Ομιλία Προέδρου Ε.Ε.Ε. στην 27η Γενική Συνέλευση της 6-11-2011

Ομιλία Προέδρου της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος κ. Παναγιώτη Μπρακουμάτσου  στην  Γενική  Συνέλευση  της  Ε.Ε.Ε.  την   6-11-2011

  1. Η σημερινή γενική συνέλευση της ΕΕΕ διεξάγεται ίσως στις πιο κρίσιμες στιγμές  που διέρχεται η ελληνική κοινωνία. Στιγμές όπου οι κοινωνικές δυναμικές που αναπτύσσονται και ανεξάρτητα από το αξιολογικό πρόσημο  που δίνεται σε αυτές ξεπερνούν τις παγιωμένες αντιλήψεις, όπως αυτές διαμορφώθηκαν από την πολιτική επιστήμη και  την καθ ημέρα κοινωνική πρακτική.

Ασφαλώς και δεν είναι του παρόντος  να αναλυθούν τα αίτια του φαινομένου αυτού, ωστόσο αν τα παραγνωρίσουμε ίσως απολέσουμε την ευκαιρία όχι μόνο της ερμηνείας αυτών , αλλά τη δυνατότητα να επαναπροσδιορίσουν οι θεσμοί τον ρόλο τους ασκώντας μια επώδυνη  και απαραίτητη αυτοκριτική. Μέχρι πρότινος είχαμε « την πολυτέλεια» να ομιλούμε για κρίση των θεσμών και των υφισταμένων αξιών. Δυστυχώς σήμερα είμαστε ένα βήμα πιο πέρα. Δεν είμαι σε θέση να το προσδιορίσω ούτε να το εννοιοδοτήσω. Είμαι βέβαιος όμως ότι το κοινωνικό status της ελληνικής κοινωνίας  έχει αλλάξει τα δομικά του χαρακτηριστικά  και θέτει σε δοκιμασία με αβέβαια αποτελέσματα , όχι μόνο τους θεσμούς και τα πρόσωπα που τους συγκροτούν, αλλά και την ίδια την κοινωνία των πολιτών , όσο ακόμη αυτή υφίσταται, και  έχει λάβει άλλα χαρακτηριστικά , που ουδείς δυστυχώς είναι ακόμη σε θέση να διακρίνει.

Σε αυτή την κρίσιμη και αβέβαιη συγκυρία πραγματοποιείται η Γενική μας Συνέλευση, η οποία εκτός του ότι αποτελεί εδώ και δεκαετίες  είναι ένα από τα πλέον επίσημα βήματα δημόσιου διαλόγου για τη δικαιοσύνη και  καλούνται οι αρμόδιοι θεσμικοί φορείς να τοποθετηθούν. ΄Ολοι μας εκφράζουμε την ελπίδα , ότι η επίσπευση της γενικής μας συνέλευσης θα συμβάλλει  στην αναζήτηση του βηματισμού μας σε ένα τόσο αβέβαιο τοπίο , αλλά και για μια ακόμη φορά θα αποτελέσει νηφάλια προσέγγιση των προβλημάτων , που ταλανίζουν την ποινική δικαιοσύνη δεκαετίες. Ασφαλώς και η γενική μας συνέλευση έχει συναίσθηση των κρίσιμων στιγμών.

