Πρόσφατη Νομολογία

Α.Π. 589/7-3-2008 Μη εξέταση στο ακροατήριο με ποινή σχετικής ακυρότητος της διαδικασίας ως μαρτύρων μεταξύ άλλων και όσων άσκησαν ανακριτικά καθήκοντα στην ίδια υπόθεση. Δεν είναι ανακριτική πράξη η ενεργούμενη από κάποιον απλό αστυφύλακα, ο οποίος δεν είναι προανακριτικός υπάλληλος, σύλληψη και προσαγωγή κάποιου στο Αστυνομικό Τμήμα, αφού για την ενέργειά του αυτή αυτός δεν προβαίνει στη σύνταξη σχετικής ανακριτικής πράξης προς βεβαίωσή της, η οποία συντάσσεται στη συνέχεια, από το αρμόδιο να προβεί στη σύνταξη αυτής προανακριτικό υπάλληλο

Από τη διάταξη του άρθρου 211α του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι με ποινή ακυρότητας (σχετικής) της διαδικασίας δεν εξετάζονται ως μάρτυρες στο ακροατήριο μεταξύ των άλλων και όσοι άσκησαν ανακριτικά καθήκοντα στην ίδια υπόθεση. Ως ανακριτικά καθήκοντα νοούνται οι ανακριτικές πράξεις που ενεργούνται από ανακριτικό υπάλληλο προς βεβαίωση του εγκλήματος και της ενοχής ή αθωότητας του κατηγορουμένου. Δεν είναι δε ανακριτική πράξη η ενεργούμενη από κάποιον απλό αστυφύλακα, ο οποίος δεν είναι προανακριτικός υπάλληλος, σύλληψη και προσαγωγή κάποιου στο Αστυνομικό Τμήμα, αφού για την ενέργειά του αυτή αυτός δεν προβαίνει στη σύνταξη σχετικής ανακριτικής πράξης προς βεβαίωσή της, η οποία συντάσσεται στη συνέχεια, από το αρμόδιο να προβεί στη σύνταξη αυτής προανακριτικό υπάλληλο (ΑΠ 721/2005 Π.Χρ. Ν.Ε. 1013). Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι κατά την εμφάνιση στο ακροατήριο για εξέταση του κληθέντος μάρτυρα Αστυφύλακα Γ1, και πριν από την έναρξη της εξέτασής του, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, υπέβαλε τον ισχυρισμό (ένσταση) ότι “εναντιώνεται στην εξέταση του μάρτυρα για το λόγο ότι έχει ασκήσει κατ’ άρθ. 211 του ΚΠΔ στην υπόθεση προανακριτικά καθήκοντα, καθόσον αυτός ενέργησε τη σύλληψη του κατηγορουμένου του”. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με την ακόλουθη αιτιολογία: “Στην προκειμένη περίπτωση ο παραπάνω μάρτυρας αστυφύλακας Γ1, όπως προκύπτει από την με ημερομηνία ……… έκθεση συλλήψεως που συνέταξε ο Ανθ/μιος ……….. με την παρουσία του Αστ/μου Α’ …….., συνέλαβε μαζί με άλλους αστυνομικούς στις 2-10-2000 τον κατηγορούμενο, καθώς και το συγκατηγορούμενό του Χ2 και τους οδήγησε στο Τμήμα Ασφαλείας Χαλκίδας για παράβαση σχετική με την πράξη, η οποία αποδίδεται σ’αυτόν, χωρίς να προβεί αυτός στην ενέργεια σχετικής ανακριτικής πράξης ή να συμμετάσχει στη σύνταξη έκθεσης, αφού μάλιστα δεν είχε και τέτοιο δικαίωμα. Επομένως αυτός δεν άσκησε ανακριτικά καθήκοντα στην υπόθεση για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος και συνεπώς δεν υπάρχει κώλυμα να εξετασθεί αυτός ως μάρτυρας στο Δικαστήριο αυτό”. ΄Ετσι που έκρινε το Εφετείο, και αφού απέρριψε την ένσταση του συνηγόρου του κατηγορουμένου, προχώρησε στην εξέταση στο ακροατήριο του πιο πάνω μάρτυρα, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 211 α’ του ΚΠΔ. ούτε δημιουργήθηκε σχετική ακυρότητα από τη διάταξη του άρθρου 173 παρ.1 εδ.α’ του ΚΠΔ, και τα όσα αντίθετα υποστηρίζονται από τον αναιρεσείοντα με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β’ του ΚΠΔ και αναφέρονται στην πιο πάνω ανύπαρκτη πλημμέλεια, πρέπει ν’απορριφθούν ως αβάσιμοι………

Α.Π. 552/5-3-2008 Σημαντικό αίτιο για την αναβολή της δίκης αποτελεί και η κατ’ αυτήν (δίκη) αδυναμία από ανυπέρβλητο κώλυμα εμφάνισης του συνηγόρου του κατηγορουμένου, πράγμα το οποίο υπάρχει και όταν ο συνήγορος του κατηγορουμένου αδυνατεί να εμφανιστεί στο δικαστήριο, λόγω απασχόλησής του σε άλλη δίκη, ενώπιον άλλου, ανωτέρου δικαστηρίου. Ο κίνδυνος παραγραφής της πράξεως δεν μπορεί να αποτελέσει την επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αιτιολογία για την απόρριψη του αιτήματος αναβολής της δίκης.

Οι διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβάλλουν την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όλων των δικαστικών αποφάσεων, ανεξάρτητα του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες, ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, επομένως και της παρεμπίπτουσας απόφασης που απορρίπτει το αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της συζήτησης της υπόθεσής του. Κατά την έννοια δε των ως άνω διατάξεων, έλλειψη της επιβαλλόμενης από αυτές αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ αναιρετικό λόγο, υπάρχει όταν στην απόφαση δεν μνημονεύονται τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο και στήριξε την απορριπτική του αιτήματος της αναβολής κρίση του, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα ως άνω περιστατικά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες κατέληξε στο απορριπτικό πόρισμά του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης υπ’ αριθμ. 425/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, ο Ε. Μ. ενεφανίσθη, ως άγγελος του κατηγορουμένου, ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου, κατά την έναρξη της δίκης και εξεταζόμενος ως μάρτυρας κατέθεσε τα εξής? “Ο δικηγόρος Ν.Μ., που χειρίζεται το ποινικό μέρος της παρούσας υπόθεσης, βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη, όπου υπερασπίζεται άλλον πελάτη του στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, Εγώ χειρίζομαι το αστικό μέρος και δεν γνωρίζω το ποινικό. Ο κατηγορούμενος είναι ναυτικός και ταξιδεύει, θα βρίσκεται εν πλω μέχρι το τέλος Μαΐου, αλλά επιθυμεί να έρθει στην Ελλάδα για να δικασθεί. Ζητάω για λογαριασμό του κατηγορουμένου και του συνηγόρου του την αναβολή της δίκης”.

