Ομιλία Προέδρου κ.Μπάγια στην 25η Τακτική Γενική Συνέλευση

                                   -1-

 ΟΜΙΛΙΑ

 Του Προέδρου της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος Σωτηρίου Μπάγια, Αντεισαγγελέα Εφετών, στην 25η Γενική Συνέλευση της Ενώσεως Εισαγγελέων Ελλάδος.

Αθήνα,29-11-2009

       Χαιρετισμοί – Προσφωνήσεις επισήμων.

  Κυρίες και κύριοι,

 Εισαγωγή: Το εισαγωγικό – εναρκτήριο μέρος της Γενικής Συνελεύσεως της Ένωσής μας έχει, εδώ και χρόνια, καθιερωθεί ως ένα έγκυρο και επίσημο «forum», στο οποίο όλοι οι συναρμόδιοι φορείς για τη δικαιοσύνη (υπουργός Δικαιοσύνης, επικεφαλής δικαστηρίων και εισαγγελιών, δικαστικές ενώσεις, δικηγορικοί σύλλογοι, εκπρόσωποι των δικαστικών υπαλλήλων και άλλοι συναφείς φορείς) εκθέτουν δημόσια τις απόψεις τους για την κατάσταση που επικρατεί στο χώρο της δικαιοσύνης και καταθέτουν τις προτάσεις τους. Από την πλευρά μας σταθερή βασική επιλογή μας αποτελεί η περιγραφή των προβλημάτων σε όλο τους το μέγεθος με ακρίβεια και χωρίς εξωραϊσμούς, ακόμα και όταν αυτά αφορούν στην εσωτερική λειτουργία της δικαιοσύνης. Θα έλεγα ιδίως όταν αφορούν στην εσωτερική λειτουργία της δικαιοσύνης.

                                         -2-

                 Κυρίες και κύριοι, θεωρώ ότι όλοι μπορούμε να συμφωνήσουμε ότι η κατάσταση που επικρατεί στη λειτουργία της δικαιοσύνης στη χώρα μας κάθε άλλο παρά ευχάριστη μπορεί να χαρακτηρισθεί και ασφαλώς κανένας από εμάς δεν μπορεί να αισθάνεται ευτυχής ή υπερήφανος για την κατάσταση αυτή.

                 ΤΑ ΒΑΣΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ που συνθέτουν το όλο πρόβλημα της ελληνικής δικαιοσύνης συνοψίζονται στα εξής:

                 Βραδύτητα απονομής: Αποτελεί το διαχρονικά πρωταρχικό πρόβλημα της ποινικής δικαιοσύνης. Αρκεί να αναφέρει κανείς ότι αμετάκλητη απόφαση για τα πλημμελήματα εκδίδεται κατά μέσο όρο μετά από πέντε έως έξι χρόνια από την τέλεσή τους και για τα κακουργήματα από δέκα έως δώδεκα χρόνια. Τα αίτια που προκαλούν το δυσμενές αυτό φαινόμενο είναι τα ακόλουθα;

 Πολυνομία – άκρατη ποινικοποίηση των παραβατικών κοινωνικών συμπεριφορών: Είμαστε μακράν η πρώτη χώρα στην Ευρώπη σε αριθμό ποινικών αδικημάτων από νομοθετική άποψη. Η εξήγηση ανάγεται κυρίως στην αδυναμία της δημόσιας διοίκησης να εφαρμόσει αυτοτελώς τις νομοθετικές προβλέψεις, αλλά – ως ένα βαθμό – και στη φιλοδικία που διακρίνει τον έλληνα πολίτη. Συνέπεια του φαινομένου αυτού αποτελεί η σώρευση εξαιρετικά μεγάλου όγκου ποινικών υποθέσεων που είναι πραγματικά αδύνατο να αντιμετωπισθεί από τον υπάρχοντα αριθμό δικαστικών λειτουργών κα υπαλλήλων και μάλιστα με τις υφιστάμενες ανεπαρκέστατες υλικοτεχνικές υποδομές. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών ο αριθμός των μηνύσεων για το έτος 2009 αναμένεται μετά βεβαιότητος να ξεπεράσει τις 300.000, ενώ ανάλογη είναι η                         κατάσταση και στις Εισαγγελίες Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης (πάνω