  1. Παρόλο που αποτελεί επανάληψη  σε σημείο κοινοτυπίας οφείλουμε να ομολογήσουμε για μία ακόμη φορά, ότι η δικαιοσύνη εξακολουθεί να είναι  ο μεγάλος ασθενής κατά το μέρος που αφορά  κυρίως τη βραδύτητα της απονομής της και τα επακόλουθα του φαινομένου αυτού στην Ελληνική Κοινωνία τόσο ως προς την ουσία, όσο και ως προς τις εντυπώσεις.    Τα αίτια του φαινομένου αυτού είναι  διαχρονικά  και δομικά και δυστυχώς η εξάλειψή τους ή ο περιορισμός τους απαιτούν μελέτη αυτών με επιστημονική προσέγγιση ,  προκειμένου να προκύψουν λύσεις τόσο άμεσες , όσο και κυρίως σε βάθος . Ίσως η τελευταία επισήμανση να είναι κατά την άποψή μας και η ποιο σημαντική , αφού ένα ενδημικό φαινόμενο της κοινωνίας μας  είναι η επιδερμική προσέγγιση των προβλημάτων και η προσπάθεια επίλυσης αυτών χωρίς σύστημα και χρονική προοπτική.

Η παράθεση στατιστικών στοιχείων  στην ομιλία του προέδρου της ΕΕΕ είναι κουραστική και δεν συνεισφέρει οτιδήποτε νέο, αφού απευθύνεται σε ειδικό κοινό , το οποίο ως εκ της φύσεώς του  γνωρίζει. Ωστόσο κρίνουμε απαραίτητο να παραθέσουμε εντελώς ενδεικτικά ορισμένα στοιχεία. Το εισαγωγικό δικόγραφο για την κίνηση της ποινικής διαδικασίας είναι οι μηνύσεις . Στην εισαγγελία πρωτοδικών Αθηνών , που είναι η μεγαλύτερη εισαγγελίας της χώρα από απόψεως όγκου εργασίας,  λόγω του δημογραφικού πλεονάσματος, από το 2002 έως και σήμερα η αυξητική τάση στις εισαγαγώμενες υποθέσεις αγγίζει το ποσοστό του 70%( 198489  μηνύσεις το 2002 , 330000 αντίστοιχα σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της εισαγγελίας πρωτοδικών το 2011) Σημειωτέον ότι η χιονοστιβάδα αυτή  καλούνται να αντιμετωπίσουν 120 εισαγγελικοί λειτουργοί( μείον 3 αποσπάσεις και 4 λόγω αναρρωτικών αδειών) Στον όγκο αυτό προστίθενται και οι άλλης φύσεως εργασίες( εκτέλεση ποινών , προσδιορισμός, ακροάσεις, οικονομικοί εισαγγελείς κλπ) με αποτέλεσμα ο αριθμός των χειριζομένων τις δικογραφίες να μειώνεται δραματικά. Η ίδια εικόνα υπάρχει και στις άλλες εισαγγελίες στη χώρα, τηρουμένων των αναλογιών.

Στην εισαγγελία εφετών Αθηνών εισήχθησαν το 2010 : ΜΟΕ 225 υποθέσεις εκ των οποίων εκδικάσθηκαν 119( 52%).

Πενταμελές:2101 εκδικάσθηκαν1279( 60%).

Τριμελές Εφετείο κακουργημάτων: εισήχθησαν 5941 εκδικάσθηκαν 2861(48,15%).

Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων : εισήχθησαν 12140 εκδικάσθηκαν 9092(74,84%).

Η εικόνα αυτή είναι ανάγλυφη της παθογένειας της ποινικής δικαιοσύνης. Πίσω όμως από τα νούμερα αυτά αποκρύπτεται , ότι ο μέσος όρος επεξεργασίας υποθέσεων ανά εισαγγελικό λειτουργό είναι ο μεγαλύτερος στην Ευρώπη. Το χειρότερο όμως είναι , ότι καλλιεργείται ηθελημένα ή αθέλητα ο μύθος , ότι οι αναβολές των υποθέσεων αποτελούν  αποκλειστική ευθύνη των δικαστικών λειτουργών , οι οποίοι θέλουν να αποφύγουν την εκδίκαση υποθέσεων. Η αυτοκριτική πρέπει να υπάρχει και τουλάχιστον η ΕΕΕ ουδέποτε την αρνήθηκε. Ωστόσο από το φαινόμενο της ύπαρξης προσώπων που για υποκειμενικούς ή αντικειμενικούς λόγους αδυνατούν να ανταποκριθούν επαρκώς στα καθήκοντά τους  μέχρι την παθογένεια του ποινικού μας συστήματος ,που γεννά αυτές τις τερατογενέσεις ,υπάρχει μεγάλη απόσταση , την οποία για να τη διανύσει κάποιος χρειάζεται φαντασία και  έλλειψη κριτικού γνώσης  .