Το Δικαστήριο, εκτιμώντας την κατάθεση του ως άνω μάρτυρα, σε συνδυασμό με τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, απέρριψε το αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης με την εξής αιτιολογία ότι “…στο αναγνωσθέν από ……. πληρεξούσιο, ο κατηγορούμενος, αναφέροντας ότι αδυνατεί να παραστεί στη δίκη λόγω του ότι βρίσκεται σε ταξίδι με το πλοίο ………., ως πλοίαρχός του, ακολούθως εξουσιοδοτεί, πλην του προαναφερθέντος δικηγόρου Ν.Μ. και τον υποβάλλοντα το αίτημα αναβολής δικηγόρο Ε.Μ. να τον εκπροσωπήσει στην παρούσα δίκη, με αποτέλεσμα να μην συντρέχει λόγος αναβολής της, δεδομένου και του ότι ως εκ του χρόνου καθ’ όν φέρονται τελεσθείσες οι αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο πράξεις (12- 7-2000), υπάρχει ορατός κίνδυνος να υποκύψει το αξιόποινό τους σε παραγραφή”.

Κατά το άρθρο 349 παρ. 1 του ΚΠΔ, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια που προβάλλονται από τον Εισαγγελέα ή κάποιον από τους διαδίκους ή αυτεπαγγέλτως. Σημαντικό δε αίτιο για την αναβολή της δίκης, κατά την προαναφερόμενη διάταξη, αποτελεί και η κατ’ αυτήν (δίκη) αδυναμία από ανυπέρβλητο κώλυμα εμφάνισης του συνηγόρου του κατηγορουμένου, πράγμα το οποίο υπάρχει και όταν ο συνήγορος του κατηγορουμένου αδυνατεί να εμφανιστεί στο δικαστήριο, λόγω απασχόλησής του σε άλλη δίκη, ενώπιον άλλου, ανωτέρου δικαστηρίου. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, η αιτιολογία της αποφάσεως, εν όψει του ότι ο αιτησάμενος την αναβολή της δίκης δικηγόρος, Ε. Μ. προέβαλε ότι ο ίδιος χειρίζεται το αστικό μέρος της υπόθεσης και δεν γνωρίζει το ποινικό, το οποίο χειρίζεται ο δικηγόρος Ν.Μ., ο οποίος υπερασπίζεται στο Τριμελές για Κακουργήματα Εφετείο Θεσσαλονίκης άλλον κατηγορούμενο, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, ενώ ο κίνδυνος παραγραφής της πράξεως δεν μπορεί να αποτελέσει την επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αιτιολογία για την απόρριψη του αιτήματος αναβολής της δίκης. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ προβαλλόμενος συναφής λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και ως τέτοιος πρέπει να γίνει δεκτός και επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι εφικτή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έχουν δικάσει την υπόθεση, για νέα συζήτηση (άρθρο 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 425,425α/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Α.Π.491/28-2-2008 Απόλυτη ακυρότητα για τον κατηγορούμενο η μη κλήση του μετά το πέρας της ανάκρισης να λάβει γνώση εγγράφων ασκούντων ουσιώδη επιρροή υποβληθέντων στο συμβούλιο.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 309 § 2 εδ. ε’ του Κ.Π.Δ., αν μετά το τέλος της ανάκρισης και την υποβολή των εγγράφων στον Εισαγγελέα υποβλήθηκαν στο συμβούλιο από ένα διάδικο έγγραφα ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του συμβουλίου, αυτό οφείλει αυτεπαγγέλτως να καλέσει τους υπολοίπους διαδίκους ή τους αντικλήτους, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 309 ΚΠΔ που εφαρμόζεται αναλόγως για να ενημερωθούν και να γνωστοποιήσουν τις παρατηρήσεις τους σε εύλογη προθεσμία που την καθορίζει το ίδιο. Από τη διάταξη αυτή, η οποία, κατά τα άρθρα 316 § 2 και 318 ΚΠΔ, έχει εφαρμογή και όταν τα νέα στοιχεία προσκομίστηκαν ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών και (η οποία) εξασφαλίζει, ως προς τον κατηγορούμενο, την υπεράσπιση αυτού και την άσκηση του δικαιώματός του, όπως λάβει γνώση των αποδεικτικών στοιχείων και επιφέρει τις παρατηρήσεις του, της οποίας, επομένως, η μη τήρηση συνεπάγεται, κατά το άρθρο 171 § 1δ’ ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα, σαφώς προκύπτει ότι η παράβαση αυτή, δημιουργούσα τον εκ του άρθρου 484 § 1α’ ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, υπάρχει όταν το συμβούλιο αποφασίσει την παραπομπή του κατηγορουμένου λαμβάνοντας υπόψη, προς σχηματισμό της κρίσεώς του ως άνω υποβληθέντα υπό άλλου διαδίκου κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία, χωρίς να καλέσει προηγουμένως τον κατηγορούμενο να λάβει γνώση τούτων και να επιφέρει τις παρατηρήσεις του. Στην προκειμένη περίπτωση, με το προσβαλλόμενο 1815/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών παραπέμφθηκαν οι κατηγορούμενοι στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθούν για απόπειρα εκβίασης από κοινού κατ’ εξακολούθηση, τελεσθείσα από δράστες που διαπράττουν τέτοιες πράξεις κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια. Τη κρίση του το Συμβούλιο την στήριξε, κατά τα εις το βούλευμα διαλαμβανόμενα: “…..στο σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που συγκεντρώθηκαν από τη διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση και την κυρία ανάκριση που επακολούθησε και ειδικότερα από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, συμπεριλαμβανομένων και των καταθέσεων των εκκαλούντων – πολιτικώς εναγόντων τα επισυναπτόμενα εις τη δικογραφία έγγραφα, τα οποία λαμβάνονται όλα ανεξαιρέτως υπόψη και αν δεν γίνεται ειδικότερα μνεία αυτών, σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων και το κοινό απολογητικό υπόμνημα που υπέβαλαν αυτοί”, καθώς και στην υπ’ αριθμ. 3820/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, με το από 16-7-2007 υπόμνημα των πολιτικώς εναγόντων Ψ2 και της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία “……” που εγχειρίσθηκε αυθημερόν (16-7-2007) στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, μετά την υποβολή της υπ’ αριθμ. …… έγγραφης πρότασης του Εισαγγελέως Εφετών, υποβλήθηκε το πρώτον στο Συμβούλιο Εφετών, χωρίς από τα στοιχεία της δικογραφίας να προκύπτει, ότι κλήθηκαν οι αναιρεσείοντες ή οι αντίκλητοί τους για να λάβουν γνώση αυτής και του υπομνήματος και να υποβάλουν τις τυχόν παρατηρήσεις τους. Έτσι, όμως, δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα για τους κατηγορουμένους και το βούλευμα πρέπει να αναιρεθεί, κατά του βάσιμου, εκ του άρθρου 484 § 1α’ ΚΠΔ, πρώτο λόγο των αναιρέσεων και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο αυτό Συμβούλιο, που όμως θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Για τους λόγους αυτούς

Αναιρεί το υπ’ αριθμ. 1815/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και

Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστές.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2008. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 28 Φεβρουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Α.Π. 471/27-2-2008 Χρηματιστηριακές συναλλαγές. Απάτη κακουργηματική. Απλή συνέργεια σε αυτήν. Η απλή συνέργεια μπορεί να παρασχεθεί στον αυτουργό της πράξης και με αρνητική συνδρομή που παρέχεται με παράλειψη, κατά την έννοια του άρθρ.15 ΠΚ και που υπάρχει όταν ο συνεργός, παρόλο ότι έχει από το νόμο ή από τη σύμβαση ή από προηγούμενη ενέργειά του ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να αποτρέψει την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος, αν και μπορεί να παρεμποδίσει τούτο, ανέχεται ή δεν ενεργεί προς αποτροπή του.

