Απόψεις Συναδέλφων

ΜΗΠΩΣ ΗΓΓΙΚΕΝ Η ΩΡΑ  Κ Α Τ Α Ρ Γ Η Σ Η Σ  ΤΗΣ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΙΩΝ ;

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ Σ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ

Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών

      § 1. Εξ αφορμής της από 17 Ιουλίου 2019 επιστολής της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης, όπου γίνεται λόγος για «κατάργηση ή περιστολή της χρονοβόρας ενδιάμεσης διαδικασίας των συμβουλίων», η οποία «αποδεδειγμένα παρακωλύει την περαίωση των εκκρεμών υποθέσεων»,  και δια της επιστολής προτείνεται η «κατάργηση της ενδιάμεσης διαδικασίας των συμβουλίων για όλα τα αδικήματα αρμοδιότητας Εφετείου Κακουργημάτων», τίθεται και πάλι το ζήτημα του ποιος πρέπει να είναι ο κριτής των πορισμάτων της ανάκρισης και ποια η ακολουθούμενη γι’ αυτό διαδικασία, και, εν τέλει, αν μπορεί και αν πρέπει να καταργηθεί ή περισταλεί η ενδιάμεση διαδικασία.

       § 2. Πριν 70 τόσα χρόνια, ο Χρίστος Γιώτης, ο οποίος είχεν ασχοληθεί θεωρητικώς με τον θεσμό των δικαστικών συμβουλίων, έγραφεν, εν έτει 1948, ότι ο εν λόγω θεσμός ήταν «θεσμός ανάγκης». Υπονοούσε δε, ότι η ανάθεση στα συμβούλια της εκτίμησης του συλλεγέντος κατά την ανάκριση αποδεικτικού υλικού, προκειμένου βάσει αυτού να αποφασισθεί αν κάποιος πρέπει να εισαχθεί σε δίκη για ορισμένο έγκλημα, έγινε «ελλείψει άλλου καταλληλοτέρου» θεσμού. Διότι, πράγματι, ένα τέτοιο έργο δεν μπορούσε να ανατεθεί ούτε στον ίδιο τον ανακριτή, αφού αυτός ήταν ο διερευνών την υπόθεση και είχε σχηματίσει ήδη κατά την διάρκεια της ανάκρισης μία κάποια αντίληψη για τον κατηγορούμενο και την πράξη που του αποδιδόταν, ενώ έπρεπε ο αποφασίζων τα ανωτέρω να είναι εντελώς απροσωπόληπτο πρόσωπο.

       § 3. Ούτε βεβαίως, μπορούσε να ανατεθεί το ανωτέρω έργο στον εισαγγελέα, για τους ίδιους περίπου λόγους που ανεφέρθησαν για τον ανακριτή. Επειδή δηλαδή ήταν ο ως ασκήσας-κινήσας την ποινική δίωξη και ψυχολογικά τασσόταν με την ασκηθείσα ποινική δίωξη και προσπαθούσε να «διασώσει» αυτήν και την κατηγορία με την παραπομπή σε δίκη του κατηγορουμένου. Όμως, υποκρυπτόμενος, ήταν και άλλος λόγος. Να «τιθασευτεί» κάπως (όπως και στην Αιτιολογική Έκθεση του νέου ΚΠΔ/2019 αναγράφεται) ο εν πολλοίς κυρίαρχος της όλης προδικασίας εισαγγελέας. Διότι φοβόταν η Πολιτεία έναν εισαγγελέα με τόσο μεγάλη εξουσία και ο οποίος, μόνος και ως απόλυτος άρχων της προδικασίας, και θα ασκούσε την ποινική δίωξη και θα αποφάσιζε την παραπομπή. Σημείωνε ο Κων. Τσουκαλάς (στην περισπούδαστη Ερμηνεία του της Ποινικής Δικονομίας) αναφερόμενος σε γνώμες γερμανών νομομαθών, ότι θα έπρεπε να αντιταχθούμε εις μίαν «τοιαύτην εξουσίαν, καθ’ ήν είς και μόνος λειτουργός θα δύναται να φέρη εις το εδώλιον του κατηγορουμένου ον τινά θελήση». Έτσι (ιδού ο «θεσμός ανάγκης»!) ελλείψει άλλου καταλληλοτέρου προσώπου, ανετέθη στα δικαστικά συμβούλια το έργο της κρίσης περί της υπάρξεως επαρκών ενδείξεων για την παραπομπή σε δίκη του κατηγορουμένου.