III. Επιπτώσεις.

Α) Η εικόνα της Χώρας στο εξωτερικό πλήττεται, αφού δίνεται η εντύπωση  ότι  οι δικαιικοί θεσμοί της  υπολειτουργούν.

Β) Ανασχετικό παράγοντα για τη συμμετοχή  ξένων παραγωγικών φορέων  στην οικονομική ανάπτυξη.

Γ) Η σημαντικότερη επίπτωση όμως  είναι το έλλειμμα εμπιστοσύνης των πολιτών στον θεσμό και η γενικευμένη αντίληψη περί ατιμωρησίας. Το κόστος αυτό δυστυχώς τις περισσότερες φορές το αναλαμβάνουν εξ ολοκλήρου οι δικαστικοί λειτουργοί, χωρίς ωστόσο να τους αναλογεί και  το μεγαλύτερο μερίδιο. Και τούτο είναι άδικο αφού στους παροικούντες στην Ιερουσαλήμ είναι γνωστές οι αντίξοες συνθήκες κάτω από τις οποίες εργάζονται, ο  μόχθος που καταβάλλουν και κυρίως το ψυχικό βάρος που φέρουν , όταν μάλιστα οι χειριζόμενες από αυτούς υποθέσεις έχουν ευρύτερο κοινωνικό αντίκτυπο.

Γ) ανάπτυξη εξωδικαιικών θεσμών ( ΜΜΕ κλπ) , οι οποίοι όχι μόνο θέτουν σε αμφισβήτηση την δικαιοσύνη ως θεσμό αλλά καταλύουν το τεκμήριο αθωότητας , αφού ελλείπουν οι δικονομικές και συνταγματικές εγγυήσεις.

  1. Αίτια.

Το σύστημα απονομής ποινικής δικαιοσύνης είναι υποσύστημα του ευρύτερου κοινωνικού συστήματος της δικαιοσύνης. Οι εισροές σε αυτό είναι δυσανάλογα μεγάλος τόσο  με τα έννομα αγαθά που πραγματικά πρέπει να τύχουν ποινικής προστασίας, όσο και με τις αντοχές και τις υποδομές του ίδιου του συστήματος. Αυτό δυστυχώς δεν έχει γίνει διαχρονικά δεκτό από τον νομοθέτη, ο οποίος  αντί να χρησιμοποιήσει άλλα μέσα για το ρυθμιστικό του ρόλο προβαίνει διαχρονικά στην εγκληματοποίηση κοινωνικών συμπεριφορών , που δεν περιέχουν ουσιαστικό άδικο με την ποινική σημασία του όρου. Ασφαλώς  σημαντικός είναι και ο ρόλος της νομολογίας των δικαστηρίων και ειδικότερα του ακυρωτικού, η οποία θα πρέπει κάποια στιγμή να αποτελέσει ανάχωμα στο φαινόμενο της ποινικοποίησης αστικών διαφορών.

΄Ελλειψη στο δικονομικό μας σύστημα θεσμών εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών( με το ν 3904/2010 υπήρξε καινοτομία με την εισαγωγή τέτοιων διαδικασιών σε ορισμένα εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας και της περιουσίας , αλλά θέλει χρόνο για να γίνει κτήμα όχι μόνο των πολιτών , αλλά και της ίδιας της νομικής κοινότητας).