Κατά το άρθρο 386 § 1 του ΠΚ, “όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών”. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον παθόντα συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη. Ως γεγονότα κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 386 § 1 του ΠΚ νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση ή δυνατότητα του δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Για την κακουργηματική μορφή της απάτης απαιτείται, κατά την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 § 4 του Ν. 2721/1999, ο υπαίτιος είτε να διαπράττει απάτες κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελός του ή η ζημία του παθόντος να υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών, είτε, χωρίς την συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια τελέσεως, το όφελος που επιδιώκει ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε στον παθόντα να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ’ του ΠΚ, κατ’ επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Στο κατ’ εξακολούθηση έγκλημα (άρθρο 98 του ΠΚ), το οποίο συγκροτείται, όταν συντρέχουν στο ίδιο πρόσωπο περισσότερες αυτοτελείς μερικότερες πράξεις του ιδίου εγκλήματος, ενυπάρχει οπωσδήποτε και το στοιχείο της επανειλημμένης τελέσεως ενός και του αυτού εγκλήματος.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 46 § 1 στοιχ. β’ του ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια της άδικης πράξης που διέπραξε και στην εκτέλεση της πράξης αυτής (κύριας πράξης). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι άμεσος συνεργός είναι εκείνος που παρέχει συνδρομή στον αυτουργό κατά το χρόνο τελέσεως και στην εκτέλεση της άδικης πράξεως αμέσως προς αυτή συνδεόμενη, κατά τρόπο ώστε, χωρίς αυτή, να αποβαίνει αδύνατη η εκτέλεση του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που τελέσθηκε. Κατά δε το άρθρο 47 παρ. 1 του ΠΚ όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1, στοιχ. β του προηγούμενου άρθρου παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελλατωμένη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής απλή συνέργεια συνιστά οποιαδήποτε συνδρομή υλική ή ψυχική, θετική ή αποθετική, η οποία παρέχεται στον αυτουργό, χωρίς να είναι άμεση, εφόσον εκείνος που την παρέχει γνωρίζει ότι ο αυτουργός διαπράττει ορισμένο έγκλημα. Για την πράξη της απλής και της άμεσης συνέργειας υποκειμενικά απαιτείται δόλος του συνεργού, ο οποίος συνίσταται στη γνώση της τέλεσης από τον αυτουργό ορισμένης αξιόποινης πράξεως και στη βούληση ή αποδοχή να συμβάλλει με τη συνδρομή του στην πραγμάτωσή της. Τέλος, η απλή συνέργεια μπορεί να παρασχεθεί στον αυτουργό της πράξης και με αρνητική συνδρομή που παρέχεται με παράλειψη, κατά την έννοια του άρθρ.15 ΠΚ και που υπάρχει όταν ο συνεργός, παρόλο ότι έχει από το νόμο ή από τη σύμβαση ή από προηγούμενη ενέργειά του ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να αποτρέψει την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος, αν και μπορεί να παρεμποδίσει τούτο, ανέχεται ή δεν ενεργεί προς αποτροπή του. Επιπροσθέτως, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 46 § 1β, 49 § 2 και 386 §§ 1,3 εδ. α’ του ΠΚ προκύπτει ότι οι επιβαρυντικές περιστάσεις της απάτης (τέλεση κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια και συνολικό όφελος ή συνολική ζημία να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ.), που της προσδίδουν κακουργηματικό χαρακτήρα, πρέπει να συντρέχουν ιδιαιτέρως και αυτοτελώς και στο πρόσωπο του άμεσου συνεργού, για να έχει και γι’ αυτόν η πράξη της άμεσης συνέργειας σε απάτη κακουργηματικό χαρακτήρα, γιατί δεν αρκεί η συνδρομή τους στο πρόσωπο του αυτουργού. Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. δ’ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση (κυρία ή προανάκριση) για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Τέλος, υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ’ αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δ’ εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατ’ άρθρο 484 § 1 στοιχ. β’ του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, το προσβαλλόμενο, ως άνω βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που έκανε κατά ένα μέρος δεκτή κατ’ ουσία την υπ’ αριθμ. 336/15-7-2005 έφεση του πολιτικώς ενάγοντος Ψ1 και, μεταρρυθμίζοντας κατά ένα μέρος το εκκληθέν βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, απεφάνθη, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ’ αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία εις βάρος του αναιρεσείοντος (Χ1) για κακουργηματική πλαστογραφία κατ’ εξακολούθηση, δέχθηκε περαιτέρω ότι, από την αξιολόγηση των κατ’ είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, προέκυψαν ως προς την πράξη της απάτης σε βαθμό κακουργήματος τα ακόλουθα: Δυνάμει του υπ’ αριθ. ……… καταστατικού του Συμβολαιογράφου Αθηνών Τριαντάφυλλου Παπαδοπούλου, νομίμως δημοσιευθέντος, συνεστήθη Ανώνυμος εταιρία μεταξύ του αναιρεσείοντος, του εκ των κατηγορουμένων Χ2 και του Γ1, με την επωνυμία «……» και το διακριτικό τίτλο «…..» με σκοπό την ανάπτυξη μελετών οικονομοτεχνικών, αναπτυξιακών, τεχνικών, οργάνωσης περιβαλλοντολογικών, σκοπιμότητας και μηχανοργάνωσης επιχειρήσεων, οργανισμών, δημοσίων και ιδιωτικών έργων, παροχή συμβουλευτικών και ελεγκτικών υπηρεσιών σε επιχειρήσεις και οργανισμούς του Δημοσίου και Ιδιωτικού τομέα. Πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της παραπάνω εταιρίας ορίσθηκε ο αναιρεσείων (Χ1), Αντιπρόεδρος δε αυτής ο εκ των κατηγορουμένων Χ2, ενώ η γραμματειακή υποστήριξη της εταιρίας είχε ανατεθεί στην εξ αυτών Χ3. Στα πλαίσια των προδιαληφθεισών δραστηριοτήτων της η παραπάνω εταιρία την…….. συνήψε σύμβαση αντιπροσώπευσης με την εταιρία «……..», πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της οποίας ετύγχανε ο εκ των κατηγορουμένων Χ5 και Γενικός διευθυντής ο εξ αυτών Χ4, σύμφωνα με την οποία η πρώτη εκ των ανωτέρω εταιριών είχε τη δυνατότητα να παρέχει ως αντιπρόσωπος της δεύτερης, επενδυτικές υπηρεσίες, συνιστάμενες στη λήψη και διαβίβαση εντολών χρηματιστηριακών συναλλαγών των πελατών της, χωρίς όμως να έχει τη δυνατότητα διακίνησης ή διαχείρισης των χρημάτων των πελατών, δυνατότητα που είχε μόνο η εταιρία «……….» ο οποίος με τη σειρά του πραγματοποιούσε τις χρηματιστηριακές συναλλαγές μέσω της εταιρίας με την επωνυμία “ΣΙΓΜΑ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ”. Η λειτουργία της εταιρίας “ΑΓΙΣΚΟ Α.Ε.”, ως γραφείου αντιπροσώπευσης της “ΕΕΟ-ΑΕΠΕΥ” ενεκρίθη από την επιτροπή Κεφαλαιαγοράς με την υπ’ αριθ. ……. απόφασή της. Στα πλαίσια των δραστηριοτήτων αυτών ο εκ των κατηγορουμένων Χ2, άτομο με ευρύ κύκλο γνωριμιών, εμφανιζόταν σε διάφορα πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και εκ των εγκαλούντων Ψ1 ως γνώστης των χρηματιστηριακών δεδομένων και έμπειρος επενδυτικός σύμβουλος, εκπρόσωπος της εταιρίας “ΑΓΙΣΚΟ Α.Ε.”, η οποία ενεργεί ως αντιπρόσωπος της εταιρίας “ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ ΑΕΠΕΥ”, που ενεργεί χρηματιστηριακές συναλλαγές μέσω της εταιρίας “ΣΙΓΜΑ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ” και παράλληλα παρέστησε σ’ αυτούς ότι η παραπάνω εταιρία, της οποίας τυγχάνει εκπρόσωπος, έχει μεγάλο κύκλο εργασιών, ο ίδιος δε, ως γνώστης των χρηματιστηριακών πραγμάτων, είναι σε θέση με κατάλληλους χειρισμούς να εξασφαλίσει μεγάλες αποδόσεις στα χρήματα που θα επενδύσουν και έτσι έπεισε τόσο τον προαναφερθέντα εγκαλούντα Ψ1, όσο και τους υπολοίπους, να συνάψουν με την εταιρία “ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ Α.Ε.Π. Ε.Υ.” συμβάσεις συμβουλευτικής εκτέλεσης εντολής αγοραπωλησίας επενδυτικών χαρτοφυλακίων και παρακαταθήκης χρεογράφων και να υπογράψουν παραλλήλως αιτήσεις ανοίγματος λογαριασμού στην παραπάνω εταιρία. Ακολούθως, πριν από την αποστολή στην Ε.Ε.Ο. των αιτήσεων για άνοιγμα λογαριασμού, μετέβαινε στο κατάστημα της Εμπορικής Τραπέζης στο Γέρακα-Αττικής, όπου, εν αγνοία των επενδυτών-εγκαλούντων, άνοιγε κοινό λογαριασμό, με πρώτο όνομα δικαιούχου το όνομα του επενδυτή και δεύτερο όνομα δικαιούχου το δικό του και εν συνεχεία, αφού ανέγραφε στην αίτηση για το άνοιγμα λογαριασμού στην Ε.Ε.Ο. τον αριθμό του προαναφερθέντα κοινού λογαριασμού, καλούσε τους εγκαλούντες να καταθέσουν χρηματικά ποσά για επένδυση, σε τραπεζιτικό λογαριασμό της Ε.Ε.Ο. Μετά ταύτα, την ίδια ημέρα που οι εγκαλούντες (επενδυτές) κατέθεταν τα χρήματά τους για επένδυση, παριστάνοντας ψευδώς από κοινού μετά της εκ των κατηγορουμένων Χ3, υπό την προδιαληφθείσα ιδιότητά της, στους αρμοδίους υπαλλήλους της ως άνω εταιρίας με την επωνυμία “ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΟ ΟΜΙΛΟΣ-Ε.Ε.Ο.”, ότι οι εγκαλούντες είχαν δώσει δήθεν εντολή εις τούτους για τη μεταφορά των ήδη κατατεθέντων χρηματικών ποσών από το λογαριασμό της παραπάνω εταιρίας (Ε.Ε.Ο.), στους κοινούς λογαριασμούς που, κατά τα ανωτέρω, είχαν ανοιχθεί στην Εμπορική Τράπεζα, έπειθαν αυτούς να δώσουν εντολή στον αρμόδιο υπάλληλο της τραπέζης, όπου είχαν κατατεθεί τα χρήματα από τους επενδυτές, σε λογαριασμούς της εταιρίας, για τη μεταφορά η οποία εκτελείτο αμέσως και εν συνεχεία ο εξ αυτών κατηγορούμενος Χ2 προέβαινε σε αναλήψεις των εν λόγω χρηματικών ποσών από τους παραπάνω κοινούς λογαριασμούς της Εμπορικής Τραπέζης, τα οποία παρανόμως ιδιοποιείτο. Έτσι, με τον περιγραφόμενο ως άνω τρόπο, την 8-10-2001 οι εν λόγω κατηγορούμενοι Χ2 και Χ3 παρέστησαν στον εγκαλούντα Ψ1 ότι η επένδυση χρημάτων με την αγοραπωλησία μετοχών μέσω της εταιρίας “ΑΓΙΣΚΟ Α.Ε.”, που συνεργάζεται με τις προαναφερθείσες εταιρίες, είναι ιδιαίτερα αποδοτική και έτσι έπεισε τούτον να υπογράψει την υπό ιδία ως άνω ημερομηνία σύμβαση με την “Ε.Ε.Ο.”, καθώς και σχετική αίτηση για άνοιγμα λογαριασμού στην “Ε.Ε.Ο.”, και να καταθέσει, κατά το χρονικό διάστημα από 19-10-2001 έως και 27-12-2001, για επένδυση, σε τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας “Ε.Ε.Ο.” το συνολικό ποσό των 44.400.000 δρχ. Εν συνεχεία την 30-10-2001, 14-11-2001 και 31-1-2002, παρέστησαν εν γνώσει ψευδώς στους υπαλλήλους της εταιρίας “Ε.Ε.Ο.” Γ1, Γ2 και Γ3, ότι τόσο ο παραπάνω εγκαλών όσο και οι λοιποί τους οποίους εκπροσωπούσαν, επιθυμούσαν τη μεταφορά των χρημάτων τους στον τραπεζικό λογαριασμό που ο κάθε ένας από αυτούς είχε δηλώσει στην αίτησή του προς την “Ε.Ε.Ο.”, αποστέλλοντας παράλληλα προς αυτήν και τις σχετικές εντολές. Έτσι παραπλανήθηκαν οι παραπάνω υπάλληλοι και κατόπιν εντολής των μεταφέρθηκαν από τον τραπεζιτικό λογαριασμό της εν λόγω εταιρείας των στον υπ’ αριθμ. ……… κοινό λογαριασμό της Εμπορικής Τράπεζας που ως ανωτέρω ελέχθη, είχε ανοιχθεί από τον κατηγορούμενο (Χ2), εν αγνοία του εγκαλούντος, τμηματικά τα χρηματικά ποσά των 17.307.000 δρχ, 9.400.000 δρχ. και 27.730.000 δρχ, αντιστοίχως, από τα οποία ανέλαβε επίσης τμηματικά το συνολικό ποσό των 35.900.250 δρχ. ή 105.356,56 ευρώ, το οποίο και παρανόμως ιδιοποιήθηκε. Στην περιγραφόμενη ως άνω πράξη των παραπάνω κατηγορουμένων Χ2 και Χ3 ο αναιρεσείων Χ1, υπό την ιδιότητά του, ως προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της ως άνω εταιρίας με την επωνυμία “ΑΓΙΣΚΟ ΑΕ”, οικονομολόγος και σύμβουλος χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, κατά το καταστατικό της, με ειδικές γνώσεις και εμπειρία, ήταν ο ιθύνων νους της εταιρίας ο οποίος, εν τοις πράγμασι, οργάνωσε και διοικούσε την εταιρία, εξασφαλίζοντας με τις εξειδικευμένες γνώσεις και πλούσια εμπειρία του και περαιτέρω με τις προσωπικές επαφές του, την εύρυθμη λειτουργία της παραπάνω εταιρίας. Ειδικότερα, ο Χ1 με τις προσωπικές επαφές του με τους διευθύνοντες του ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΟΥ ΟΜΙΛΟΥ Α.Ε.Π.Ε.Υ., ήτοι τους Χ4 και Χ5, από τους οποίους ο πρώτος τυγχάνει πρώτος εξάδελφός του, εξασφάλιζε την εύρυθμη λειτουργία της εταιρείας ΑΓΙΣΚΟ ΑΕ. Λόγω δε των προαναφερθεισών ιδιοτήτων του ο Χ1 είχε την εποπτεία και την επίβλεψη όλων των χρηματιστηριακών συναλλαγών, τις οποίες διεκπεραίωνε ο Αντιπρόεδρος της εταιρείας ΑΓΙΣΚΟ ΑΕ Χ2, είτε ο ίδιος προσωπικά είτε η αδελφή του, ως γραμματέας της εταιρείας, Χ3, μετά από προηγούμενη συνεννόησή τους (των αδελφών Χ2,Χ3 μεταξύ τους) και γενικά κατηύθυνε όλες τις δραστηριότητες της εταιρείας. Έτσι, με τις προϋποθέσεις αυτές σε συνδυασμό με την εξασφάλιση υπ’ αυτού της εύρυθμης λειτουργικότητας της προδιαληφθείσας εταιρίας, με τη λειτουργία γραφείων, τη χορήγηση έντυπου υλικού, την εγκατάσταση απαραίτητου εξοπλισμού και κυρίως ηλεκτρονικών υπολογιστών με τη σύνδεση του ενός εξ αυτών με τους αντίστοιχους της εταιρείας ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ Α.Ε.Π.Ε.Υ. ,παρείχε τη δυνατότητα συμβάσεων με τους επενδυτές-πελάτες και την κίνηση των λογαριασμών τους, και άμεση συνδρομή στους προαναφερομένους κατηγορουμένους (Χ2 και Χ3) στην εκτέλεση της υπ’ αυτών τελεσθείσας κακουργηματικής πράξεως της απάτης.