       § 4. Όμως, η ανωτέρω, από πολύ παλιά (ήδη από την Ποινική Δικονομία του 1834) αλήθεια, δοθείσα λύση  προκάλεσε ζωηρές επικρίσεις και αμέσως παρατηρήθηκε ότι με αυτήν διαταράσσεται, αν δεν καταλύεται, το ισχύον κατηγορητικό σύστημα. Και τούτο επειδή επέρχεται μία σύγχυση στις ιδιότητες του δικαστή και του εισάγοντος επ’ ακροατηρίω την κατηγορία. Σύγχυση που προκαλείται από το γεγονός ότι δικαστής είναι ο κρίνων επ’ ακροατηρίω, και, ομοίως, δικαστές είναι αυτοί που παραπέμπουν επ’ ακροατηρίω! Και που δεν είναι άλλοι, οι τελευταίοι, παρά οι δικαστές του συμβουλίου! Τοιουτοτρόπως «προκαταλαμβάνονται» οι μέλλοντες να δικάσουν επ’ ακροατηρίω από την κρίση είτε των ιδίων είτε των παραπεμψάντων συναδέλφων τους δικαστών, ενώ «ο δικαστής ανερχόμενος επί της έδρας ίνα αποφανθή επί της κατηγορίας [πρέπει να είναι] πλήρως απροκατάληπτος» [Κων. Τσουκαλάς]. Σημείωνε δε εμφαντικά ο Καθηγητής Τσουκαλάς την δεινή σύγχυση μεταξύ των ως άνω ιδιοτήτων, στην περίπτωση που ο εισαγγελέας εισάγει απαλλακτική πρόταση στο συμβούλιο, και αυτό, παρά την ως άνω απαλλακτική πρόταση, διατάσει την παραπομπή. Τότε, «είναι πρόδηλον», έλεγεν, «ότι εμφανίζεται πλέον το δικαστήριον ως κατήγορος».

       § 5. Αναφερόμενος δε σε γερμανούς συγγραφείς, οι οποίοι ήδη από του έτους 1874 επί του ανωτέρω ζητήματος (της απαλλακτικής στο συμβούλιο πρότασης του εισααγγελέως) υποστήριζαν την μη καταδολίευση του κατηγορητικού συστήματος με το επιχείρημα, ότι δεν εγείρει το δικαστήριο στην ως άνω περίτωση την κατηγορία, «αλλ’ αποφασίζει περί της διατηρήσεως της ήδη παρά του κατηγόρου εγερθείσης τοιαύτης», έγραφε και δίδασκε ότι: «ταύτα όμως εισί λέξεις, διότι ενώ η έγερσις της δημοσίας κατηγορίας είναι τυπική πράξις […] ούτος δε [εισαγγελέας] δια της απαλλακτικής του προτάσεως αφίσταται ταύτης, την κατηγορίαν ουσία εγείρει και διαμορφώνει το  δ ι κ α σ τ ή ρ ι ο ν» (η αραιογραφή του Καθ. Τσουκαλά).

       § 6. Έτερος δε εκπρόσωπος της θεωρίας, έλεγεν ότι ο θεσμός των δικαστικών συμβουλίων «δεν κείται εντός της κυρίας αποστολής της δικαστικής εξουσίας». Και τούτο, διότι, έλεγεν ο Χρίστος Γιώτης, έργον της δικαστικής λειτουργίας «δεν είναι το προδικάζειν, αλλά το δικάζειν, δια τον κεφαλαιώδη λόγον, ότι το πρώτον ενδέχεται να επηρεάση επιβλαβώς το δεύτερον». Πράγματι, η κυρία αποστολή της δικαστικής εξουσίας (έτσι ακριβώς ο τίτλος Ε΄ Τμήματος του Συντ.) είναι η απονομή της δικαιοσύνης (άρ. 87§1 Συντ.) και κατά το άρ. 96§1 Συντ. στα τακτικά ποινικά δικαστήρια ανήκει ο «κολασμός των εγκλημάτων», και η επ’ ακροατηρίω σε δημόσια συνεδρίαση με όλες τις εγγυήσεις της δίκαιης δίκης κρίση περί της ενοχής ή μη του κατηγορουμένου για το φερόμενο υπ’ αυτού τελεσθέν έγκλημα. Ενώ με την άνω λύση, της ανάθεσης δηλαδή στο δικαστικό συμβούλιο της κρίσης επί των πορισμάτων της ανάκρισης, βρισκόμαστε μπροστά στο δικονομικό άτοπο οι δικαστές να αποφασίζουν αν πρέπει ο κατηγορούμενος να εισαχθεί-παραπεμφθεί σε δίκη και οι ίδιοι (αδιάφορο αν δεν είναι τα ίδια φυσικά πρόσωπα) να κρίνουν την ίδια πράξη του ιδίου κατηγορουμένου επ’ ακροατηρίω. Κατά τρόπο, ώστε να καταλύεται η θεμελιώδης δικονομική αρχή της διάκρισης μεταξύ εισαγελέως και δικαστή. «Πλήττεται το δόγμα δι’ ού απαγορεύεται η εν τω αυτώ προσώπω σύμπτωσις κατηγόρου και δικαστού» [: Χ. Γιώτης].