                                          -3-

από 80.000 μηνύσεις) και Πειραιά (πάνω από 30.000 μηνύσεις). Συνολικά ο αριθμός των μηνύσεων (και των αντίστοιχων ποινικών υποθέσεων) σε ολόκληρη τη χώρα για το έτος 2009 αναμένεται με βεβαιότητα ότι θα ξεπεράσει τις 750.000. Το χειρότερο ίσως είναι ότι μέσα στον «ορυμαγδό» αυτόν των εκατοντάδων χιλιάδων ποινικών υποθέσεων, υποβαθμίζονται («χάνονται») και οι αληθινά σημαντικές και σπουδαίες υποθέσεις, που – σύμφωνα με παλαιότερη έρευνα της Ένωσής μας – δεν ξεπερνούν σε ποσοστό το 8% του συνολικού αριθμού των ποινικών υποθέσεων. Δηλαδή οι αληθινά αξιόλογες ποινικές υποθέσεις δεν ξεπερνούν τις 60.000 κατ’ έτος και οι υπόλοιπες, 700.000 περίπου, αφορούν ήσσονος σημασίας αδικήματα.   Η πρότασή μας παραμένει σταθερή και αμετακίνητη : Απαιτείται ευρείας έκτασης αποποινικοποίηση των ήσσονος σημασίας ποινικών αδικημάτων και αντικατάσταση, στις περιπτώσεις αυτές, των ποινών από διοικητικές κυρώσεις.

  1. Εξαιρετικά γραφειοκρατική δικονομία: Η ποινική δικαιοσύνη στη χώρα μας απονέμεται με ένα νομοθέτημα (τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας), που θεσπίστηκε το 1950, προφανώς για να ανταποκριθεί στις ανάγκες της εποχής εκείνης. Παρά τις κατά καιρούς τροποποιήσεις του (επιτυχείς ή ανεπιτυχείς) είναι προφανές ότι απαιτείται η ριζική μεταρρύθμισή του. Για την ακρίβεια απαιτείται η αντικατάστασή του από ένα νέο κώδικα που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας. Για εμάς την Ένωση Εισαγγελέων Ελλάδος, κεντρική πρόταση αποτελεί το αξίωμα (που ισχύει σε όλες σχεδόν τις δικαιικά αναπτυγμένες χώρες) «ο εισαγγελέας αποφασίζει ποιος θα καταστεί κατηγορούμενος και ο δικαστής αποφασίζει αν ο

                                         -4-

κατηγορούμενος είναι αθώος ή ένοχος». Προς το παρόν, ως άμεσο μέτρο, προτείνουμε στις υποθέσεις που απαιτείται η έκδοση παραπεμπτικού βουλεύματος, το βούλευμα να είναι ένα (είτε του συμβουλίου πλημμελειοδικών είτε του συμβουλίου εφετών), χωρίς δυνατότητα άσκησης αναίρεσης.

  1. Έλλειψη στη δικαιοσύνη αυτοτελών ελεγκτικών – ανακριτικών μηχανισμών, τουλάχιστον για τις μείζονος σημασίας ποινικές υποθέσεις: Έχει καταστεί πλέον αδήριτη η ανάγκη ίδρυσης και λειτουργίας δικαστικής αστυνομίας, αρχικά στις μεγάλες εισαγγελίες της χώρας και στη συνέχεια και στις υπόλοιπες. Για το ζήτημα αυτό η Ένωσή μας έχει καταθέσει επανειλημμένα αναλυτικές προτάσεις.
  1. Αναβολές εκδίκασης των υποθέσεων στα ακροατήρια των ποινικών δικαστηρίων: Από μία πρώτη έρευνα του ζητήματος, προέκυψε ότι ο αριθμός των αναβολών στις σημαντικές υποθέσεις (ιδίως αυτές που υπάρχει σφοδρή αντιδικία) ανέρχεται, κατά μέσο όρο, σε τέσσερις στον πρώτο βαθμό και σε πέντε στον δεύτερο. Για το θέμα αυτό η Ένωσή μας επεξεργάζεται ήδη μια συγκεκριμένη πρόταση με κεντρική ιδέα τον ορισμό του ίδιου προεδρεύοντα (που κληρώθηκε στην αρχική εκδίκαση) σε κάθε μετ’ αναβολή συζήτηση. Θεωρούμε ότι μερίδιο ευθύνης για το φαινόμενο του υπερβολικά μεγάλου αριθμού αναβολών έχουν και ορισμένοι από τους δικηγόρους, οι οποίοι έχουν εξαιρετικά μεγάλο αριθμό υποθέσεων που υπερασπίζονται, με συνέπεια να είναι αδύνατη η καθημερινή παράστασή τους σε δύο ή περισσότερα δικαστήρια ταυτόχρονα.
  1. Διαχρονική απάθεια και αδιαφορία των εκάστοτε κυβερνήσεων να λάβουν έγκαιρα και αποτελεσματικά μέτρα:

                                         -5-

Βασική αιτία της απάθειας αυτής αποτελεί το γεγονός ότι η όλη κατάσταση δεν επάγεται ουσιώδες πολιτικό (ή για να ακριβολογούμε κομματικό) κόστος για την εκάστοτε κυβέρνηση. Οι πολίτες που ταλαιπωρούνται καθημερινά, βιώνοντας τη θλιβερή πραγματικότητα, στρέφουν και εκτονώνουν τη δίκαιη αγανάκτηση και οργή τους σε βάρος των δικαστικών λειτουργών και των δικαστικών υπαλλήλων, καθώς και – σε ορισμένες περιπτώσεις – σε βάρος των δικηγόρων. Σπάνια ο πολίτης ανατρέχει σε κυβερνητικές ευθύνες για τις απαράδεκτες συνθήκες υπό τις οποίες αναζητεί το δίκιο του. Είναι γεγονός ότι υπήρξαν ορισμένοι υπουργοί Δικαιοσύνης που προσπάθησαν ειλικρινά και φιλότιμα να επιλύσουν το κεφαλαιώδες ζήτημα της βραδύτητας στην απονομή της δικαιοσύνης. Και εκείνοι όμως θεωρώ ότι υπέπεσαν σε ένα θεμελιώδες σφάλμα. Επιχείρησαν να δώσουν λύσεις με μέτρα περιστασιακά, χωρίς προγραμματισμό και με βραχυπρόθεσμο χρονικό ορίζοντα δύο ή το πολύ τριών ετών. Όμως, τα επιμέρους προβλήματα είναι συσσωρευμένα εδώ και δεκαετίες. Γι’ αυτό και απαιτείται μακροχρόνιος σχεδιασμός, με σταδιακή λήψη μέτρων και με συγκεκριμένους στόχους και προοπτικές. Απαιτείται ιδίως τα μέτρα να έχουν ριζοσπαστικό χαρακτήρα και να στηρίζονται σε διάθεση για τομές και ρήξεις. Αλλά βέβαια για όλα αυτά προεχόντως απαιτείται ισχυρή και αταλάντευτη πολιτική βούληση.

         Δυσμενείς συνέπειες: Η όλη κατάσταση που επικρατεί στην απονομή της δικαιοσύνης επάγεται δυσμενείς συνέπειες όχι μόνο για κάθε πολίτη μεμονωμένα, αλλά και για το σύνολο της κοινωνίας μας. Για την ίδια τη λειτουργία του κράτους συνολικά.

                                         -6-

Πρέπει επιτέλους να γίνει συνείδηση ότι δεν μπορούμε να μιλάμε για ανάπτυξη του κράτους με τη Δικαιοσύνη σ’ αυτή την κατάσταση. Η εύρυθμη λειτουργία της Δικαιοσύνης αποτελεί την βασική υποδομή για την ανάπτυξη κάθε σύγχρονου κράτους, όχι μόνο από άποψη κοινωνική ή πολιτιστική αλλά ακόμη και από στενά οικονομική. Είναι γεγονός, αναγνωρισμένο σε διεθνές οικονομικό επίπεδο, ότι ουσιώδης ανασχετικός παράγων για ξένες επενδύσεις στη χώρα μας αποτελεί η βραδύτητα στην απονομή της δικαιοσύνης, διότι πράγματι οποιαδήποτε δικαστική εμπλοκή – εξαιτίας της βραδύτητας στην έκδοση της σχετικής απόφασης – μπορεί να έχει καταστροφικές επιπτώσεις ακόμη και σε μια απολύτως υγιή οικονομική επένδυση. Παράλληλα, πρόδηλες είναι οι δυσμενείς συνέπειες και στη λειτουργία της ίδιας της δημοκρατίας μας, ιδιαίτερα όταν οι υποθέσεις που βραδυπορούν στην εκδίκασή τους έχουν και πολιτικές επιπτώσεις με πολλαπλές πολυδιάστατες συνέπειες. Δυσμενείς έως καταστρεπτικές για τους πολιτικούς που κατηγορούνται άδικα και αντίστοιχα ευμενείς γι’ αυτούς που όντως διέπραξαν κάποιο ποινικό αδίκημα. Έτσι δίκαια ως ένα βαθμό διαχέεται η αντίληψη στους πολίτες περί γενικευμένης ατιμωρησίας, με αποτέλεσμα τη διόγκωση της διαφθοράς στην εν γένει δημόσια διοίκηση. Ειδικά όμως για τα αδικήματα που αφορούν σε πολιτικά πρόσωπα, δεν είναι μόνο η βραδύτητα στην απονομή της δικαιοσύνης που ενισχύει την προαναφερθείσα αντίληψη. Η εξαιρετική νομοθετική μεταχείριση των πολιτικών προσώπων για ποινικά αδικήματα που ενδεχομένως διέπραξαν, ασφαλώς συμβάλλει στην ενίσχυση της περί ατιμωρησίας αντίληψης. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο υφιστάμενος νόμος «περί ευθύνης υπουργών» (Ν. 3126/03), στο