Με τις παραδοχές αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα, με το οποίο έγινε δεκτή η με αριθ.336/15-7-2005 έφεση του πολιτικώς ενάγοντος Ψ1 α) δεν περιέχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν αναφέρονται σ’ αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που έχουν προκύψει από την ανάκριση και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του προαναφερθέντος κακουργήματος και β) έχει υποπέσει σε ασάφειες, που καθιστούν ανέφικτο τον έλεγχο περί ορθής ή μη εφαρμογής των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν και το στερούν νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, αναφέρονται ελλιπώς τα πραγματικά περιστατικά που να δικαιολογούν την κρίση της παροχής άμεσης συνδρομής από τον αναιρεσείοντα κατά την τέλεση από τον αυτουργό της προαναφερθείσας κακουργηματικής απάτης, με την έννοια ότι η συνδρομή παρεσχέθη με τέτοιο τρόπο, ώστε χωρίς εκείνη δεν θα ήταν δυνατή μετά βεβαιότητας η διάπραξη του εγκλήματος αυτού υπό τις περιστάσεις που φέρεται ότι τελέσθηκε. Το βούλευμα αυτό περιέχει ελλιπείς αιτιολογίες και ασάφεια, αφού δεν παραθέτει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ως προς την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων για τη γνώση, με την έννοια της επίγνωσης του αναιρεσείοντος ότι με τις υλικές του πράξεις (ποιες ειδικότερα) παρείχε με ηθελημένη υλική ενέργεια άμεση εκ δόλου υποστήριξη της κύριας πράξης με βοηθητική ενέργεια στο έγκλημα της απάτης που διέπραξαν οι λοιποί συγκατηγορούμενοί του Χ2 και Χ2 σε βάρος του Ψ1, σε τρόπο ώστε χωρίς αυτή να μην είναι δυνατή με βεβαιότητα η εκτέλεση του εγκλήματος κάτω από τις περιστάσεις που τελέστηκε. Δεν διευκρινίζει ποια από τα υλικοτεχνικά μέσα της ΑΓΙΣΚΟ χρησιμοποιήθηκαν για τη μεταφορά των χρημάτων του Ψ1 από τον ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΟ ΟΜΙΛΟ στον τραπεζικό λογαριασμό που είχε ανοίξει ο Χ2, όπως αναφέρθηκε παραπάνω και η γνώση του αναιρεσείοντος ότι με τις υλικές του πράξεις βοηθάει το Χ2 και τη Χ3 κατά τη διάπραξη της ως άνω απάτης σε βάρος του Ψ1. Οι υπάλληλοι του Ε.Ε.Ο. Γ1, Γ2 και Γ3 κατέθεσαν ότι για τη μεταφορά αυτή των χρημάτων ενεργούσαν σύμφωνα με τις οδηγίες της διοικήσεως της εταιρείας του εν λόγω επενδυτικού ομίλου, η οποία διοίκηση τους είχε συστήσει να εκτελούν τις εντολές της ΑΓΙΣΚΟ ΑΕ, που εδίδοντο για λογαριασμό των πελατών της, χωρίς να προσδιορίζει το περιεχόμενο των σχετικών εντολών και χωρίς να προσδιορίζει τα πρόσωπα που τις έδωσαν και ιδίως αν μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται και ο αναιρεσείων.