Οι Κώδικες ( ΠΚ και ΚΠΔ) έχουν υποστεί από τη θέσπισή τους, κυρίως ο 2ος πλείστες τροποποιήσεις με αποτέλεσμα να έχει χαθεί η δογματική τους ενότητα, η οποία με τη σειρά της αποτελεί ανασχετικό παράγοντα για την εύρυθμη λειτουργία της ποινικής δικαιοσύνης( αναμένουμε με ενδιαφέρον τα νέα σχέδια που εκπονούνται από τις νομοπαρασκευαστικές επιτροπές, για τα οποία ασφαλώς  ελπίζουμε , ότι θα υπάρξει ουσιαστικός διάλογος και με επάρκεια χρόνου με την ευρύτερη νομική κοινότητα).

Τέλος δεν πρέπει να αγνοηθεί ως παράγοντας παθογένειας της ποινικής δικαιοσύνης  η έλλειψη κοινωνικής εμπιστοσύνης μεταξύ των πολιτών που συνεπάγεται την επίλυση των ανακυπτουσών διαφορών μεταξύ τους στα δικαστήρια.

Όπως επίσης  και η  χρόνια δυσλειτουργία της Δημόσιας διοίκησης και η εξ αυτής απορρέουσα αδυναμία του πολίτη να επιλύσει σοβαρά ζητήματα που ανακύπτουν από τις σχέσεις του με αυτή με αποτέλεσμα να καταφεύγει στα δικαστήρια.

  1. Προτάσεις

Η  ΕΕΕ διαχρονικά ήταν και είναι παρούσα στον διάλογο τόσο για θεσμικά ζητήματα , όσο και θέματα που αφορούν την ορθολογικότερη απονομή της ποινικής δικαιοσύνης. Κατά το παρελθόν τόσο το απώτερο , όσο και το πρόσφατο κατέθεσε τεκμηριωμένες και αναλυτικές προτάσεις , όχι δίκην διακηρύξεων , αλλά κειμένων αναλυτικών προιόν μελέτης και μακράς εμπειρίας. ΄Ηδη Η ΕΕΕ έχει καταθέσει στο Υπουργείο Δικαιοσύνης αναλυτικό υπόμνημα στα πλαίσια της επιτάχυνσης της ποινικής διαδικασίας , στο οποίο περιέχονται προτάσεις τόσο βραχυπρόθεσμες , όσο και μακροπρόθεσμες.

Συνοπτικά τις παρουσιάζουμε.

Α) ΄Αμεσες επεμβάσεις που θα αφορούν στον περιορισμό εισροών στο ποινικό σύστημα. Τούτο θα επιτευχθεί: 1) με την επανεξέταση όλου του φάσματος της ειδικής ποινικής νομοθεσίας  προκειμένου να παραμείνουν όσες διατάξεις περιέχουν ουσιαστικό άδικο και αποτελούν εγκλήματα με την στενή και αυστηρή έννοια του όρου.

2) Επίσπευση της ολοκλήρωσης των κωδίκων ΠΚ και ΚΠΔ με την ουσιαστική συμμετοχή στον διάλογο όλων των φορέων που κινούν την όλη ποινική διαδικασία.

3)Θέσπιση ουσιαστικών  κυρώσεων στους διαδίκους που ταλαιπωρούν την δικαιοσύνη με δικονομικώς απαράδεκτα και καταχρηστικά ένδικα μέσα και βοηθήματα.

4) Συγκρότηση και λειτουργία αυτοτελών προανακριτικών τμημάτων στις μεγάλες εισαγγελίες της χώρας ( ήδη έχουμε καταθέσει αναλυτικές προτάσεις βασιζόμενες στις αντίστοιχες των προϊσταμένων των Εισαγγελιών Πρωτοδικών Αθηνών και Θεσσαλονίκης).

5) ΄Αμεση λειτουργία ποινικών τμημάτων στα μεγάλα δικαστήρια της Χώρας έτσι ώστε οι δικαστές που δικάζουν ποινικές υποθέσεις να απασχολούνται αποκλειστικά  με αυτές.