                                         -7-

πρόσφατο παρελθόν όντως δεν εφαρμόστηκε με ακρίβεια   και συνέπεια, είναι προφανές ότι ο νόμος αυτός είναι ανεπαρκής και εν πολλοίς άδικος, αφού άλλωστε αντίκειται στη θεμελιώδη επιταγή του άρθρου 4 § 1 του Συντάγματος ότι «όλοι οι Έλληνες πολίτες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου». Κατά συνέπεια απαιτείται ριζική μεταρρύθμιση του νομικού πλαισίου για την ποινική ευθύνη υπουργών, που όμως κατ’ ουσίαν μπορεί να επιτευχθεί στην επόμενη Συνταγματική Αναθεώρηση. Μέχρι τότε το νομοθετικό πλαίσιο δεν μπορεί να αλλάξει ουσιαστικά.

                Ωστόσο, η βραδύτητα στην απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί αιτία μόνον των προαναφερθέντων φαινομένων και αντιλήψεων. Αποτελεί το κεφαλαιώδες αίτιο και για καταστάσεις για τις οποίες συνηθέστατα τα αίτια αναζητούνται άδικα στα πρόσωπα δικαστικών λειτουργών. Για παράδειγμα στις περιπτώσεις παραγραφής υποθέσεων, όχι σπάνια, αναζητούνται ευθύνες των δικαστικών λειτουργών που χειρίσθηκαν τις υποθέσεις αυτές. Μπορεί να υπάρχει τέτοια ευθύνη. Ασφαλώς όμως η παραγραφή κάποιας υποθέσεως – ακόμη και στο στάδιο της προδικασίας – δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην ευθύνη του δικαστικού λειτουργού που χειρίσθηκε την υπόθεση. Η άποψη, εξάλλου, ότι ο μεγάλος αριθμός προσωρινά κρατουμένων στις φυλακές της χώρας οφείλεται σε αυστηρότητα των αρμόδιων δικαστικών λειτουργών δεν είναι βάσιμη. Πράγματι, ο αριθμός των προσωρινά κρατουμένων είναι υπερβολικά μεγάλος. Αυτό όμως οφείλεται στο γεγονός ότι οι σχετικές υποθέσεις εκδικάζονται μετά από δώδεκα έως δεκαπέντε μήνες κατά μέσο όρο. Εάν ο χρόνος αυτός μπορούσε να μειωθεί στο μισό (έξι έως επτά μήνες) είναι προφανές ότι ο αριθμός των προσωρινά κρατουμένων θα είχε

                                         -8-

μειωθεί στο μισό. Κατά συνέπεια είναι προφανές ότι και το συγκεκριμένο φαινόμενο, του μεγάλου αριθμού προσωρινά κρατουμένων, έχει ως βασική αιτία του τη βραδύτητα των ρυθμών απονομής της ποινικής δικαιοσύνης.