Περαιτέρω δεν αναφέρεται ούτε στο σκεπτικό αλλ’ ούτε στο διατακτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος ότι η πράξη δια την οποία παραπέμπεται ο αναιρεσείων έχει τελεσθεί κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια, χωρίς να γίνεται παράλληλα αναφορά σε πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι συντρέχουν και στο πρόσωπο του άμεσου συνεργού οι επιβαρυντικές αυτές περιστάσεις. Στην εισαγγελική πρόταση στην οποία το βούλευμα παραπέμπει, αναφέρεται ότι προκύπτουν ενδείξεις κατά της εκ των κατηγορουμένων Χ3 για τετελεσμένη απάτη κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια και κατά των λοιπών για άμεση συνεργεία στην πράξη αυτή, χωρίς περαιτέρω προσδιορισμό ή αιτιολογία της συνδρομής αυτοτελώς των επιβαρυντικών περιστάσεων και στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, ως άμεσου συνεργού, όπως απαιτεί η διάταξη του αρθρ. 49 § 2 Π.Κ., ενώ στο διατακτικό του βουλεύματος, ούτε απλή αναφορά γίνεται, περί της συνδρομής στο πρόσωπο αυτού των επιβαρυντικών αυτών περιστάσεων. Η αιτιολογία συνεπώς δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, με την προεκτεθείσα έννοια, και περαιτέρω το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως.

Συνεπώς, οι από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.δ΄ και β΄ του ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για: α) έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αναφορικώς, τόσον, ως προς την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του, που μπορούν να στηρίξουν δημόσια κατηγορία για άμεση συνέργεια του αναιρεσείοντος στην ως άνω πράξη της απάτης, κατ’ εξακολούθηση, τελεσθείσα από πρόσωπα που διαπράττουν την πράξη κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια από την οποία το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, όσον και ως προς τη συνδρομή και στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσής της και β) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοσθεισών ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων με την έννοια της εκ πλαγίου παραβιάσεως των διατάξεων αυτών, είναι βάσιμοι και ως τέτοιοι πρέπει να γίνουν δεκτοί, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα ως προς τον αναιρεσείοντα για την πράξη της άμεσης συνέργειας στην απάτη κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ (5.000.000) εις βάρος του πολιτικώς ενάγοντος Ψ1 και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 485 παρ. 1 και 519 του ΚΠΔ ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί το υπ’ αριθμ.1158/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών για την πράξη που αποδίδεται στο Χ1 της άμεσης συνέργιας σε απάτη κατ’ εξακολούθηση, τελεσθείσα κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία η συνολική ζημία και το αντίστοιχο όφελος υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, εις βάρος του πολιτικώς ενάγοντος Ψ1. Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Ιανουαρίου 2008 . Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Φεβρουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Α.Π. 98/16-1-2008 Μη συνδρομή ιδιαιτέρα εξαιρετικής περίπτωσης δικαιολογούσας αναβολή ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι εν τω μεταξύ θα τακτοποιήσει τις οφειλές του προς το Ι.Κ.Α.