6) Κάλυψη των κενών που δημιουργούντα σε δικαστικούς λειτουργούς και υπαλλήλους . Ο κανόνας 1/5 στη δικαιοσύνη αν εφαρμοσθεί θα έχει καταστροφικές συνέπειες.

Η έλλειψη αυτοκριτικής δεν ήταν χαρακτηριστικό της ένωσής μας .

Είναι αναγκαίο να αναμορφωθούν οι εσωτερικοί κανονισμοί λειτουργίας των εισαγγελιών λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί , οι οποίες είναι διαφορετικές από αυτές που υπήρχαν όταν πρωτοθεσπίσθηκαν. Ασφαλώς και απαιτείται μεγαλύτερη ευτολμία στην αρχειοθέτηση  υποθέσεων και αυτό είναι ευθύνη όλων μας. Η νομολογία  μας θα πρέπει να διακρίνει με μεγαλύτερη σαφήνεια τις υποθέσεις που έχουν αστικό χαρακτήρα και να αποφεύγει την ποινικοποίησή τους.

  1. Κριτική δικαστικών αποφάσεων

Στο δικαιοκρατικό πολίτευμα η δικαιοσύνη αποτελεί το βασικό θεσμό που εγγυάται την τήρηση τα νομιμότητας και την προστασία των πολιτών απέναντι στην καταχρηστική άσκηση οποιασδήποτε εξουσίας. Γι αυτό η δικαιοσύνη πρέπει να λειτουργεί ανεξάρτητα και ανεπηρέαστα για να ανταποκριθεί στον εγγυητικό της ρόλο. Ο δικαστής στη δικαιοδοτική του κρίση δεσμεύεται από το σύνταγμα και τους νόμους καθώς και με τους παραδεδεγμένους κανόνες διεθνούς δικαίου και τις επικυρωμένες διεθνείς συμβάσεις. Από την άλλη πλευρά στο δημοκρατικό μας πολίτευμα πηγή όλων των εξουσιών είναι ο λαός στο όνομα του οποίου ασκούνται όλες οι λειτουργίες. Κατά συνέπεια καμία εξουσία  δεν είναι ανέλεγκτη στην άσκησή της, αλλά υπόκειται στην κρίση του , η οποία πρέπει να εκφέρεται . Τέλος θεμελιώδη αρχή του δημοκρατικού πολιτεύματος αποτελεί η διάκριση των εξουσιών , κατά τρόπο που η εκτελεστική εξουσία δεν επιτρέπεται να επεμβαίνει και να επηρεάζει την απονομή της δικαιοσύνης, όπως και η δικαστική εξουσία δεν επιτρέπεται να αγνοεί τις συνταγματικές επιλογές της τελευταίας.

Με βάση τις παραπάνω αρχές η κριτική δικαστικών αποφάσεων επιτρέπεται εφόσον δεν συνιστά επέμβαση στο έργο συγκεκριμένου δικαστηρίου και δεν προσπαθεί να επηρεάσει το έργο . Η επιστημονική κριτική των δικαστικών αποφάσεων στα νομικά περιοδικά είναι απεριόριστα επιτρεπόμενη , σύμφωνα με το άρθρο 16 του Συντάγματος .