                Έλλειμμα εμπιστοσύνης των πολιτών: Ένα εξαιρετικά δυσμενές αποτέλεσμα της απαράδεκτης βραδύτητας στην απονομή της δικαιοσύνης – ενδεχομένως το δυσμενέστερο αποτέλεσμα – αποτελεί το έλλειμμα εμπιστοσύνης των πολιτών έναντι του θεσμού. Οι πολίτες έχουν μειωμένο αίσθημα εμπιστοσύνης έναντι της δικαιοσύνης, όχι γιατί δεν πιστεύουν ότι θα βρουν το δίκιο τους, αλλά γιατί γνωρίζουν (και είναι αλήθεια) ότι θα το βρουν μετά από τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα (ετών) ώστε, το όποιο δίκιο τους θα έχει ατονήσει τόσο σημαντικά που σχεδόν θα έχει εξαλειφθεί. Το έλλειμμα αυτό εμπιστοσύνης επιτάθηκε τα τελευταία χρόνια ως συνέπεια της γνωστής ιστορίας του λεγόμενου «παραδικαστικού» και των δυσμενών επιπτώσεων που η ιστορία αυτή είχε για το κύρος και την αξιοπιστία του θεσμού της δικαιοσύνης και των δικαστικών λειτουργών. Αναμφίβολα η όλη διαδικασία αποτέλεσε και αποτελεί μια σημαντική προσπάθεια αυτοκάθαρσης και τιμωρίας επίορκων δικαστών και εισαγγελέων. Τα όσα όμως συνόδευσαν την προσπάθεια αυτή και ιδίως οι γενικεύσεις και οι απαράδεκτοι χαρακτηρισμοί για το σύνολο των δικαστικών λειτουργών (απότοκοι ανεπίτρεπτων διαρροών και φημών, που δυστυχώς στις περισσότερες περιπτώσεις εκπορεύτηκαν από το εσωτερικό της δικαιοσύνης) προξένησαν τεράστια βλάβη στο κύρος του θεσμού και στην αξιοπρέπεια των λειτουργών του. Θεωρώ ότι η βλάβη αυτή είναι εξαιρετικά δυσεπανόρθωτη και θα απαιτηθεί μεγάλη, μακροχρόνια και

                                        -9-

συνεπής προσπάθεια για την πλήρη αποκατάστασή της στο μέλλον. – Γεγονός πάντως είναι ότι το έλλειμμα εμπιστοσύνης προς τη Δικαιοσύνη δεν πρόκειται να καλυφθεί όσο παραμένει ο πρωταρχικός γενεσιουργός παράγοντας, δηλαδή η βραδύτητα στην εκδίκαση των υποθέσεων. Πέρα από τα μέτρα που προαναφέραμε (ευρείας έκτασης αποποινικοποίηση, απλούστευση των δικονομικών διαδικασιών, περιορισμός των αναβολών, λειτουργία δικαστικής αστυνομίας), είναι προφανές ότι απαιτούνται συγχρόνως και άλλα αυτονόητα εν πολλοίς μέτρα και συγκεκριμένα: * πλήρης μηχανοργάνωση των εισαγγελιών και δικαστηρίων και αξιοποίηση όλων των δυνατοτήτων που παρέχει η σύγχρονη τεχνολογία για τη διεκπεραίωση της δικαστικής ύλης, για την επικοινωνία και συνεργασία των δικαστικών αρχών της χώρας, για την ενημερότητα του αρχειακού υλικού και ιδιαίτερα του ποινικού μητρώου. * Κτιριακός εξωραϊσμός των δικαστικών καταστημάτων και ανέγερση νέων σύγχρονων δικαστικών κτιρίων, όπου απαιτείται, με στόχο την αξιοπρεπή στέγαση όλων των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας. * Σταδιακή αύξηση των θέσεων των δικαστικών λειτουργών σε ποσοστό 5% κατ’ έτος και συνολικά 25% στο τέλος του πενταετούς προγράμματος. * Καθιέρωση του θεσμού της εθελουσίας εξόδου σε μόνιμη βάση, ώστε ανά πενταετία να εξέρχονται του δικαστικού σώματος όσοι δικαστικοί λειτουργοί αδυνατούν να ασκήσουν τα καθήκοντά τους για λόγους ψυχικής ή σωματικής υγείας.

                Η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και των δικαστικών λειτουργών: Ασφαλώς όμως – πέρα και ανεξάρτητα από όλα

                                        -10-

όσα προαναφέρθηκαν – κεντρικό μέγεθος στη λειτουργία της Δικαιοσύνης αποτελούν οι ίδιοι οι δικαστικοί λειτουργοί. Οι δικαστές και οι εισαγγελείς της χώρας. Αυτοί που καλούνται τελικά – μέσα στις προαναφερθείσες συνθήκες νομοθεσίας και υποδομών – να απονείμουν τη δικαιοσύνη ή να συμβάλλουν στην απονομή της. Απαραίτητη προϋπόθεση για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης αποτελεί η διασφάλιση τόσο της «εξωτερικής» όσο και της «εσωτερικής» ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών.