       § 7. Όμως, τα «δικονομικά δεινά» δεν σταματούν εδώ. Επισημαίνει, διδάσκοντας, ο Καθηγητής  Νικ. Ανδρουλάκης (εις το περιώνυμον σύγγραμά του ‘Θεμελιώδεις Έννοιες της Ποινικής Δίκης’) ότι το λεγόμενο παραπεμπτικό βούλευμα (το βούλευμα με το οποίο ο κατηγορούμενος παραπέμπεται στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για να διακστεί για την ορισμένη πράξη για την οποία άσκησε δίωξη ο εισαγγελέας) «περιβεβλημένο με το κύρος που έχει κάθε απόφαση ενός πολυμελούς δικαστηρίου που συγκροτείται από τακτικούς δικαστές, είναι ικανό κατεξοχήν να επηρεάσει το αμερόληπτο της τελικής κρίσης, κλονίζοντας την θέση του κατηγορουμένου».  Μάλιστα, η τρώση και ο κλονισμός της θέσης του κατηγορουμένου γίνεται, ως μη έδει, διττώς: τόσο με τον κλονισμό αυτής καθεαυτής της υπόληψής του, όσο, όμως, κυρίως «γιατί εισάγεται μ’ αυτό στο ακροατήριο βαρυνόμενος ήδη με το δυσμενές πρόκριμα ενός τακτικού δικαστηρίου» [:Νικ. Ανδρουλάκης].

       § 8. Βέβαια, από την άλλη μεριά, είναι η αλήθεια, όπως αναφερόταν και στο Διάγραμμα ΣχεδΚΠΔ/1932 και στην Αιτιολογική Έκθεση του καταργηθέντος την 1/7/2019 ΚΠΔ/1950, ότι «Ο θεσμός των δικαστικών συμβουλίων ελειτούργησε παρ’ ημίν ομαλώς και προέλαβε πολλάκις την εσπευσμένην εισαγωγήν ανυποστάτων κατηγοριών εις το ακροατήριον». Η ιδία όμως από 16/5/1950 Εισηγητική Έκθεση του Υπ.Δικαιοσύνης [Θ. Τσάτσου], με την οποία εισηγήθηκε προς την Βουλή το ΣχεδΚΠΔ/1950, αφού ανέφερε ότι «δια να αχθή εις το ακροατήριον κατηγορία τις είναι απαραίτητος η εγγύησις της δικαστικής αρχής», τόνιζε ότι «Δογματικαί όμως έρευναι και πρακτικαί ανάγκαι συνετέλεσαν εις τον βαθμιαίον περιορισμόν εν ταις ξέναις νομοθεσίαις του συστήματος της παραπομπής δια των δικαστικών συμβουλίων» και ότι αυτής της μεταβολής «ισχυρά υπήρξεν η επίδρασις […] και επί της ημετέρας νομοθεσίας». Έτσι, αμέσως έγινε αντιληπτό ότι με την «πολυτελή» διαδικασία των συμβουλίων επέρχεται βραδύτης στην περαίωση της προδικασίας, αν ληφθούν δε υπ’ όψιν και οι «αι δικονομικαί τεχνοτροπίαι των κατηγορουμένων», οι υποθέσεις οδηγούνται με μεγάλη καθυστέρηση στα ακροατήρια. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται: εξασθένηση ή και απώλεια των αποδεικτικών στοιχείων, μη γρήγορη ικανοποίηση του συμφέροντος της πολιτείας, μη αποκατάσταση της κοινωνικής ειρήνης κλπ.