Η εκτός των πλαισίων αυτών κριτική  σχετικά με την ορθότητα των δικαστικών αποφάσεων δεν πρέπει να ασκείται όσο εκκρεμεί η υπόθεση , ιδίως όταν η κριτική αυτή γίνεται είτε από όργανο άλλης εξουσίας είτε από τον τύπο, διότι τότε αποτελεί απαράδεκτη επέμβαση στη δικαιοδοτική κρίση του δικαστηρίου και προσβάλλει την ανεξάρτητα κρίση του. Ίσως  εδώ πρέπει να τονίσουμε ότι η κριτική σε αυτό το χρονικό σημείο , όταν μάλιστα είναι και ιδιαίτερα επιλεκτική, εκτός του ότι δημιουργεί στερεότυπα στην κοινή γνώμη και εντέχνως εκθέτει τη δικαστική λειτουργία σε άστοχες και άδικες κριτικές , απειλεί ουσιαστικά και την εσωτερική ελευθερία του δικαστικού λειτουργού.  Ο τελευταίος όταν δικαιοδοτεί δεν λειτουργεί  όντας  υποχείριος  της κοινής γνώμης , όπως αυτή διαμορφώνεται συγκυριακά και κατόπιν της πίεσης των διαμορφωτών αυτής. Οφείλει να αφήσει εκτός του νου του και της συνείδησής του  τους όποιους επηρεασμούς επιχειρούνται να του ασκηθούν υπό το  βάρος και την πίεση  σκοπιμοτήτων και παρορμήσεων. Διαφορετικά η ελεύθερη συνείδησή του , η μοναδική εγγύηση για τον εγγυητικό του ρόλου θα έχει αλωθεί.

  1. Δικαστικός Λειτουργός και κοινωνία.

Οι δικαστικοί λειτουργοί της Χώρας αποτελούν  σώμα της ελληνικής κοινωνίας. Προέρχονται από αυτήν  και είναι ταγμένοι στην υπηρεσία της . Ο παλμός και η αγωνία της αντανακλώνται και σε αυτούς.. Στις σημερινές πρωτόγνωρες για την Πατρίδα μας οικονομικές συγκυρίες, όπου η αβεβαιότητα για το μέλλον διατρέχει όλα τα κοινωνικά στρώματα οι λειτουργοί της δικαιοσύνης δεν μπορούν να παραμείνουν ανεπηρέαστοι και θεατές.

Σε αυτή την δύσκολη καμπή για την Χώρα( για τα αίτια της οποίας δεν είναι επιτρεπτό λόγω της συνταγματικής μας θέσης  να λάβουμε θέση), όπου το οικονομικό status μεγάλου μέρους  της κοινωνίας δραματικά επανακαθορίζεται, οι λειτουργοί της δικαιοσύνης δεν είναι έξω από τον πυρήνα  της δοκιμασίας αυτής, αλλά αντίθετα είναι μεταξύ των πρωταγωνιστών. Ωστόσο είμαστε υποχρεωμένοι να διαλύσουμε ορισμένους μύθους που τείνουν να κυριαρχήσουν.

 1ος μύθος: Οι αποδοχές μας εν είναι προνομιακές και χαριστικές. Τούτο είναι απόλυτα αναληθές Είναι προιόν υλοποίησης συνταγματικής επιταγής και ερείζονται στην αρχή της νομιμότητας. Οι μειώσεις που υπέστησαν οι δικαστικοί λειτουργοί είναι συγκριτικά με όλες τους εργαζόμενους στο δημόσιο τομέα οι μεγαλύτερες , αφού αγγίζουν το 40% και είναι απόλυτα φυσικό να είμαστε αντίθετοι σε κάθε περαιτέρω μείωση. Τούτο σημαίνει, ότι έχουμε συμβάλει  όσο ελάχιστοι στη μείωση του δημοσιονομικού κόστους. Κάθε άλλη άποψη είναι τουλάχιστον ανακριβής.  ¨Αξίζει όμως να σημειωθεί ότι : α) Οι απολαβές μας είναι διαφανείς, υποκείμενες στον έλεγχο οιουδήποτε και δεν διανύουν διαδρομές από Ελλάδα στο εξωτερικό.

β) Η εισαγωγή μας στον κλάδο δεν ήταν προιόν αμέσων ή εμμέσων παρεμβάσεων, αλλά έγινε και γίνεται  με αυστηρά και αξιοκρατικά κριτήρια, που ουδείς έχει αμφισβητήσει.