                Σε θεσμικό επίπεδο υπάρχουν σαφή ελλείμματα. Και δεν αναφερόμαστε μόνο στο γεγονός της επιλογής των προέδρων των ανώτατων δικαστηρίων και του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου από την εκάστοτε κυβέρνηση. Η ανάθεση καθαρά διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς, παρά τη ρητή συνταγματική απαγόρευση, δεν δημιουργεί – αλήθεια – πρόδηλες   σχέσεις σύνδεσης και αλληλοεξάρτησης μεταξύ εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας; (Παραδείγματα: αποσπάσεις εισαγγελέων στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης, «αθλητικοί δικαστές» κ.λ.π). Ακόμη και η οικονομική εξάρτηση των δικαστηρίων και εισαγγελιών, για την αντιμετώπιση των λειτουργικών αναγκών τους από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, δεν επηρεάζει – ως ένα βαθμό – τη λειτουργική τους αυτοτέλεια και αυτονομία; Συναφές είναι και το ζήτημα των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών, που αντί να είναι σταθερά σύμφωνες με την οικεία συνταγματική επιταγή (άρθρο 88 § 2 του Σ.), επαφίενται στη βούληση της εκάστοτε Κυβέρνησης.

                Αλλά και στην εσωτερική λειτουργία της Δικαιοσύνης υπάρχουν, άραγε, όλες εκείνες οι απαραίτητες προϋποθέσεις και συνθήκες, ώστε ο μέσος εισαγγελέας και δικαστής να αισθάνεται

                                         -11-

ήρεμος, ήσυχος, νηφάλιος και απερίσπαστος; Ομιλούμε για το μέσο εισαγγελέα και δικαστή. Αυτόν που μοχθεί φιλότιμα – πολλές φορές με αυταπάρνηση – για να ανταποκριθεί με επάρκεια στα καθήκοντά του παρά τον τεράστιο φόρτο εργασίας. Αυτόν που εργάζεται καθημερινά, χωρίς, στις περισσότερες περιπτώσεις, να γνωρίζει τι σημαίνει ωράριο, τι σημαίνουν Κυριακές και αργίες. Ομιλούμε για τον δικαστικό λειτουργό που ασφαλώς δεν αποφεύγει τα λάθη, προσπαθεί όμως με κάθε τρόπο να τα αποφύγει. Αυτόν που δικαιούται – σε τελική ανάλυση – σε κάποιες περιόδους της πολυετούς λειτουργίας του ακόμη και να παρουσιάσει κάποια παροδική κάμψη στην υπηρεσιακή του απόδοση. Πόσο αληθινά ανεξάρτητος αισθάνεται ο δικαστικός αυτός λειτουργός; Όταν είναι έτοιμοι οι πάντες να του επιτεθούν στο παραμικρό σφάλμα του, ιδίως όταν η υπόθεση που χειρίζεται βλέπει το φως της δημοσιότητας. Πόσο ανεξάρτητος αισθάνεται ο δικαστικός λειτουργός, όταν η αναφορά οποιουδήποτε κακόπιστου ή ιδιόρρυθμου διαδίκου προκαλεί αυτόματα πειθαρχικό έλεγχο και καλείται για παροχή εξηγήσεων. Ιδίως όμως πόσο ήρεμος και νηφάλιος αισθάνεται ο δικαστικός λειτουργός όταν έχει μόνιμες αμφιβολίες και ανησυχίες για την υπηρεσιακή κατάσταση και εξέλιξή του, αφού οι σχετικές αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου δεν αιτιολογούνται, ούτε υπάρχουν μόνιμα, σταθερά και αντικειμενικά κριτήρια, με βάση τα οποία πραγματοποιούνται οι υπηρεσιακές μεταβολές (προαγωγές, μεταθέσεις, αποσπάσεις).