       § 9. «Των αιτίων τούτων συνέπεια»  λέγει ο Χ. Γιώτης, «υπήρξεν η προς τα δικαστικά συμβούλια αντίδρασις […] και η προς την δι’ απ’ ευθείας κλήσεως του κατηγορουμένου εις το ακροατήριον στροφή», η οποία άρχισε από το έτος 1923, με το Ν.Δ. της 15 Δεκεμβρίου 1923. Το νομοθετικό τούτο διάταγμα, συνταχθέν από τον τότε ΓενΓραμΥπΔικαιοσύνης Χρ. Γιώτη «υπό την πίεσιν της εκ της πρακτικής ανακυψάσης ανάγκης» παρέλειψε ολοσχερώς=κατήργησε την ενώπιον του συμβουλίου πλημμελειοδικών διαδικασία και σκοπός της μεταρρύθμισης ήταν η σύντμηση της χρονικής διάρκειας της προδικασίας. Στην διευκρινιστική δε εγκύκλιο του Υπ. Δικαιοσύνης προς τις δικαστικές αρχές (υπ’ αριθμ. 63.331/15-12-1923) τονιζόταν το ιδιαιτέρως σημαντικόν, ότι «Η προδικασία των ποινικών υποθέσεων χρονίζει πολλάκις σήμερον» και γινόταν λόγος για «σημερινή πολυτελή προδικασία», η οποία επιφέρει «επιβράδυνσιν του τέρματος των ποινικών δικών», και, εν τέλει, αναφερόταν ότι «η βραδύτης ισοδυναμεί προς αρνησιδικίαν». Αλλά του ανωτέρω νομοθετήματος υπήρξε βραχύς ο βίος, καθόσον κατηργήθη μετά μόλις 7 μήνες, «συναντήσαν κατά την εφαρμογήν», όπως, μάλλον πικρά αναφέρει ο συντάκτης αυτού, «των δια της συντμήσεως της προδικασίας θιγομένων πολυποικίλων συμφερόντων»!

       § 10. Αλλά το ποτάμι δεν μπορούσε να γυρίσει πίσω. Και έτσι, μετ’ ολίγον, με το Ν.Δ. της 11 Σεπτεμβρίου 1928 (κυρωθέντος με το Ν. 4458/1930) τα κακουργήματα της ληστείας, αρπαγής, εκβιάσεως και ζωοκλοπής, παραπέμποντο σε δίκη «δι’ απ’ ευθείας κλήσεως», «υπό του εισαγγελέως των εφετών υπό την πρόσθετον εγγύησιν της συναινέσεως του προέδρου των εφετών». Επηκολούθησαν δε αμέσως μετά, το κακούργημα του εμπρησμού και τα αγορανομικά κακουργήματα. Και όλα αυτά ήσαν κακουργήματα τα οποία συντάρασσαν την κοινωνία και το περί δικαίου αίσθημα, που απαιτούσε να οδηγηθούν ταχέως ενώπιον δίκης οι δράστες αυτών.

       § 11. Με βάση τις παραπάνω σκέψεις, γίνεται σαφές ότι η ενδιάμεση διαδικασία ενώπιον των δικαστικών συμβουλίων είναι χρονοβόρα και δύστοκος, ενώ, αντιθέτως, η  δι’ απ’ ευθείας κλήσεως παραπομπή συμβάλλει στην, πάντα ζητούμενη και πάντως μη ευρισκόμενη, επιτάχυνση της ποινικής διαδικασίας. Έτσι, καταργουμένης της ενώπιον των συμβουλίων πλημμελειοδικών και εφετών διαδικασίας, άμα τω πέρατι της ανάκρισης η παραπομπή να γίνεται δια του εισαγγελέως εφετών για όλα τα κακουργήματα αρμοδιότητας του εφετείου κακουργημάτων, με την σύμφωνη γνώμη του προέδρου εφετών. Οι αιτιάσεις, ότι η σύμφωνη γνώμη του προέδρου εφετών είναι για την «πλήρωση ενός απλού τύπου», δεν μας βρίσκει σύμφωνους, δεδομένου ότι αυτός, ως ο ανώτατος δικαστής ουσίας, καλείται να ασκήσει την λειτουργική του αρμοδιότητα, και ασφαλώς θα το πράξει.