Κατά το άρθρο 515 παρ. 1 ΚΠοινΔ, με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή τον Εισαγγελέα μπορεί το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, σε ιδιαιτέρως εξαιρετικές περιπτώσεις, να αναβάλει για μία μόνο φορά τη συζήτηση σε ρητή δικάσιμο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 514 εδ. α’ του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση των υπό κρίση αιτήσεων αναιρέσεως, από 5.2.2007 του Χ1 και από 20.2.2007 της Χ2, κατά της 57471/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δεν εμφανίσθηκαν οι εν λόγω αναιρεσείοντες, οι οποίες, όπως προκύπτει από τα αποδεικτικά επιδόσεως, υπό χρονολογίες …… και …….., ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα, και …… και …… ως προς την δεύτερη αναιρεσείουσα, των επιμελητών δικαστηρίων …….. και ………, αντιστοίχως, της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, κλητεύθηκαν προς τούτο, νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με επίδοση κλήσεως προς αυτούς και τους αντικλήτους τους (άρθρα 513 παρ. 1, 155 παρ. 2 και 166 ΚΠοινΔ). Εμφανίσθηκε, όμως, ο δικηγόρος ……… και ζήτησε για λογαριασμό των αναιρεσειόντων την αναβολή της συζητήσεως των ένδικων αιτήσεων, προκειμένου, όπως δήλωσε, “να τακτοποιήσουν οι αναιρεσείοντες τις οφειλές προς το ΙΚΑ, δεδομένου ότι έχει γίνει ρύθμιση και είναι ενήμεροι”. Το αίτημα αυτό πρέπει να απορριφθεί, διότι δεν συντρέχει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ιδιαίτερα εξαιρετική περίπτωση που να δικαιολογεί την αναβολή, να απορριφθούν δε συνακολούθως οι κρινόμενες αιτήσεις και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις από 5.2.2007 και 20.2.2007 αιτήσεις των Χ1 και Χ2, αντιστοίχως, περί αναιρέσεως της 57471/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ τον καθένα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Δεκεμβρίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Ιανουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Α.Π.2384/27-12-2007 Ναρκωτικά. Η επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 8 του Ν. 1729/1987 (ήδη άρθρο 23 Ν.3459/2006), της υποτροπής, δεν καταλαμβάνει τον παραβάτη της διατάξεως του άρθρου 12 παρ.1 του αυτού νομοθετήματος (ήδη 29 παρ.1 του ν.3459/2006).Και τούτο, γιατί, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της τελευταίας αυτής διατάξεως, ο δράστης της σχετικής παραβάσεως δεν εμφανίζει αντικειμενική επικινδυνότητα, γεγονός το οποίο επιβεβαιώνεται και από τον ίδιο το νομοθέτη, που τιμωρεί τη συγκεκριμένη παράβαση με φυλάκιση μέχρις ενός(1) έτους, επιπρόσθετα δε από το γεγονός ότι πρώτον η καταδίκη για τη συγκεκριμένη παράβαση, εγγράφεται στο αντίγραφο του δελτίου του ποινικού μητρώου υπό προϋποθέσεις και δεύτερον από το γεγονός ότι μετατρέπεται η ποινή που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 12παρ.1 του ν.1720/1987 σε χρηματική ποινή. Ορθή και αιτιολογημένη η καταδίκη για κακουργηματική παράβαση του Ν. 1729/1987 χωρίς τη συνδρομή όμως των επιβαρυντικών περιστάσεων του άρθρου 8 του Ν.1729/1987 παρά το γεγονός ότι ο καταδικασθείς κατηγορούμενος, εντός της τελευταίας πενταετίας είχε καταδικασθεί αμετάκλητα, σύμφωνα με την υπ’ αριθμό 398/24-10-2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κρήτης, για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών και συγκεκριμένα για παράβαση του άρθρου 12 παρ.1 του Ν.1729/1987.

Από τη διάταξη του άρθρου 505 παρ.1 εδ. δ του Κ.Π.Δ προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας Εφετών, μπορεί μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, να ζητήσει την αναίρεση των αποφάσεων του Εφετείου και τις αποφάσεις των μεικτών ορκωτών και των τριμελών και μονομελών πλημμελειοδικείων που ανήκουν στην περιφέρειά του και για τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και εκείνος της εσφαλμένης ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε΄ του Κ.Π.Δ) Περαιτέρω εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε΄ του Κ,Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στην ερμηνευόμενη ή εφαρμοζόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει ή όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο.

Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 εδάφιο β’ και ζ’ του ν.1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 10 του Ν. 2161/1993, με κάθειρξη τουλάχιστο δέκα(10) ετών και με χρηματική ποινή ενός εκατομμυρίου(1.000.000) μέχρι εκατό εκατομμυρίων (100.000.000) δραχμών τιμωρείται όποιος πωλεί, αγοράζει ή κατέχει ναρκωτικά, ενώ κατά το άρθρο 8 του ίδιου νόμου( ήδη άρθρο 23 του Ν. 3459/2006), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 του Ν. 2161/1993 και το εδ. α΄ της παρ.2 του άρθρου 4 του Ν.2408/1996 και αντικαταστάθηκε με άρθρο 2 παρ.15 του Ν.2479/1997 με ισόβια κάθειρξη και με χρηματική ποινή δέκα εκατομμυρίων(10.000.000) δραχμών μέχρι διακοσίων εκατομμυρίων (200.000.000) δραχμών, τιμωρείται ο παραβάτης των άρθρων 5, 6, 7 του παρόντος νόμου, αν είναι υπότροπος ή ενεργεί κατ’ επάγγελμα…..” Τέλος, κατά το άρθρο 23 του Ν.3459/2006 η ισχύς του οποίου αρχίζει από της 25ης Μαΐου 2006, με την οποία καθορίζονται οι επιβαρυντικές περιστάσεις, ως υπότροπος θεωρείται όποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών σε βαθμό κακουργήματος εντός της προηγούμενης δεκαετίας ή σε βαθμό πλημμελήματος εντός της προηγούμενης πενταετίας. Εξ’ άλλου, στο άρθρο 12 παρ.1 του ν. 1729/1987 ( ήδη 29 παρ.1 του ν.3459/2006) ορίζεται ότι όποιος για δική του αποκλειστικά χρήση προμηθεύεται ή κατέχει με οποιοδήποτε τρόπο ναρκωτικά σε μικρή ποσότητα ή κάνει χρήση τους τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός(1) έτους. Επίσης στην παρ.2 της αυτής ως άνω διατάξεως του άρθρου 29 ορίζονται τα εξής: καταδικαστικές αποφάσεις της προηγούμενης παραγράφου δεν καταχωρίζονται στα αντίγραφα των δελτίων του ποινικού μητρώου, εκτός αν μέσα σε (5) χρόνια από τη δημοσίευση της αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης επακολουθήσει αμετάκλητη καταδίκη για την ίδια πράξη. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων και μάλιστα από αυτήν του άρθρου 8 του ν.1729/1987 (ήδη 23 του κωδικοποιημένου νόμου περί ναρκωτικών), με σαφήνεια προκύπτει ότι σκοπός της διατάξεως αυτής, είναι η βαρύτερη τιμωρία των ατόμων εκείνων, που παρουσιάζουν μια επικινδυνότητα σχετική με την βαρύτητα των αδικημάτων, όπως αυτά οριοθετούνται από τη διάταξη αυτή και σχετίζονται με την εμπορία των ναρκωτικών. (άρθρα 5, 6 και 7 του Ν.1729/1987 και ήδη 20, 21 και 22 του Ν.3459/2006). Τέτοια όμως επικινδυνότητα, που αναμφισβήτητα αποτελεί την ουσιώδη και βασική προϋπόθεση της συνδρομής της επιβαρυντικής περιστάσεως και μάλιστα αυτή του υποτρόπου, δε μπορεί να καταλογιστεί σε εκείνο το δράστη που προμηθεύεται ή κατέχει σε μικροποσότητα ναρκωτικές ουσίες για δική του αποκλειστική χρήση και πολύ περισσότερο να θεωρηθεί ως επικίνδυνο το άτομο εκείνο, το οποίο έχει καταδικαστεί για την πράξη του άρθρου 12 του Ν. 1729/1987. Τούτο, γιατί, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της διατάξεως αυτής, ο δράστης της παραβάσεως αυτής δεν εμφανίζει αντικειμενική επικινδυνότητα, γεγονός το οποίο επιβεβαιώνεται και από τον ίδιο το νομοθέτη, που τιμωρεί τη συγκεκριμένη παράβαση με φυλάκιση μέχρις ενός(1) έτους, επιπρόσθετα δε από το γεγονός ότι πρώτον η καταδίκη για τη συγκεκριμένη παράβαση, εγγράφεται στο αντίγραφο του δελτίου του ποινικού μητρώου υπό προϋποθέσεις και δεύτερον από το γεγονός ότι μετατρέπεται η ποινή που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 12παρ.1 του ν.1720/1987 σε χρηματική ποινή. ΄Άλλωστε, ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 8 του Ν. 1729/1987, που αντιμετωπίζει τις διάφορες περιπτώσεις παραβατικότητας περί τα ναρκωτικά με προέχον στοιχείο αυτό της εμπορίας, δεν περιλαμβάνει η διάταξη του άρθρου 12 του Ν.1729/1987, γεγονός το οποίο υποδηλώνει τη βούληση του νομοθέτη να μην καταλαμβάνει η επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 8 του Ν.1729/1987 της υποτροπής, τον παραβάτη της διατάξεως του άρθρου 12 παρ.1 του αυτού νομοθετήματος. Διαφορετική ερμηνεία θα οδηγούσε σε ανεπιεική αποτελέσματα, ακόμη και για τον περιστασιακό δράστη, ο οποίος θα αντιμετώπιζε τον κίνδυνο να θεωρηθεί υπότροπος σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 του Ν.1729/1987, εφόσον στο χρόνο που θέτει η διάταξη αυτή, της τελευταίας πενταετίας, καταδικαστεί εκ νέου σε βαθμό πλημμελήματος για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που επιτρεπτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Κρήτης που την εξέδωσε, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανεξέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, που την στήριξε στα αναφερόμενα κατ’ είδος αποδεικτικά μέσα ( μάρτυρες κατηγορίας και υπερασπίσεως, έγγραφα, απολογία του κατηγορούμενου), τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: “Κατά τις 14-5-2004, στο χώρο της ……. Κρήτης, στη λεωφόρο …….., στον ………. Ηρακλείου, αστυνομικοί του Τμήματος Δίωξης Ναρκωτικών Ηρακλείου, μεταξύ των οποίων και ο μάρτυρας Ζ1, αφού με προηγούμενη παρακολούθηση από απόσταση είχαν επαληθεύσει υπηρεσιακές πληροφορίες τους για είσοδο των κατηγορουμένων στο χώρο του …….. Κρήτης (χωρίς να έχουν φοιτητική ιδιότητα ή άλλη έννομη σχέση), αλλά για διακίνηση ναρκωτικών στους φοιτητές, έθεσαν και πάλι το συγκεκριμένο χώρο σε στενότερη παρακολούθηση. Περί την 14.00 ώρα της 14-5-2004, εισήλθαν το χώρο του ……… οι κατηγορούμενοι μαζί με τον ανήλικο ………, ο οποίος εκινείτο πεζός και πωλούσε ναρκωτικά σε φοιτητές, ενώ το ίδιο έπρατταν και οι λοιποί κατηγορούμενοι. Συγκεκριμένα ο τελευταίος κατ/νος χ3 επέβαινε στο υπ’ αρ ……… ΙΧΕ αυτοκίνητο του δεύτερου κατηγορουμένου Χ1, μαζί με τον τελευταίο και παίρνοντας μικρές ποσότητες από φυλασσόμενες εντός του αυτοκινήτου από αμφοτέρους μεγαλύτερη ποσότητα ινδικής κάνναβης μετέβαινε πεζός προς αναζήτηση αγοραστών, φοιτητών και φοιτητριών, τους πωλούσε τη ναρκωτική ουσία και επανερχόμενος επαναλάμβανε τις προμήθειες και πωλήσεις, ενώ ο δεύτερος κατηγορούμενος παρέμενε στο αυτοκίνητό του και φύλασσε τα ναρκωτικά. Για μετακινήσεις του σε μακρινότερες αποστάσεις μέσα στο χώρο του ……, προς αναζήτηση αγοραστών των ναρκωτικών του, ο κατηγορούμενος Χ3 χρησιμοποιούσε το αυτοκίνητο του πρώτου κατηγορουμένου Χ2, από κοινού με αυτόν και λάμβανε ποσότητες ινδικής κάνναβης προς πώληση και από τις εντός αυτού του αυτοκινήτου υπάρχουσες, από τις οποίες επίσης πωλούσε με ανάλογο τρόπο σε φοιτητές και φοιτήτριες και ο πρώτος κατηγορούμενος Χ2. Όταν οι κατηγορούμενοι, μαζί με αγοραστές ναρκωτικών, βρέθηκαν σε παρακείμενο οικόπεδο (ελαιώνα), επενέβησαν οι αστυνομικοί