                Για τους λόγους αυτούς είναι προφανής η αναγκαιότητα καθιέρωσης σταθερών και αντικειμενικών κριτηρίων για κάθε υπηρεσιακή μεταβολή δικαστών και εισαγγελέων, καθώς και η

                                          -12-

ειδική αιτιολογία όλων των σχετικών αποφάσεων του Α.Δ.Σ – ιδιαίτερα αυτών που έχουν δυσμενείς επιπτώσεις για την υπηρεσιακή κατάσταση των δικαστικών λειτουργών. Για την εξάλειψη, εξάλλου, κάθε αμφισβήτησης ή υπόνοιας μεροληψίας για τον τρόπο χειρισμού των υποθέσεων εκείνων που εύλογα προκαλούν μείζον κοινωνικό και πολιτικό ενδιαφέρον, απαιτείται – το έχουμε προτείνει επανειλημμένα – η ανάθεση των υποθέσεων αυτών στους εισαγγελείς και ανακριτές των περιφερειών των δικαστηρίων Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιά να γίνεται κατόπιν κληρώσεως. Ειδικότερα στις εισαγγελίες η κλήρωση να γίνεται μεταξύ των εισαγγελέων που θα προεπιλέγονται στην έναρξη κάθε δικαστικού έτους σε αριθμό που θα αντιστοιχεί με το 1/3 των εισαγγελέων που θα υπηρετούν στις εισαγγελίες αυτές.

                Η κατάργηση, τέλος, του θεσμού του αυτοδιοίκητου των μεγάλων εισαγγελιών και δικαστηρίων της χώρας αποτέλεσε, έμμεσο μεν αλλά ουσιώδες πλήγμα στη λειτουργική ανεξαρτησία των εισαγγελέων και δικαστών. Δεν είναι δυνατόν οι λειτουργοί της Δικαιοσύνης που αποφαίνονται για την προσωπική ελευθερία, την περιουσία, την τιμή και την υπόληψη των πολιτών της χώρας, να θεωρούνται ανώριμοι να αυτοδιοικηθούν. Δεν μπορούμε να λέμε στους πολίτες ότι πρέπει να εμπιστεύονται τη Δικαιοσύνη και τους λειτουργούς της, όταν θεωρούμε τους τελευταίους ανίκανους να επιλέξουν αυτούς που διοικούν τα δικαστήρια και τις εισαγγελίες στις οποίες υπηρετούν.

                Ειδικά η ανεξαρτησία του εισαγγελέα: Ειδικότερα για τον εισαγγελέα είναι προφανές ότι η συνταγματική αναγωγή του σε ισόβιο δικαστικό λειτουργό, με ανεξαρτησία και αυτοτέλεια γνώμης και κρίσης, στην πράξη πλήττεται και προσβάλλεται με τρόπο

                                         -13-

βάναυσο πολλές φορές. Κύριο άλλοθι – ή πρόσχημα σε πολλές περιπτώσεις – αποτελεί η διάταξη περί ιεραρχικής εξάρτησης. Μια διάταξη που προφανώς είναι ασύμβατη με το συνταγματικά κατοχυρωμένο ρόλο που καλείται να επιτελέσει ο σύγχρονος εισαγγελέας (ανεξαρτήτως βαθμού) ως ισόβιος δικαστικός λειτουργός. Μια διάταξη αναχρονιστική, εμπνευσμένη από αντιλήψεις μακρινών καιρών, όταν ο εισαγγελέας ήταν κρατικός υπάλληλος και αποτελούσε το μακρύ χέρι της εκτελεστικής εξουσίας μέσα στη δικαιοσύνη. Τι σημαίνει αλήθεια το – όχι σπάνιο – γεγονός, που ακούγεται ή γράφεται (χωρίς να διαψεύδεται)   ότι ανώτερος κατά βαθμό εισαγγελέας ζήτησε να ενημερωθεί για κάποια εκκρεμή υπόθεση από τον εισαγγελέα που χειρίζεται τη συγκεκριμένη υπόθεση; Η θεμελιώδης διάταξη του άρθρου 19 § 3 που απαγορεύει αυστηρά κάθε συμβουλή, οδηγία ή προτροπή σε δικαστικό λειτουργό (και μάλιστα την αναγορεύει σε πειθαρχικό αδίκημα) δεν παραβιάζεται και μάλιστα με τρόπο θεαματικό; Αναμφισβήτητα λοιπόν η διάταξη αυτή περί ιεραρχικής εξάρτησης – παρότι υπό το φως των σύγχρονων νομικών εξελίξεων θα έπρεπε να νοείται ως καθαρά διοικητική – έχει επανειλημμένα παρερμηνευθεί ως εκτεινόμενη και σε θέματα δικαιοδοτικής κρίσεως, με τραυματικές επιπτώσεις για την αξιοπιστία και το κύρος του εισαγγελικού θεσμού, αλλά και τη λειτουργική ανεξαρτησία του (κάθε) εισαγγελέα. Πρωταρχική λοιπόν και άμεση είναι η αναγκαιότητα κατάργησης της συγκεκριμένης διάταξης.

