ΟΜΙΛΙΑ ΠΡΟΕΔΡΟΥ Ε.Ε.Ε. ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΛΥΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ

 ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

 

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Ο Πρόεδρος και ο Γενικός Γραμματέας της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος προσκλήθηκαν και παραστάθηκαν στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής των Ελλήνων για το Πολυνομοσχέδιο. Σας ανακοινώνουμε τις θέσεις της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος όπως παρουσιάστηκαν από τον Πρόεδρο της Ενώσεως στη συνεδρίαση της ανωτέρω Επιτροπής την 16/5/2017.

Από τη διάταξη του άρθρου 63 παράγραφος 4 έχουμε τη γνώμη και ζητάμε τη διαγραφή του πρώτου εδαφίου της β΄ περιπτώσεως που απαγορεύει στον Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος και τους λοιπούς Εισαγγελείς να παραγγέλλουν στις Υπηρεσίες και το προσωπικό της Α.Α.Δ.Ε. τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης και να διαβιβάζουν με οποιαδήποτε διαδικασία εντολές και αιτήματα διενέργειας φορολογικών ελέγχων.

Η διάταξη αυτή είναι αντίθετη και ασυμβίβαστη με τις διατάξεις των άρθρων 31,33 και 34 του Κ.Ποιν.Δ. οι οποίες προβλέπουν τη διενέργεια προανάκρισης και προκαταρκτικής εξέτασης από τους ειδικούς και τους γενικούς προανακριτικούς υπαλλήλους πάντοτε υπό τη διεύθυνση και την εποπτεία του Εισαγγελέως.

Στην ίδια διάταξη προβλέπεται η εξάρτηση της εκδόσεως εισαγγελικής παραγγελίας από αίτημα της ελεγκτικής υπηρεσίας της Α.Α.Δ.Ε. προς τον Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος.

Η εξάρτηση αυτή συνιστά αντιδικονομική διαδικαστική πράξη και εξ αυτού του λόγου ανεπίτρεπτη δέσμευση του Εισαγγελικού Λειτουργού και αδιανόητο περιορισμό της εκ του Συντάγματος και του Νόμου αρμοδιότητος του.

Η διάταξη του άρθρου 64 του Σχεδίου Νόμου με τίτλο «γνωστοποίηση παραβάσεων φορολογικής και τελωνειακής νομοθεσίας από τις εισαγγελικές αρχές» πρέπει να διαγραφεί ενόψει του γεγονότος ότι αναγνωρίζει στην Α.Α.Δ.Ε. τη δυνατότητα να κρίνει αν είναι σκόπιμο να θέσει στο σύστημα ανάλυσης κινδύνου την εισαγγελική γνωστοποίηση και έτσι να καθιστά αυτήν άνευ αντικειμένου.

Η διευκρίνιση ότι «η γνωστοποίηση δεν επέχει θέση εισαγγελικής παραγγελίας» είναι περιττή και η προσθήκη της φράσεως «ούτε δεσμεύει την Α.Α.Δ.Ε. για τη διενέργεια ελέγχου» ενέχει για τη εισαγγελική αρχή ένα διακριτό παραγκωνισμό αφού η γνωστοποίηση γίνεται ύστερα από πιθανολόγηση παραβάσεως της φορολογικής και τελωνειακής νομοθεσίας και βασίζεται σε έγγραφα και λοιπά αποδεικτικά στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο Εισαγγελεύς.

Με τον τρόπο αυτό η Α.Α.Δ.Ε. αποκτά τη αρμοδιότητα να αξιολογεί και να κρίνει τα στοιχεία που έχει συλλέξει ο Εισαγγελέας.

Είναι, επίσης αντιφατική και ανακόλουθη η απαγόρευση γνωστοποίησης υπό την προϋπόθεση ότι η έρευνα για την τέλεση ποινικού αδικήματος δυσχεραίνεται ουσιωδώς διότι οι έρευνες αυτές, κατά τις διατάξεις του Κ.Ποιν.Δ., διεξάγονται υπό την διεύθυνση και τον έλεγχο του Εισαγγελέως.

Για την Ε.Ε.Ε. η διάταξη αυτή του άρθρου 64 ουδεμία υπηρετεί αποτελεσματικότητα της Α.Α.Δ.Ε.  στον τομέα της έρευνας τελέσεως αξιοποίνων πράξεων αντιθέτως δημιουργεί ρωγμές στη λειτουργική ανεξαρτησία της Εισαγγελικής αρχής.

Ως προς τη διάταξη του άρθρου 65 η Ε.Ε.Ε. έχει εκφράσει την  έντονη αντίθεσή της με το σκεπτικό ότι η εξάρτηση της ποινικής δίωξης εκ της υποβολής «αιτήσεως αρχής» και στη συγκεκριμένη περίπτωση από τη αίτηση του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης δεν προσήκει σε εκείνες τις περιπτώσεις για τις οποίες η δίωξη άπτεται, οπωσδήποτε, του γενικότερου δημοσίου συμφέροντος.

Η διάταξη αυτή καταλύει ευθέως την εισαγγελική ανεξαρτησία και συνιστά λανθάνουσα υπονόμευση του εισαγγελικού έργου.

Η σύσταση Επιτροπής, στη συνέχεια της διατάξεως μας βρίσκει, εν μέρει, σύμφωνους.

Ωστόσο δεν διευκρινίζεται ποια είναι η φύση του αιτήματος προς τον εκπρόσωπο της Τράπεζας της Ελλάδος για τη σύνταξη ειδικής και εμπεριστατωμένης γνώμης όταν αυτό υποβάλλεται από Επιτροπή αποτελούμενη από ανώτατο δικαστικό και ανώτατους εισαγγελικούς λειτουργούς γεγονός που καθιστά την Επιτροπή ανενεργή αφού modus operandi της λειτουργίας της καθιστά η υποβολή αιτήματος.

Αν όμως, παρά ταύτα, αποφασίσετε τη σύσταση της Επιτροπής, πρέπει η ιδιότητα του μέλους να συμβαδίζει με την πλήρη και αποκλειστική απασχόληση των συμμετεχόντων σε αυτήν, υπηρεσιακή κατάσταση που επιβάλλει την αύξηση των οργανικών θέσεων των Αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου και μάλιστα με παρόν Σχέδιο Νόμου κατά δυο(2).

Διότι παράλληλη άσκηση των καθηκόντων Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου ως μέλους της Επιτροπής και των κυρίων δικαστικών καθηκόντων είναι εκτέλεση υπηρεσίας που υπερβαίνει τα όρια της ανθρώπινης φύσης ενόψει του ότι η σύνταξη ενός ειδικά εμπεριστατωμένου και αιτιολογημένου πορίσματος απαιτεί κόπο και χρόνο που δεν απομένει όταν ασκούνται και τα κύρια δικαστικά καθήκοντα.

Τέλος σχετικά με το άρθρο 71 που προβλέπει τη κατάργηση του Ζ΄ Ψηφίσματος  από 1/1/2017 ζητάμε την εφαρμογή της διατάξεως αυτής από 1/6/2017.