και συνέλαβαν τους δυο πρώτους κατηγορουμένους, ενώ ο τελευταίος διέφυγε τη σύλληψη. Στο αυτοκίνητο του πρώτου κατηγορουμένου με αρ. κυκλ. …….. βρέθηκαν δυο ποσότητες ακατέργαστης ειδικής κάνναβης περιτυλιγμένες σε χαρτί, μικτού βάρους 12,3 γραμμαρίων, στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου και 9,4 γραμμάρια στην πόρτα του οδηγού αντίστοιχα και έξι ποσότητες ακατέργαστης ινδικής κάνναβης στο πατάκι της θέσης του οδηγού, μέσα σε μαύρο σακίδιο ώμου, έκαστη περιτυλιγμένη με χαρτί, μικτού βάρους 6 γραμμαρίων, 7 γραμμαρίων, 7,2 γραμμαρίων, 6,6 γραμμαρίων, 7,5 γραμμαρίων, 10,4 γραμμαρίων αντίστοιχα καθώς επίσης και μια νάιλον σακούλα η οποία περιείχε είκοσι μία (21) ποσότητες ακατέργαστης ινδικής κάνναβης βάρους 6,7 γραμμαρίων, 10,2 γραμμαρίων, 9 γραμμαρίων, 7 γραμμαρίων, 11,4 γραμμαρίων, 7,5 γραμμαρίων, 9,9 γραμμαρίων, 8,1 γραμμαρίων, 7,4 γραμμαρίων, 8,3 γραμμαρίων, 9 γραμμαρίων, 8, 9 γραμμαρίων, 10, 2 γραμμαρίων, 9, 6 γραμμαρίων, 7,7 γραμμαρίων, 8, 3 γραμμαρίων, 7, 4 γραμμαρίων, 8 γραμμαρίων, 9,7 γραμμαρίων, 7,3 γραμμαρίων, 6,9 γραμμαρίων αντίστοιχα, την οποία ο κατηγορούμενος Χ2, μόλις αντιλήφθηκε την παρουσία των αστυνομικών της Υπηρεσίας Δίωξης Ναρκωτικών, απέρριψε έξω από το αυτοκίνητο, όπως επίσης και οκτώ ποσότητες ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, περιτυλιγμένες σε χαρτί, μικτού βάρους, 7,3 γραμμαρίων, 8,5 γραμμαρίων, 9,9 γραμμαρίων, 6,5 γραμμαρίων, 9,6 γραμμαρίων, 7,3 γραμμαρίων, 7,6 γραμμαρίων, 7,8 γραμμαρίων αντίστοιχα, τις οποίες ο κατηγορούμενος Χ2, καθώς και οι συνεργοί του ανήλικοι ………. και ………….., μόλις αντιλήφθηκαν την παρουσία των αστυνομικών της Υπηρεσίας Δίωξης Ναρκωτικών, απέρριψαν ομοίως έξω από το αυτοκίνητο. Επίσης στο αυτοκίνητο του δεύτερου κατηγορουμένου Χ1 είχαν απομείνει και βρέθηκαν 32,2 γρ. ινδικής κάνναβης στη θέση του συνοδηγού, 12,5 γρ. ινδικής κάνναβης στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου και άλλη μικρή ποσότητα στη θέση του οδηγού. Σε έρευνα στην οικία του τρίτου κατηγορουμένου Χ3 βρέθηκαν 1,4 γρ. ινδικής κάνναβης και μια ζυγαριά ακριβείας, όπως και σύνεργα κοπής και χρήσης κοκαΐνης με υπολείμματά της σε ένα φιαλίδιο. Ήτοι η συνολική ποσότητα ναρκωτικών (διανεμημένη σε μικροποσότητες) που βρέθηκε στην κατοχή των κατηγορουμένων και κατασχέθηκε ήταν 388,3 γρ. ινδικής κάνναβης και ανήκε στην συγκατοχή όλων των κατηγορουμένων, οι οποίοι, με κοινή συνεννόηση και για κοινό παράνομο όφελος, την προόριζαν για πώληση στο χώρο του …… Ηρακλείου, όπως προηγουμένως είχαν πωλήσει άλλες ποσότητες ινδικής κάνναβης, που αποτέλεσαν την αιτία της αποκάλυψης και σύλληψης τους. Όλα τα ανωτέρω περιστατικά προκύπτουν ειδικότερα από τη στηριζόμενη σε άμεση αντίληψη ένορκη κατάθεση του μάρτυρα αστυνομικού Ζ1, σε συνδυασμό με τα ευρήματα (ναρκωτικά και λοιπά μέσα τέλεσης της εμπορίας ναρκωτικών) που περιγράφονται στις εκθέσεις κατασχέσεως. Ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου Χ2 ότι λόγω της τοξικομανίας του είχε μειωθεί ουσιωδώς η ικανότητά του να αντιληφθεί το άδικο των πράξεων του και να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψη του για το άδικο αυτό (άρθρο 36 Π.Κ.), είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον η τοξικομανία του (την οποία δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο) προέκυψε από τη χρήση της ινδικής κάνναβης και εν μέρει ηρωίνης και δεν επηρέαζε σε σημαντικό βαθμό την ικανότητά του προς καταλογισμό, ούτε προκύπτει κάποια σχετική, ασφαλής ένδειξη από την ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη. Επίσης απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος είναι και ο αυτοτελής ισχυρισμός του δεύτερου κατηγορουμένου Χ1, ότι προόριζε τα ναρκωτικά που ήταν στο αυτοκίνητό του για ιδία αποκλειστική χρήση (άρθρο 12 παρ. 1 ν. 1729/1987), καθόσον ενώπιον των αστυνομικών ο συγκατηγορούμενός του Χ3 έπαιρνε ναρκωτικά από το αυτοκίνητο αυτού (δεύτερου κατηγορούμενου) εν γνώσει του και τα πωλούσε σε φοιτητές και φοιτήτριες, παρεκτός του ότι ακόμα και εκείνες οι ποσότητες που εναπέμειναν στο αυτοκίνητο (τρεις τουλάχιστον συσκευασίες βάρους άνω των 40 γρ) δεν δικαιολογούνταν για αποκλειστική χρήση του δεύτερου κατηγορούμενου στο συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, αλλά είχαν αυτές προορισμό να πωληθούν, σύμφωνα με το κοινό σχέδιο όλων των κατηγορουμένων και για κοινό όφελος τούτων”. Ακολούθως, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο, εκτός των άλλων, τον Χ1, για τις αξιόποινες πράξεις της αγοράς, κατοχής από κοινού και της πώλησης κατ’ εξακολούθηση ναρκωτικών ουσιών,( άρθρα 4 παρ. 1,3 ΠΙΝ. Α6 και 5 παρ.1 εδ. β, ζ, Ν. 1729/1987, όπως το άρθρο 5 αντικ. με το άρθρο 10 Ν.2161/1993) με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2δ του Π.Κ της ειλικρινούς μεταμέλειας, χωρίς τη συνδρομή όμως των επιβαρυντικών περιστάσεων του άρθρου 8 του Ν.1729/1987 (ήδη άρθρο 23 Ν.3459/2006), όπως δέχθηκε η πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου και ειδικότερα αυτής του υποτρόπου, παρά το γεγονός ότι ο καταδικασθείς κατηγορούμενος, εντός της τελευταίας πενταετίας είχε καταδικασθεί αμετάκλητα, σύμφωνα με την υπ’ αριθμό 398/24-10-2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κρήτης, για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών και συγκεκριμένα για παράβαση του άρθρου 12 παρ.1 του Ν.1729/1987.

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι δηλαδή δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου Χ1 οι επιβαρυντικές περιστάσεις του άρθρου 8 του Ν.1729/1987( ήδη άρθρο 23 του Ν.3459/2006) και μάλιστα του υποτρόπου, ορθώς το Δικαστήριο ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 8 του Ν.1729/1987 και ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ του Κ.Π.Δ, προβαλλόμενος μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η απόφαση αυτή για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι αβάσιμος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί, καθώς και η κρινόμενη αναίρεση στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12 Μαρτίου 2007 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Κρήτης, για αναίρεση της υπ’ αριθμό 20/29-1-2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, κατά το μέρος που αφορά την παραδοχή της μη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως, της υποτροπής, σε βάρος του κατηγορουμένου χ1. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Δεκεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