                Επίλογος: Κυρίες και κύριοι, η περίοδος που διανύει στον παρόντα χρόνο η δικαιοσύνη της χώρας μας είναι «περίοδος

                                          -14-

νηνεμίας», υπό την έννοια ότι τα φώτα της δημοσιότητας δεν είναι αυστηρά προσηλωμένα στη λειτουργία της. Ίσως είναι η πιο κατάλληλη περίοδος για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την αποκατάσταση της εύρυθμης λειτουργίας της, της έγκαιρης απονομής της και την κατοχύρωση της πλήρους ανεξαρτησίας της. Με διάθεση για τομές και ρήξεις, με μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, με όραμα και προοπτική για το μέλλον.

                Κύριε Υπουργέ της Δικαιοσύνης, ακούσαμε με προσοχή τις πρόσφατες προγραμματικές σας εξαγγελίες. Στα κεντρικά σημεία των εξαγγελιών σας συμπίπτουμε και συμφωνούμε απόλυτα. Ιδιαίτερα στα μέτρα που θα θωρακίσουν την εσωτερική ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών και τη θεσμική ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, αλλά και θα συμβάλλουν ουσιαστικά στην έγκαιρη απονομή της. Επιτρέψτε μας όμως να αμφιβάλλουμε. Ακόμη και να είμαστε δύσπιστοι. Ανάλογες εξαγγελίες έχουμε ακούσει και κατά το παρελθόν. Όμως ελάχιστα έως καθόλου οι εξαγγελίες αυτές υλοποιήθηκαν. Δεν αμφισβητούμε τις καλές προθέσεις σας. Αμφιβάλλουμε για την υπέρβαση των εμποδίων που θα προβληθούν στην υλοποίηση των προθέσεων. Και τα εμπόδια αυτά – να το γνωρίζετε – θα είναι πολλά και ποικιλλόνυμα. Ενδεχομένως να προέρχονται και από το εσωτερικό της Δικαιοσύνης.

                Από την πλευρά μας δηλώνουμε εκ προοιμίου σύμμαχοι σε κάθε γενναία προσπάθεια για ουσιαστική αναβάθμιση της Δικαιοσύνης, αλλά και αυστηροί κριτές σε κάθε ενέργεια που θα αντιμετωπίζει τα προβλήματα – ως συνήθως – με τρόπο ευκαιριακό, αποσπασματικό και πρόχειρο.

                                        -15-

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Στα 25 χρόνια λειτουργίας της Ένωσής μας περάσαμε πολλές και δύσκολες περιόδους και περιστάσεις. Όλοι μαζί, συσπειρωμένοι, τις ξεπεράσαμε. ¶λλοτε με περισσότερη επιτυχία και άλλοτε με λιγότερη. Το πιο σημαντικό που πετύχαμε – μέσω της Ένωσής μας – θεωρώ το γεγονός ότι αναδείξαμε το ανθρώπινο και χειραφετημένο πρόσωπο του εισαγγελέα, όχι μόνο ως εγγυητή της έννομης τάξης, αλλά και ως θεματοφύλακα και υπερασπιστή των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών των πολιτών.

                Το όραμά μας για μια καλύτερη Δικαιοσύνη παραμένει διαχρονικά σταθερό. Για μια Δικαιοσύνη που θα απονέμεται έγκαιρα και αποτελεσματικά. Για μια Δικαιοσύνη θεσμικά και ουσιαστικά ανεξάρτητη. Για μια Δικαιοσύνη στην οποία οι εισαγγελείς και δικαστές της θα λειτουργούν απερίσπαστοι, με ηρεμία, ασφάλεια και αξιοπρέπεια στην υπηρεσία της κοινωνίας και των πολιτών της.

                Μέχρι τότε – κυρίες και κύριοι συνάδελφοι – δεν μπορούμε παρά να συνεχίσουμε να προσπαθούμε επίμονα για μια καλύτερη Δικαιοσύνη.. Να προσπαθούμε και να αντιστεκόμαστε.