξακολουθητικά κατά τη χρονική περίοδο από 1-6-2000 έως 31-12-2000, από 1-4-2000 έως 31-12-2000, από 1-4-2000 έως 31-1-2001, από 1-7-2000 έως 31-12-2000 και από 1-5-2000 έως 30-9-2000. Η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού προηγουμένως έκρινε ότι η έφεση της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και κήρυξε αυτήν αθώα, λόγω του ανεγκλήτου (άρθρο 33 του ν. 3346/2005), για τις μερικότερες πράξεις που συγκροτούν τα πιο πάνω αδικήματα και τελέσθηκαν κατά τα χρονικά διαστήματα από 1-6-2000 έως 31-12-2000, από 1-4-2000 έως 31-12-2000, από 1-4-2000 έως 31-1-2001 και από 1-7-2000 έως 31-12-2000, απέρριψε κατά τα λοιπά την έφεση ως ανυποστήρικτη και δη “ως προς την πράξη της παράβασης του ΑΝ 86/1967 (ΙΚΑ) που αφορά διάστημα από 1-5-2000 έως 30-9-2000 και το οφειλόμενο ποσό είναι 3.682.900 δρχ. ή 10.808,22 ευρώ”. Με την απόφασή του, όμως, αυτή το Τριμελές Πλημμελειοδικείο υπερέβη αρνητικά την εξουσία του, γιατί με την απόρριψη κατά ένα μέρος της εφέσεως της αναιρεσείουσας ως ανυποστήρικτης διατήρησε την ποινή που είχε επιβληθεί σ’ αυτήν πρωτοδίκως, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των μερικότερων πράξεων που συγκροτούσαν τα προαναφερθέντα εγκλήματα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και εκείνες για τις οποίες κήρυξε κατά τα ανωτέρω αθώα την αναιρεσείουσα, ενώ έπρεπε να προχωρήσει και σε νέα επιμέτρηση της ποινής. Επομένως, κατά παραδοχή ως βασίμου του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ Κ.Ποιν.Δ σχετικού λόγου αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τη διάταξή της που απέρριψε κατά ένα μέρος την έφεση ως ανυποστήρικτη και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ), προκειμένου τούτο (Δικαστήριο) να προβεί σε νέα επιμέτρηση της ποινής.