2ος μύθος που καλλιεργείται είναι:  ότι οι δικαστικοί λειτουργοί ακούγονται ή διαμαρτύρονται, όταν θίγεται η οικονομική τους κατάσταση. Ουδέν ανακριβέστερο.

Η ΕΕΕ ( για την οποία έχω και την τιμή να ομιλώ) διαχρονικά με προσωπικό και υπηρεσιακό κόστος των εκπροσώπων της έλαβε θέσεις για μείζονα θεσμικά ζητήματα, που ουδεμία σχέση είχαν με οικονομικές διεκδικήσεις. Ως προς την τωρινή συγκυρία: ένα μεγάλο και θεσμικό ζήτημα που υφίσταται και για το οποίο δεν θα σταματήσουμε να εκδηλώνουμε την αντίθεσή μας είναι η    ένταξη των νέων συναδέλφων ( μετά την 1/1-2011) στο ΙΚΑ. Η στάση μας αυτή δεν σχέση έχει με οικονομικές διεκδικήσεις , αλλά έχει πρώτιστα θεσμικό  χαρακτήρα. Σε αυτή τη θέση δηλώνουμε, ότι  θα  παραμείνουμε σταθεροί  διεκδικώντας με κάθε νόμιμο μέσο  την άρση  της  άνισης αυτής  μεταχείρισης  σε σχέση με άλλους  δημόσιους λειτουργούς ή μη.

Τόσο για το εν λόγω ζήτημα , όσο και αυτό της ενδεχόμενης νέας μείωσης των αποδοχών μας  το ΔΣ της ΕΕΕ με την υπ. αριθμ. 85/17-10-2011 αποφάσισε να ζητήσει από τους συναδέλφους εισαγγελείς να συμμετάσχουν στις διακοπές συνεδριάσεων των δικαστηρίων (πλην αυτοφώρων, υποθέσεων με παραγραφή κλπ) μέχρι την ημέρα σύγκλησης της Γενικής Συνέλευσης την 6-11-2011 , δηλαδή σήμερα) η οποία ως το ανώτατο όργανο της ΕΕΕ θα αποφασίζει κυριαρχικά για το θέμα αυτό.

Οφείλω να δηλώσω τόσο εγώ , όσο και όλα τα μέλη του ΔΣ, ότι στηρίζουμε και θα στηρίξουμε τους συναδέλφους που συμμετείχαν σε αυτές με κάθε νόμιμο τρόπο. ΄Εχουμε καταστατική και ηθική υποχρέωση και να είναι βέβαιοι για αυτό.

             Επίλογος

Κες και Κοι, Κες και Κοι συνάδελφοι.

Η  Γενική συνέλευσή  μας  έχει επίγνωση των κρίσιμων στιγμών  που διέρχεται η ελληνική κοινωνία και της οποίας αποτελούμε   μέρος. Οι αποφάσεις της όμως , όποιο κι αν είναι το περιεχόμενό τους θα αποτελέσουν ένα πολλαπλό μήνυμα:  ΄Οτι χωρίς να παραμείνουμε θεατές στην οιαδήποτε μελλοντική προσπάθεια για θεσμική ή άλλη υποβάθμισή μας , θα συνεχίσουμε να είμαστε οι εγγυητές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του κράτους δικαίου . ΄Οτι σε κάθε περίπτωση δεν θα απολέσουμε την ψυχή μας , τον χαρακτήρα μας και τη θεσμική μας φύση , όπως αυτά διαμορφώθηκαν από τη στάση ζωής φωτισμένων συναδέλφων μας. Ότι σε κάθε περίπτωση ο καθρέπτης της συνείδησής μας θα δείχνει το δικαστικό λειτουργό  που πήραμε μαζί μας από την  εισαγωγή μας  και θα κρατήσουμε μέχρι το τέλος  της σταδιοδρομίας μας.