       § 12. Αν, όμως, η δύναμη της παράδοσης και της συνήθειας δεν ευοδώσει την πλήρη κατάργηση της ενδιάμεσης διαδικασίας των συμβουλίων, πρέπει να αναφερθεί τούτο: τουλάχιστον να γίνει η κατάργηση των «παραπεμπτικών» βουλευμάτων. Αναφέρθηκε ανωτέρω ότι το όλο πρόβλημα με τα δικαστικά συμβούλια δημιουργείται δια της εκδόσεως υπ’ αυτών των λεγόμενων «παραπεμπτικών» βουλευμάτων, υπό το δικονομικό βάρος των οποίων τύπτει (σε κάποιες δε περιπτώσεις και κυριολεκτικά!) ο παραπεμπόμενος στο ακροατήριο κατηγορούμενος. Όμως αν παρατηρήσουμε καλύτερα τον θεσμό των συμβουλίων και τον σκοπό για τον οποίο αυτά καθιερώθησαν (όχι μόνο στη χώρα μας αλλά στις αλλοδαπές έννομες τάξεις, αγγλική και γαλλική, από τις οποίες άλλωστε εισήχθη ο θεσμός στη χώρα μας) θα δούμε ότι η θέσπιση αυτών έγινε, κυρίως, για να προλαμβάνωνται οι άστοχες, ανυπόστατες και ανεπέρειστες παραπομπές στο ακροατήριο.

       § 13. Συνεπώς, τα συμβούλια, η λειτουργική αρμοδιότης αυτών έπρεπε, πρέπει, να περιορίζεται σε τούτον αποκλειστικά τον ειδικό σκοπό: Δηλαδή να «θεωρούν» την κατηγορία και να κρίνουν αν αυτή είναι ανάξια να απασχολήσει το επ’ ακροατηρίω δικάζον δικαστήριο. Ο Ν. Ανδρουλάκης, μας λέει, ότι «Το Συμβούλιο, με άλλα λόγια, […] αποφαίνεται μόνον αρνητικάεφόσον κρίνει ότι η κατηγορία είναι ανάξια να απασχολήσει το ακροατήριο». Συνεπώς, το συμβούλιο, αποφαινόμενο μόνον αρνητικά, εκδίδει μόνον (πλήρως αιτιολογημένα εννοείται) απαλλακτικά βουλεύματα. Ουδέποτε το συμβούλιο εκδίδει παραπεμπτικά βουλεύματα! Και τούτο, διότι, ελέγχοντας-θεωρώντας την κατηγορία, αν κρίνει ότι δεν μπορεί να εκδόσει απαλλακτικό βούλευμα, αν κρίνει δηλαδή ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση απαλλακτικού βουλέυματος, «επιτρέπει» απλώς την «διέλευση» της κατηγορίας προς το ακροατήριο, χωρίς να εκδίδει βούλευμα παραπεμπτικό. Η θεωρία υποστηρίζει, ότι τούτο γίνεται στην ΓερμΠοινΔικονομία, όπου στην § 207 υφίσταται ρύθμιση, ότι το συμβούλιο πλημμελειοδικών αντί  της παραπομπής, σε περίπτωση που η κατηγορία ερείδεται ουσιαστικά και νομικά, τότε «αποφασίζει απλά να ‘επιτρέψει’ την εισαγωγή της υπόθεσης στο ακροατήριο» [:Νικ. Ανδρουλάκης], χωρίς έκδοση βουλεύματος.

       § 14. Επειδή όμως το νόμισμα έχει πάντα δύο όψεις, με την πιο πάνω περιγραφόμενη κατάργηση είτε ολόκληρης της εδιάμεσης διαδικασίας των δικαστικών συμβουλίων είτε της έκδοσης παραπεμπτικών βουλευμάτων απ’ αυτά, βαρύτατες και αποδεικτικά δυσχερείς υποθέσεις θα οδηγούνται στο ακροατήριο με μόνο το κλητήριο θέσπισμα του εισαγγελέα εφετών και έτσι μπορεί να επιβαρύνονται υπέρμετρα τα δικαστήρια από και κατά την εκδίκαση τέτοιων σοβαρών υποθέσεων. Αλλά οι δικαστές, «επί τούτο εγκατέστησαν, ίνα κρίνουν τα δίκαια και τα φάκτα»!

       § 15. Τελειώνοντας τις λίγες αυτές σκέψεις, αναφέρομαι και πάλι στον Κων. Τσουκαλά, και στους λόγους που αυτός σημειώνει, για την αιτία που ώθησε το νομοθέτη να προβεί σε απότμηση της διαδικασίας  των συμβουλίων και να ασπασθεί εν τινι μέτρω την δι’ απ’ ευθείας κλήσεως παραπομπή, και που δεν ήταν άλλοι, παρά «η ανάγκη της ταχίστης εις δίκην εισαγωγής των δραστών αδικημάτων τινών και δη της έκπαλαι μαστιζούσης την χώραν μας ληστείας, όπως τουτέστι μη υπάρξη η χρονοτριβή της ενώπιον των δικαστικών συμβουλίων διαδικασίας». Και αν αυτά γράφονταν και ίσχυαν 80 τόσα χρόνια πριν, πολλώ μάλλον σήμερα….